Κ. Ζακυνθινός: Περισσότερα από 1,6 δισ. συστήματα ψύξης θα έχουν εγκατασταθεί έως το 2050

Κ. Ζακυνθινός: Περισσότερα από 1,6 δισ. συστήματα ψύξης θα έχουν εγκατασταθεί έως το 2050

Κ. Ζακυνθινός: Περισσότερα από 1,6 δισ. συστήματα ψύξης θα έχουν εγκατασταθεί έως το 2050
20 06 2016 | 11:17

Κατακόρυφη αύξηση στην κατανάλωση ενέργειας και σημαντική επιβάρυνση στον πλανήτη προβλέπεται να επιφέρει η πρόβλεψη εγκατάστασης περισσοτέρων από 700 εκατομμυρίων κλιματιστικών σε όλο τον κόσμο, έως το 2030, και συνολικά 1,6 δισεκατομμύρια μέχρι το 2050. Σε όρους χρήσης ηλεκτρικής ενέργειας και εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ισοδυναμεί με την προσθήκη αρκετών νέων χωρών στον πλανήτη.

Την τελευταία μόλις 15ετία, το ποσοστό διείσδυσης μονάδων κλιματισμού στις αστικές περιοχές της Κίνας αυξήθηκε από μόλις λίγες ποσοστιαίες μονάδες σε πάνω από 100%, δηλαδή περισσότερα από ένα κλιματιστικό ανά αστικό νοικοκυριό, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Εθνικού Εργαστηρίου Λώρενς Μπέρκλεϊ στις ΗΠΑ.

Παράλληλα, οι πωλήσεις κλιματιστικών στην Ινδία, την Ινδονησία και τη Βραζιλία αυξάνονται μεταξύ 10% και 15% ετησίως. Η Ινδία, με πληθυσμό 1,25 δισεκατομμύρια ανθρώπους, είχε διείσδυση κλιματισμού μόλις 5% το 2011. Το Μεξικό, από 13% αναμένεται να φτάσει το 71-81% μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Προηγούμενες μελέτες έχουν επιβεβαιώσει τη στενή σχέση μεταξύ εισοδήματος των νοικοκυριών και εγκατάστασης κλιματιστικών, με την διείσδυση κλιματισμού να αυξάνεται κατά 2,7 ποσοστιαίες μονάδες ανά 1.000 δολάρια ετήσιου εισοδήματος.

Ο στόχος των επιστημόνων και τον φορέων χάραξης ενεργειακής πολιτικής είναι να βρουν δημιουργικές λύσεις για να μειώσουν την κατανάλωση ενέργειας και την κλιματική επίδραση της τάσης αυτής, βελτιώνοντας την ενεργειακή απόδοση των κλιματιστικών, και μειώνοντας την εξάρτησή τους από υδροφθοράνθρακες ως ψυκτικά μέσα, καθώς οι εν λόγω ουσίες αποτελούν ένα εξαιρετικά ισχυρό αέριο του θερμοκηπίου.

«Μια βελτίωση της αποδοτικότητας κατά 25% με 30%, η οποία σίγουρα είναι τεχνολογικά εφικτή, μπορεί να έχει τεράστια διαφορά στη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας», δήλωσε ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ Έρνεστ Μονίζ, στα πλαίσια της 7ης Υπουργικής Συνόδου Καθαρής Ενέργειας στο Σαν Φρανσίσκο, μιας παγκόσμιας συνάντησης ηγετών ενεργειακής πολιτικής. Η χώρα με τη μεγαλύτερη προβλεπόμενη ανάπτυξη στον κλιματισμό, και τις σχετικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, αναμένεται να είναι η Ινδία, όπου περίπου 300 εκατομμύρια άνθρωποι προς το παρόν δεν έχουν καν πρόσβαση σε ηλεκτρική ενέργεια. Η μελέτη του Εργαστηρίου Μπέρκλεϊ υπολόγισε ότι αν τα κλιματιστικά γίνουν 30% πιο αποδοτικά, και παράλληλα καταργηθούν σταδιακά οι υδροφθοράνθρακες, θα αποτρέψουν την κατασκευή έως και 1.550 μονάδων παραγωγής ενέργειας, και την απελευθέρωση έως και 4 δισεκατομμυρίων τόνων διοξειδίου του άνθρακα ετησίως.

Κατανάλωση ενέργειας

Οι κλιματολογικές συνθήκες έχουν αλλάξει κάνοντας τον πλανήτη θερμότερο. Μελέτες αναφέρουν ότι η χρήση κλιματιστικών παγκόσμια για οικιστική, εμπορική και βιομηχανική χρήση ξοδεύουν γύρω στο 1 τρισεκατομμύριο ώρες κιλοβατώρων(kilowatt-hours) το χρόνο. Η αποφυγή χρήσης των κλιματιστικών είναι δύσκολη εξαιτίας των θερμότερων καλοκαιριών και ειδικότερα σε θερμές χώρες. Το αυξανόμενο κόστος ενέργειας και η αυξανόμενη ανησυχία για το περιβάλλον απαιτούν όμως ενεργειακά αποδοτικό κλιματισμό που θα προσφέρει παράλληλα τον ιδανικό συνδυασμό θερμοκρασίας, αέρα και υγρασίας, για άνετη εσωτερική ατμόσφαιρα όλο το χρόνο.

Στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο κτιριακός τομέας απορροφά περίπου το 40% της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης. Στην Ελλάδα, η τελική κατανάλωση ενέργειας στα κτίρια του τριτογενή (δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, νοσοκομεία, σχολεία, ξενοδοχεία, αθλητικές εγκαταστάσεις κ.λ.π.) και του οικιακού τομέα αντιπροσωπεύει περίπου το 30% του ενεργειακού ισοζυγίου της χώρας.

Η ενέργεια που καταναλώνεται στα κτίρια διατίθεται κυρίως για θέρμανση, ψύξη (θερινό κλιματισμό), τον φωτισμό και τις άλλες εγκατεστημένες συσκευές ή μηχανήματα. Η κατανάλωση ενέργειας για θέρμανση και θερινό κλιματισμό εξαρτάται από τον τύπο και την κατασκευή του κτιρίου, από τις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής, από τις ώρες λειτουργίας του κτιρίου, από τα συστήματα θέρμανσης και κλιματισμού, από τις συσκευές και τον υπόλοιπο ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό αλλά σε σημαντικό βαθμό και από την συμπεριφορά των χρηστών.

Είναι αξιοσημείωτο να αναφερθεί ότι από το σύνολο των κτιρίων της Ελλάδας, τα κτίρια κατοικιών αποτελούν το 73% (Εθνική Στατιστική Υπηρεσία). Στα κτίρια κατοικιών η θέρμανση των χώρων αντιπροσωπεύει το 61% της συνολικής κατανάλωσης και ο δροσισμός το 2%, με συνεχώς αυξανόμενη τάση. Στα υπόλοιπα κτίρια του τριτογενή τομέα η θέρμανση αντιπροσωπεύει το 52% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας και ο θερινός κλιματισμός το 7%. Από τα παραπάνω ποσοστά εξάγεται το συμπέρασμα ότι περίπου το 20% του ενεργειακού ισοζυγίου της χώρας μας καταναλώνεται για τη θέρμανση και τον κλιματισμό των κτιρίων του οικιακού και του τριτογενούς τομέα και η τάση είναι αυξητική. Παρόλο που τα τελευταία χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) ενθαρρύνει την ορθολογική χρήση της ενέργειας για θέρμανση και κλιματισμό με τη θέσπιση νέων νόμων και πιο αυστηρών προδιαγραφών, η διείσδυση τους στην Ελλάδα λόγω των οικονομικών συνθηκών, παραμένει σε χαμηλά επίπεδα.

Με τη βελτιωμένη θερμομόνωση των κτιρίων, τον βιοκλιματικό σχεδιασμό, τα παθητικά και ενεργητικά ηλιακά συστήματα, τον φυσικό δροσισμό, τη χρήση πιο αποδοτικών συστημάτων θέρμανσης και κλιματισμού, την εφαρμογή προηγμένων μεθόδων ελέγχου των συστημάτων, την σωστή και σε τακτά διαστήματα συντήρηση και την αλλαγή της συμπεριφοράς των χρηστών μπορεί να εξοικονομηθούν σημαντικά ποσά ενέργειας. Στο συμπέρασμα αυτό μπορεί να καταλήξει κανείς εάν λάβει υπόψη του τα εξής πως η μεγάλη πλειοψηφία των κτιρίων στην Ελλάδα (περίπου 80% του συνόλου) κατασκευάστηκαν πριν το 1980, δεν είναι θερμομονωμένα, απαιτούν πολύ μεγάλα ποσά ενέργειας για να εξασφαλίσουν τις αποδεκτές συνθήκες άνεσης, ιδίως το χειμώνα, και προσφέρουν πολλές δυνατότητες για εφαρμογή μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας.

Ενώ, η κατά κανόνα μέτρια κατάσταση των παλαιών συστημάτων θέρμανσης, οδηγεί σε μειωμένους βαθμούς απόδοσης και επομένως αυξημένη κατανάλωση ενέργειας και περιβαλλοντική επιβάρυνση. Η συντήρηση των συστημάτων και η εφαρμογή συστημάτων ελέγχου και αυτοματισμών προσφέρουν πολλές δυνατότητες για εξοικονόμηση ενέργειας.

Οικονομικοί πόροι

Η συνεχής αύξηση, τόσο σε αριθμό όσο και σε εγκατεστημένη ισχύ, των συστημάτων και συσκευών που καταναλώνουν ηλεκτρική ενέργεια για θερινό κλιματισμό. Αυτό αφορά τα κτίρια κατοικιών, κυρίως όμως τα κτίρια γραφείων, καταστημάτων και υπηρεσιών. Με την εφαρμογή συστημάτων ανάκτησης θερμότητας, με την συμπαραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας για εφαρμογές συστημάτων ψύξης με απορρόφηση και με τη χρήση αντλιών θερμότητας (ιδίως γεωθερμικών), οι δυνατότητες για εξοικονόμηση ενέργειας είναι μεγάλες αλλά περιορίζεται συγχρόνως και η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.

Βέβαια πρέπει να τονισθεί ότι πολλές φορές οι περιορισμένοι οικονομικοί πόροι, η συμπίεση του αρχικού κόστους κατασκευής αλλά και η στενότητα του χρόνου στον οποίο γίνεται η μελέτη και η κατασκευή περιορίζουν την εφαρμογή ολοκληρωμένων μεθόδων ελέγχου της κατανάλωσης ενέργειας και την εφαρμογή σύγχρονων τεχνολογιών στα κτίρια.

Επίσης πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η κατανάλωση ενέργειας από τα συστήματα θέρμανσης και κλιματισμού επιδρά άμεσα κυρίως στο κόστος λειτουργίας ενός κτιρίου αλλά επιδρά έμμεσα και στο περιβάλλον. Η καύση συμβατικών καυσίμων, όπως το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο σε κεντρικές μονάδες θέρμανσης, και η χρήση ηλεκτρικής ενέργειας για τα κεντρικά συστήματα κλιματισμού ή τις τοπικές κλιματιστικές συσκευές επιβαρύνουν την ατμοσφαιρική ρύπανση (κυρίως με CO2) και συντελούν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Επομένως η εξοικονόμηση ενέργειας περιλαμβάνει ως στόχο μεταξύ άλλων και τη βελτίωση της κατάστασης της ατμόσφαιρας και την αποφυγή της ρύπανσης του περιβάλλοντος.

  • Η βελτίωση της αποδοτικότητας κατά 25% με 30%, μπορεί να έχει τεράστια διαφορά στη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας
  • Η Ινδία, με πληθυσμό 1,25 δισεκατομμύρια ανθρώπους, είχε διείσδυση κλιματισμού μόλις 5% το 2011.
  • Οι πωλήσεις κλιματιστικών στην Ινδία, την Ινδονησία και τη Βραζιλία αυξάνονται μεταξύ 10% και 15% ετησίως.
  • Το Μεξικό, από 13% αναμένεται να φτάσει το 71%-81% μέσα στις επόμενες δεκαετίες

(Ημερησία, 18/6/2016)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM