Κ. Ράπτης: Οι Σαουδάραβες δεν φοβούνται τα ελλείμματα
Η παρομοίωση των δημόσιων οικονομικών με τα οικονομικά ενός νοικοκυριού αποτελεί διαδεδομένη πλάνη. Βρίσκει όμως απόλυτη εφαρμογή στην περίπτωση του κράτους εκείνου, που για ονομασία του έχει το... επώνυμο της βασιλεύουσας δυναστείας.
Η Σαουδική Αραβία δεν είναι μόνο μία από τις ελάχιστες απόλυτες μοναρχίες του κόσμου, που στερεί κάθε είδους πολιτικά δικαιώματα από τον πληθυσμό. Είναι (ή τουλάχιστον ήταν μέχρι πρότινος) και ο κατεξοχήν ρυθμιστής της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου. Ο προϋπολογισμός που κατέθεσε εντός του Δεκεμβρίου το Ριάντ για το επόμενο οικονομικό έτος αποτελεί, έτσι, ασφαλή δείκτη τόσο των φόβων των Σαούντ για την εσωτερική ευστάθεια του βασιλείου, όσο και των προθέσεών τους στο διεθνές ενεργειακό παιχνίδι.
Στο τέλος μιας χρονιάς, κατά την οποία ο μαύρος χρυσός έχασε το 50% της αξίας του, η Σαουδική Αραβία επιμένει, δια στόματος του υπουργού Πετρελαίου Ali al Naimi, ότι δεν πρόκειται να μειώσει τις εξαγωγές της, ακόμη και αν η τιμή κατρακυλήσει στα 20 δολάρια ανά βαρέλι. Οι καιροί έχουν αλλάξει: και η διατήρηση του υφιστάμενου μεριδίου αγοράς, εις βάρος ανταγωνιστών με υψηλότερο κόστος εξόρυξης, προέχει της προστασίας του επιπέδου εσόδων.
Οι καιροί έχουν αλλάξει όμως και σε ό,τι έχει να κάνει με τα δημοσιονομικά. Σε άλλες περιόδους υποχώρησης της τιμής του πετρελαίου, οι ιθύνοντες του βασιλείου έστελναν προς το εσωτερικό μήνυμα επιστροφής σε λιτότερο βίο. Λόγου χάριν, το 1998 ο τότε πρίγκηπας διάδοχος (νυν βασιλιάς) Αμπντουλλάχ είχε διαμηνύσει ότι “ο καιρός της αφθονίας παρήλθε”. Στην κρίση του 2009 περικόπηκαν θέσεις εργασίας στον δημόσιο τομέα και αναβλήθηκαν κατασκευαστικά έργα. Στα δε μέσα της δεκαετίας του ΄80 (οπότε η τιμή του πετρελαίου ισοπεδώθηκε, δρομολογώντας κατά πολλούς την μετέπειτα κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης) το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα των Σαουδαράβων μειώθηκε κατά περίπου 50%.
Και όμως: ο προϋπολογισμός του 2015 είναι ο μεγαλύτερος στα χρονικά του βασιλείου – και το προβλεπόμενο έλλειμμα επίσης. Τα έσοδα υπολογίζονται στα 190,7 δισ. δολάρια (μειωμένα λόγω των εξελίξεων στην πετρελαϊκή αγορά) και οι δαπάνες στα 229,3 δισ. δολάρια, αυξημένες κατά 0,6% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Το έλλειμμα των 14 δισ. δολαρίων με το οποίο κλείνει το 2014 και το προϋπολογιζόμενο έλλειμμα-ρεκόρ των 38,6 δισ. για το 2015 είναι κάτι που θεωρείται ότι μπορεί βραχυπρόθεσμα να αντέξει το βασίλειο, εφόσον τα συναλλαγματικά του διαθέσιμα, που υπολογίζονται από τον ΔΝΤ σε τουλάχιστον 736 δισ. δολάρια.
Με δεδομένο ότι όλα τα προβλεπόμενα έσοδα (πλην 30,7 δισ.) προέρχονται από τις πετρελαϊκές εξαγωγές, οι οποίες και παραμένουν αμετάβλητες στα 9,6 εκατ. βαρέλια ημερησίως, εκτιμάται (χωρίς να διατυπώνεται ρητά) ότι οι Σαουδάραβες ιθύνοντες παίρνουν ως βάση των υπολογισμών τους μια τιμή μέχρι τα 63 δολάρια ανά βαρέλι, ουσιαστικά αμετάβλητη από τα επίπεδα στα οποία έχει βυθισθεί το τελευταίο εξάμηνο.
Μολονότι οι υπολογισμοί αυτοί δεν θα πρέπει να λαμβάνονται τοις μετρητοίς (π.χ. ο περσινός προϋπολογισμός είχε ως βάση μια τιμή μόλις 70 δολαρίων ανά βαρέλι), πρόκειται για ένα μήνυμα δύναμης προς τους διεθνείς ανταγωνιστές, το οποίο όμως υποκρύπτει ένα μήνυμα αδυναμίας ως προς τις εσωτερικές ισορροπίες της χώρας.
Η αύξηση των δημόσιων δαπανών είναι σταθερή μετά την “Αραβική Άνοιξη” του 2011, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι Σαούντ επείγονται να “εξαγοράσουν” τη νομιμοφροσύνη του πληθυσμού. Στους περίπου 2 εκατ. υπαλλήλους του ευρύτερου δημόσιου τομέα δόθηκαν αυξήσεις, ενώ τα κάθε είδους κοινωνικά επιδόματα (ανεργίας, καυσίμων, στεγαστικά κ.ο.κ.) έχουν διογκωθεί. Υπενθυμίζεται ότι οι ανάγκες μισθοδοσίας του δημόσιου τομέα (του μεγαλύτερου εργοδότη του βασιλείου) καλύπτουν το ήμισυ των κρατικών δαπανών.
Εκτός του “καρότου” ενισχύεται όμως και το “μαστίγιο”: ήδη από τον Μάρτιο του 2011 έχουν δημιουργηθεί 60.000 νέες θέσεις εργασίας στον τομέα της ασφάλειας, ενώ οι αμυντικές δαπάνες έφθαναν το 2013 (σύμφωνα με το Ινστιτούτο Ειρήνης της Στοκχόλμης) στο εξωφρενικό ποσό των 67 δισ. δολαρίων, ήτοι 9,3% του ΑΕΠ.
Ο στρατιωτικός προϋπολογισμός δεν υπαγορεύεται μόνο από τον παραδοσιακό ανταγωνισμό με το γειτονικό Ιράν και πλέον και από την απειλή του Ισλαμικού Κράτους: αποτελεί και μία μορφή “δωροδοκίας” των Δυτικών χωρών που πρωταγωνιστούν στην εκοπλιστική βιομηχανία. Συχνά, δε, αυτού του τύπου τα “φιλοδωρήματα” πραγματοποιούνται μέσω τρίτων – όπως συνέβη με την σαουδαραβική δωρεά 2 δισ. δολαρίων στις ένοπλες δυνάμεις του Λιβάνου για να προμηθευτούν γαλλικά οπλικά συστήματα.
Άλλωστε, το Ριάντ έχει και πολλούς περιφερειακούς πελάτες να νιαστεί. Το πραξικόπημα του στρατάρχη Sisi στην Αίγυπτο συνοδεύθηκε ευθύς αμέσως από σαουδαραβική βοήθεια 5 δισ. δολαρίων, ενώ δέκτες της σαουδαραβικής γενναιοδωρίας είναι επίσης η Ιορδανία, το Πακιστάν (του οποίου το πυρηνικό πρόγραμμα θεωρείται από πολλούς ως “εξωχώρια” επένδυση των Σαούντ) και το Μπαχρέιν, όπου η δυναστεία των Χαλίφα διασώθηκε κατά την εξέγερση του 2011 χάρη σε σαουδαραβική στρατιωτική επέμβαση. Μεγάλη ανησυχία προκαλεί επίσης η κατάσταση στην Υεμένη, όπου το σιιτικό κίνημα των Χούθι κατέλαβε την πρωτεύουσα Σαανά. Κατά πληροφορίες, το Ριάντ δαπάνησε υπέρ των γειτόνων 40 δισ. δολάρια εντός του 2014.
(capital.gr, 31/12/2014)