ΕΣΕΚ – να το εγκαταλείψουμε ή να το εφαρμόσουμε;
του Παντελή Κάπρου

ΕΣΕΚ – να το εγκαταλείψουμε ή να το εφαρμόσουμε;

19 12 2025 | 12:00

Είναι ευρέως αναγνωρισμένο από τον κλάδο και έχει ρητά επισημανθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα της Ελλάδας έχει εκπονηθεί με ιδιαίτερη προσοχή και τεχνική ακρίβεια. Το σχέδιο καταρτίζει και αναλύει ένα βελτιστοποιημένο επενδυτικό χρονοδιάγραμμα στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, το οποίο συντονίζεται, κατά τρόπο οικονομικά αποδοτικό, με ένα φιλόδοξο πρόγραμμα επενδύσεων στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας και, όπου κρίνεται αναγκαίο, συμπληρώνεται από παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με χρήση φυσικού αερίου. Η προσέγγιση αυτή στοχεύει στην επίτευξη φιλόδοξων στόχων μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την πλήρη αξιοπιστία και ασφάλεια εφοδιασμού του ηλεκτρικού συστήματος.

Έχει τεκμηριωθεί αναλυτικά ότι η ταχεία ανάπτυξη ενός ισορροπημένου μείγματος ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και αποθήκευσης μπορεί να διατηρήσει τη σταθερότητα του συστήματος, ενώ παράλληλα μειώνει σταδιακά το μέσο κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας. Με άλλα λόγια, η προσεκτικά σχεδιασμένη και φιλόδοξη πράσινη μετάβαση του ηλεκτρικού συστήματος οδηγεί σε συστηματικά χαμηλότερες τιμές για τους καταναλωτές, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Αυτό συνιστά σημαντικό επίτευγμα του σχεδίου, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι έχουν ενσωματωθεί αυστηροί περιορισμοί που διασφαλίζουν την πλήρη αξιοπιστία του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας, ακόμη και για ένα ενεργειακό μίγμα στο οποίο οι ανανεώσιμες πηγές παράγουν ήδη το 80% της ηλεκτροπαραγωγής το 2030 και μετέπειτα. Ταυτόχρονα, η ασφάλεια εφοδιασμού και η ενεργειακή ανεξαρτησία διασφαλίζονται πλήρως, καθώς υποστηρίζονται από την επέκταση των εξαγωγών και του διασυνοριακού εμπορίου, τα οποία συμβάλλουν περαιτέρω στη σταθεροποίηση του συστήματος με το χαμηλότερο δυνατό κόστος.

Η αποθήκευση ενέργειας, σε συνδυασμό με ενισχυμένες διασυνδέσεις και, κατά περίπτωση, με πρόσθετη δυναμικότητα εξισορρόπησης από μονάδες φυσικού αερίου, διαμορφώνει ένα ενεργειακό μείγμα που αποδεικνύει καθαρά ότι είναι απολύτως εφικτό να διατηρείται η ηλεκτρική ενέργεια οικονομικά προσιτή, και μάλιστα φθηνότερη, ενώ ταυτόχρονα επιτυγχάνεται η πλήρης απανθρακοποίηση του συστήματος και η συμμόρφωση με τα αυστηρότερα πρότυπα αξιοπιστίας. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από την εμπειρία πολλών χωρών διεθνώς, συμπεριλαμβανομένων των κρατών‑μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως προκύπτει από ποικίλες αναλυτικές μελέτες, μοντελοποιήσεις και γνωμοδοτήσεις συμβούλων πολιτικής. Όλα τα εθνικά σχέδια πράσινης μετάβασης στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας που έχουν υποβληθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση ακολουθούν ουσιαστικά την ίδια προσέγγιση και στοχεύουν σε ανάλογα φιλόδοξους ρυθμούς ανάπτυξης.

Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται εύλογη βάση για τον ισχυρισμό ότι, λόγω υποθετικών και αναπόδεικτων απειλών ως προς το οικονομικό κόστος, η πράσινη μετάβαση θα πρέπει να επιβραδυνθεί, να αναβληθεί ή να ακυρωθεί εν μέρει. Παρ’ όλα αυτά, Έλληνες αξιωματούχοι διατύπωσαν προσφάτως, σε προφορικές τους παρεμβάσεις πριν από τη συμμετοχή τους σε συναντήσεις υψηλού επιπέδου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την άποψη ότι θα πρέπει να εξεταστεί η επιβράδυνση της μετάβασης. Οι εν λόγω συναντήσεις, ωστόσο, κατέληξαν ομόφωνα στην ανάγκη συνέχισης της φιλόδοξης μετάβασης στην πράσινη ενέργεια χωρίς καθυστέρηση.

Η αναβολή της πράσινης μετάβασης συνεπάγεται τη συνέχιση της έντονης εξάρτησης από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με καύσιμο το φυσικό αέριο, εις βάρος των ανανεώσιμων πηγών και της αποθήκευσης. Ένα τέτοιο μείγμα συνεπάγεται περαιτέρω ότι οι τιμές του φυσικού αερίου θα εξακολουθήσουν να επηρεάζουν καθοριστικά τις υψηλές τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας στη χονδρική αγορά για σημαντικό μέρος κάθε ημέρας, όπως έχει ήδη παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια. Επιπλέον, είναι ευρέως γνωστό ότι οι προσφορές των μονάδων φυσικού αερίου ενσωματώνουν συχνά προσαυξήσεις σπανιότητας (scarcity bidding), με απότομα κεκλιμένες καμπύλες τιμής–όγκου, πρακτική που είναι διαδεδομένη σε ολόκληρη την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Τέτοιου είδους «σιωπηρά συντονισμένες (tacit collusion)» συμπεριφορές κατά την υποβολή προσφορών συμβάλλουν στις εξαιρετικά υψηλές τιμές που παρατηρούνται στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας σε περιόδους περιορισμένης διαθεσιμότητας ανανεώσιμων και επικράτησης των μονάδων φυσικού αερίου. Αυτή η πρακτική δεν είναι παράνομη, είναι εύλογη στο πλαίσιο μιας αγοράς, και θα συνεχιστεί στον βαθμό που η έλλειψη αποθηκευτικής ισχύος και απόκρισης της ζήτησης δεν αντισταθμίζει επαρκώς τη συχνότητα με την οποία το φυσικό αέριο καθορίζει τις τιμές στην χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Δεν ήταν αποτυχία της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ που είδαμε υψηλές τιμές κατά τις στιγμές πολύ υψηλής ζήτησης χωρίς επαρκείς ΑΠΕ, όπως αξιωματούχοι από την Ελλάδα έσπευσαν να δηλώσουν. Ήταν εύλογο και νόμιμο αποτέλεσμα της σπανιότητας που επικράτησε και οδήγησε τις τιμές προς τα πάνω. Τυχόν επιβράδυνση των τεχνολογιών χωρίς μεταβλητό κόστος και χωρίς δυνατότητα μετριασμού των αιχμών, όπως η αποθήκευση και η απόκριση της ζήτησης, θα οξύνεται συνέχεια το φαινόμενο των υψηλότατων τιμών σε περιόδους αιχμής χωρίς επαρκείς ΑΠΕ. Σε αυτές τις συνθήκες που θα επικρατήσουν αν επιβραδυνθεί η πράσινη μετάβαση, δηλαδή συνθήκες υψηλής μεταβλητότητας και αυξημένων τιμών, δεν υπάρχει περίπτωση η βιομηχανία να βρει φθηνή παροχή ρεύματος ενώ τα τιμολόγια όλων θα συμπλέουν όλο και περισσότερο με τη μεταβλητότητα των τιμών χονδρικής και θα αυξάνουν.

Δηλαδή η καθυστέρηση λόγω δήθεν απειλής για το κόστος της ενέργειας θα οδηγήσει σε ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα. Πώς είναι δυνατόν να μην γίνεται αυτό αντιληπτό; Για ποια σκοπιμότητα έγιναν οι δηλώσεις περί απειλής κόστους και καθυστέρησης της πράσινης μετάβασης; Ίσως το πολιτικό κίνητρο πίσω από τους ισχυρισμούς υπέρ της καθυστέρησης της πράσινης μετάβασης σχετίζεται πρωτίστως με τη γεωπολιτική του φυσικού αερίου – και ειδικότερα με τη διασφάλιση μελλοντικής κατανάλωσης φυσικού αερίου προς υποστήριξη των προοπτικών εξαγωγών LNG των Ηνωμένων Πολιτειών. Όμως και σε αυτήν την περίπτωση η απόδοση ευθύνης στις ανανεώσιμες πηγές και την αποθήκευση για ζητήματα μη προσιτών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας είναι αδικαιολόγητη και ενέχει σοβαρό κίνδυνο παραπλάνησης της κοινής γνώμης.

Το ψευδές επιχείρημα ότι ένας συνδυασμός χαμηλότερης διείσδυσης ανανεώσιμων και υψηλότερης χρήσης φυσικού αερίου θα προσέφερε φθηνότερη ηλεκτρική ενέργεια από ό,τι η πλήρης πράσινη μετάβαση έχει καταρριφθεί από πολυάριθμες αναλυτικές προσομοιώσεις και ανεξάρτητες μελέτες. Οι μελέτες αυτές καταδεικνύουν ότι η πιο οικονομικά προσιτή και χαμηλότερου κόστους ηλεκτρική ενέργεια, ακόμη και βραχυπρόθεσμα, μπορεί να επιτευχθεί μόνον μέσω φιλόδοξης ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών και της αποθήκευσης. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο οφείλει σταδιακά να περιορίζεται, με τον ρόλο της να επικεντρώνεται κυρίως στην εξισορρόπηση του συστήματος και στην παροχή εφεδρειών, στο πλαίσιο μιας βελτιστοποίησης ελάχιστου κόστους.

Οι πρόσφατες δηλώσεις Ελλήνων αξιωματούχων περιέλαβαν δύο πρόσθετα επιχειρήματα.

  • Πρώτον, ότι θα πρέπει να εξεταστεί η επιβράδυνση της πράσινης μετάβασης επειδή, δήθεν, δεν μπορεί να εξασφαλισθεί φθηνή ηλεκτρική ενέργεια για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες που αντιμετωπίζουν διεθνή ανταγωνισμό και ενδέχεται να εξετάσουν τη μετεγκατάστασή τους εκτός Ευρώπης.

  • Δεύτερον, ότι επειδή η εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει ακόμη συγκλίνει σε μία ενιαία τιμή και δεν λειτουργεί σωστά, η πράσινη μετάβαση θα πρέπει να καθυστερήσει έως ότου ολοκληρωθεί πλήρως η ενοποίηση της αγοράς.

Αμφότερα τα επιχειρήματα αυτά είναι εσφαλμένα. Και για τους δύο στόχους – δηλαδή αφενός τη διασφάλιση φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία και αφετέρου την ουσιαστική ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς – ένα μείγμα υψηλής διείσδυσης ανανεώσιμων και ισχυρής αποθήκευσης αποδεικνύεται αποδοτικότερο και αποτελεσματικότερο από οποιαδήποτε λύση που στηρίζεται σε ορυκτά καύσιμα.

Σε ό,τι αφορά την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας για τη βαριά βιομηχανία, μία ευθεία και πρακτική προσέγγιση είναι η χρήση ειδικά σχεδιασμένων διμερών συμβάσεων, όπως ίσχυε άλλωστε πάντοτε στις περιόδους κατά τις οποίες η βιομηχανία απολάμβανε οικονομικά προσιτές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Στο σημερινό μοντέλο αγοράς, το οποίο αξιοποιεί την αγορά άμεσης παράδοσης (spot power exchange markets) χονδρικής για τη σύζευξη των διασυνδεδεμένων ευρωπαϊκών αγορών ηλεκτρισμού, οι προμηθευτές που εξυπηρετούν τελικούς καταναλωτές συνήθως συνάπτουν διμερείς συμβάσεις αντιστάθμισης, βασισμένες σε διαφορές τιμών (δηλαδή contracts for economic differences - CfD), με κατάλληλο χαρτοφυλάκιο μονάδων παραγωγής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, επιτυγχάνουν σταθερότητα τιμών για τους πελάτες τους.

Η μέθοδος αυτή τους επιτρέπει να παρακάμπτουν τη μεταβλητότητα και την αστάθεια των τιμών στις αγορές spot και να διασφαλίζουν τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας που αντανακλά, σε μεγαλύτερο βαθμό, το πραγματικό κόστος. Με άλλα λόγια, αποφεύγουν το πρόσθετο κόστος (markups πάνω από το πραγματικό κόστος) που προκύπτει όταν η ηλεκτρική ενέργεια αγοράζεται από χονδρικές αγορές, ιδίως όταν οι μονάδες φυσικού αερίου αποκομίζουν υπερ-αποδόσεις σπανιότητας επιπλέον του πραγματικού κόστους τους.

Η άμεση πρόσβαση στο χαμηλό κόστος της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές είναι ουσιαστικά αδύνατη, όταν βασίζεται κανείς σε αγορές χονδρικής ή όταν τα τιμολόγια λιανικής ακολουθούν άμεσα τις τιμές χονδρικής όπως δυστυχώς γίνεται στην Ελλάδα όπου σπανίζουν τα διμερή συμβόλαια και δεν υφίσταται αντιστάθμιση των τιμών χονδρικής. Ο λόγος είναι ότι οι τιμές στη χονδρική αγορά καθορίζονται μόνο από τις μονάδες φυσικού αερίου τις οποίες ακολουθούν τα υδροηλεκτρικά εφαρμόζοντας τιμολόγηση που εκμεταλλεύεται την ευκαιρία των υψηλών προσφορών από τις μονάδες φυσικού αερίου, ενώ οι ανανεώσιμες πηγές, λόγω του σχεδόν μηδενικού οριακού τους κόστους, δεν δύνανται να καθορίσουν τις τιμές της αγοράς. Κατά συνέπεια, είναι αδύνατο να τιμολογηθεί μέσω της χονδρικής αγοράς η ενέργεια στους καταναλωτές με βάση το πραγματικά χαμηλό κόστος των ανανεώσιμων πηγών.

Η άμεση πρόσβαση σε χαμηλού κόστους ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, σε συνδυασμό με αποθήκευση, μπορεί να επιτευχθεί μόνο εφόσον οι τιμές καθορίζονται μέσω διμερών συμβάσεων, όπως είναι οι συμβάσεις διαφοράς (Contracts for Differences – CfD) ή άλλες μορφές συμβάσεων για οικονομικές διαφορές.

Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα: είναι δυνατόν να διασφαλιστούν χαμηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τη βαριά βιομηχανία στο πλαίσιο της πράσινης μετάβασης; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά καταφατική, υπό την προϋπόθεση της κατάλληλης διαμόρφωσης ενός χαρτοφυλακίου που θα στηρίζει διμερείς συμβάσεις ειδικά προσαρμοσμένες στις ανάγκες της ενεργοβόρου βιομηχανίας.

Δεύτερο κρίσιμο ερώτημα: είναι αναγκαίο το κράτος να παρέμβει με κατάλληλα πολιτικά μέσα για να διασφαλιστεί η ανάπτυξη του βέλτιστου συνδυασμού ανανεώσιμων πηγών και αποθήκευσης, με τον ρυθμό που προβλέπεται στο Εθνικό Σχέδιο; Μπορούν οι δυνάμεις της αγοράς, βασιζόμενες αποκλειστικά στις χονδρικές αγορές, να παραδώσουν αυτό το «πακέτο» γρήγορα και αξιόπιστα;

Η σύντομη απάντηση είναι ότι δεν αρκεί η ελεύθερη αγορά γιατί πρόκειται για επενδύσεις αποκλειστικά εντάσεως κεφαλαίου ενώ επιπλέον υφίσταται εγγενές πρόβλημα συντονισμού στην αγορά μεταξύ τεχνολογιών παραγωγής από ΑΠΕ με κατάλληλο μείγμα προέλευσης και με επαρκή δυναμικότητα αποθήκευσης. Λόγω της ισχυρής εξάρτησης από το κόστος κεφαλαίου και της αβεβαιότητας που περιβάλλει την ανάκτηση των επενδυτικών δαπανών από τις ευμετάβλητες τιμές χονδρικής, δεν είναι δυνατόν να στηριχθεί κανείς αποκλειστικά σε μη ρυθμιζόμενες δυνάμεις της αγοράς. Η κρατική παρέμβαση είναι απαραίτητη, προκειμένου να εξασφαλιστούν οι θετικές εξωτερικότητες (positive externalities) για την κοινωνία, οι οποίες προκύπτουν αν επιτευχθεί ο κατάλληλος συντονισμός στην αγορά δηλαδή το βέλτιστο μείγμα παραγωγής που προβλέπει το πρόγραμμα της πράσινης μετάβασης.

Μετά τη σημαντική αύξηση των τιμών χονδρικής το 2022, η οποία οφειλόταν στην κρίση τιμών φυσικού αερίου που προκάλεσαν οι ελλείψεις ρωσικού αερίου στην Ευρώπη, ορισμένοι επενδυτές σε έργα ανανεώσιμης ενέργειας οδηγήθηκαν εσφαλμένα στην πεποίθηση ότι «εμπορικές» επενδύσεις (merchant investments) σε ΑΠΕ θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν υψηλά κέρδη και αποδόσεις μέσω των αγορών χονδρικής, χωρίς την ασφάλεια εισοδήματος μέσω των συμβάσεων που προσέφερε το κράτος στο πλαίσιο διαγωνισμών.

Παράλληλα, μετά τις εκλογές του 2023, οι Έλληνες Υπουργοί Ενέργειας υιοθέτησαν το δόγμα ότι οι επενδυτές σε ανανεώσιμες πηγές και αποθήκευση δεν χρειάζονται κρατική στήριξη μέσω συμβάσεων υποστηριζόμενων από το κράτος, διότι οι δυνάμεις της αγοράς επαρκούν για τη στήριξη των επενδύσεων. Δικαιολόγησαν επίσης την απεμπόληση των μηχανισμών στήριξης επενδύσεων με το ανακριβές επιχείρημα ότι οι συμβάσεις αυτές θα δημιουργούσαν περιττό κόστος για τον δημόσιο προϋπολογισμό. Το δόγμα αυτό εξακολουθεί να κυριαρχεί σήμερα, δημιουργώντας μία θολή και αβέβαιη εικόνα για τους επενδυτές σε ανανεώσιμες πηγές και στην αποθήκευση. Και οι δύο βασικές παραδοχές είναι λανθασμένες.

Πρώτον, οι επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές και αποθήκευση χρειάζονται την εισοδηματική ασφάλεια που παρέχουν οι συμβάσεις διαφοράς. Οι επενδύσεις αυτές επιβαρύνονται σχεδόν αποκλειστικά με κόστος κεφαλαίου, δεν έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τις τιμές στην αγορά χονδρικής και, ως εκ τούτου, τα έσοδά τους στις εν λόγω αγορές είναι εξαιρετικά αβέβαια και ασταθή. Η χρηματοδότηση τέτοιων επενδύσεων εντάσεως κεφαλαίου είναι ευχερής και φθηνή μόνο όταν υπάρχει μακρόχρονη βεβαιότητα για το ετήσιο εισόδημα της επένδυσης. Κάθε είδους μεταβλητότητα, όπως των τιμών χονδρικής, των μελλοντικών εισοδημάτων εκλαμβάνεται ως επιχειρηματικός κίνδυνος από τη χρηματοδότηση και τιμολογείται ως επιπλέον κόστος με τη μορφή ασφαλίστρου κινδύνου (risk premium), αυξάνοντας έτσι το κόστος της ενέργειας χωρίς όφελος.

Δεύτερον, η κρατική στήριξη μέσω συμβάσεων διαφοράς δεν επιβαρύνει τον δημόσιο προϋπολογισμό. Οι συμβάσεις αυτές συνιστούν μηχανισμό εγγυημένου εισοδήματος, χωρίς να ενσωματώνουν καθαυτό στοιχείο επιδότησης, δεδομένου ότι η συμβατική τιμή άσκησης (strike price), η οποία αντικατοπτρίζει το σταθμισμένο κόστος της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – ακόμη και όταν συνδυάζεται με αποθήκευση – είναι χαμηλότερη από τον μέσο όρο των τιμών στη χονδρική αγορά. Μόνον οι μελλοντικές επενδύσεις σε υπεράκτια αιολικά πάρκα αναμένεται να απαιτήσουν τιμές άσκησης υψηλότερες από τις επικρατούσες τιμές χονδρικής. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, το επιπλέον κόστος δεν θα επιβαρύνει τον δημόσιο προϋπολογισμό, καθώς θα μετακυλίεται στους καταναλωτές, στο πλαίσιο μιας διαφανούς και προβλέψιμης ρύθμισης ειδικού τέλους.

Επενδυτές με υψηλή ανοχή στον κίνδυνο (risk prone investors), οι οποίοι προτιμούν να «ποντάρουν» στα έσοδα της χονδρικής αγοράς, ενδέχεται να βλέπουν θετικά την απουσία συμβάσεων διαφοράς (CfD). Ωστόσο, σε αυτές τις περιπτώσεις, τόσο οι ίδιοι οι επενδυτές όσο και οι χρηματοδότες τους (ιδίως οι τράπεζες) θα επιβάλλουν υψηλό ασφάλιστρο κινδύνου στο κόστος κεφαλαίου. Το πρόσθετο αυτό κόστος μετακυλίεται τελικά στους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας.

Οι επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και αποθήκευση παράγουν σημαντικές θετικές εξωτερικότητες όταν είναι χρηματοδοτημένες μέσω μακροχρόνιων συμβάσεων χαμηλού κόστους με βάση ασφαλείς ροές εισοδήματος. Ταυτόχρονα, χρειάζεται να συνδυάζονται οι επενδύσεις μεταξύ τους, όπως να έχουν συμπληρωματικότητα οι τεχνολογίες ηλιακών και αιολικών και συγχρόνως να διατίθεται επαρκής δυναμικότητα αποθήκευσης ώστε να είναι εύλογες οι περικοπές. Πώς όμως οι αυτόνομοι ιδιώτες επενδυτές θα συντονίζονται μεταξύ τους ώστε το αποτέλεσμα συνολικά να έχει το κατάλληλο μείγμα τεχνολογιών και δυναμικοτήτων; Η λειτουργία «καθαρών» δυνάμεων αγοράς δεν μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες εκείνες που απαιτούνται για την ανάδειξη των θετικών ωφελειών από το βέλτιστο μείγμα ΑΠΕ και αποθήκευσης. Πρόκειται για μια τυπική περίπτωση αδυναμίας της αγοράς (market coordination failure), την οποία μόνον το κράτος μπορεί να θεραπεύσει, προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, όπως συμβαίνει και με άλλα μεγάλης κλίμακας έργα υποδομής που απαιτούν κρατικές εγγυήσεις εισοδήματος, συντονισμό των επενδύσεων στην αγορά και μακροπρόθεσμη σταθερότητα των συνθηκών της αγοράς.

Η κρατική παρέμβαση σε τέτοιες περιπτώσεις διασφαλίζει τον ανταγωνισμό «για» την αγορά – δηλαδή για την ανάληψη μακροπρόθεσμων συμβάσεων – αντί για αποκλειστικό ανταγωνισμό «εντός» της αγοράς, όπου η ανάκτηση των επενδύσεων από ασταθή και αβέβαια έσοδα είναι τελικά ακριβότερη και λιγότερο αποτελεσματική από ό,τι μέσω συμβατικών μηχανισμών.

Η συνέχιση της προσέγγισης «laissez-faire», η οποία αποτελεί σήμερα το κυρίαρχο δόγμα της πολιτικής στην ενέργεια τώρα στην Ελλάδα, ενδέχεται να έχει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομικότητα, στην αξιοπιστία του συστήματος και στη συνολική αποτελεσματικότητα της πράσινης μετάβασης στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας.

Επιπλέον, η απουσία χρηματοοικονομικής ασφάλειας και χαμηλού κόστους χρηματοδότησης, την οποία καθιστούν δυνατή οι συμβάσεις διαφοράς, αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση της συγκέντρωσης της αγοράς και σε διεύρυνση των ανισοτήτων μεταξύ επενδυτών. Ο λόγος είναι ο εξής:

  • Οι μεγάλες επιχειρήσεις με καθετοποιημένες δομές μπορούν να διαχειριστούν καλύτερα τους κινδύνους της αγοράς και να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση με βάση ιδίους πόρους. Ως εκ τούτου, βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση για να υλοποιήσουν επενδύσεις σε μεγάλης κλίμακας έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και συναφείς υποδομές αποθήκευσης, ενισχύοντας περαιτέρω την ισχύ τους στην αγορά και προσφέροντας τιμολόγια που αντανακλούν τόσο το χαρτοφυλάκιο των πόρων τους όσο και επιπλέον αποδόσεις κόστους ευκαιρίας.

  • Παράλληλα, οι πολύ μικροί καταναλωτές που έχουν συγκεκριμένες ανάγκες μπορούν να δικαιολογούν μικρής κλίμακας επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές και αποθήκευση, προσαρμοσμένες στις δικές τους καταναλωτικές συνήθειες και να επιτύχουν αποδεκτή απόδοση του ιδιωτικού τους κεφαλαίου.

  • Ωστόσο, οι μεσαίου μεγέθους συμμετέχοντες στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων των ανεξάρτητων επενδυτών σε ανανεώσιμες και αποθήκευση, είναι οι πλέον ευάλωτοι. Στο πλαίσιο της ακολουθούμενης πολιτικής “laissez-faire” θα βρεθούν εκτός αγοράς, καθώς αδυνατούν να αναλάβουν τους κινδύνους που συνεπάγονται οι διακυμάνσεις της χονδρικής και, επομένως, να συνεχίσουν να επενδύουν, όπως έπρατταν κατά το παρελθόν, στο πλαίσιο ενός καθεστώτος εγγυημένων τιμών ή συμβάσεων διαφοράς.

Οι τρέχουσες τάσεις της αγοράς υποδηλώνουν ήδη ότι η αναντιστοιχία μεταξύ εγκατεστημένης ισχύος ανανεώσιμων και διαθέσιμης χωρητικότητας αποθήκευσης πρόκειται να αυξηθεί, καθώς τα φωτοβολταϊκά συστήματα συνεχίζουν να επεκτείνονται, ενώ οι επενδύσεις στην αιολική ενέργεια παραμένουν στάσιμες και οι επενδύσεις στην αποθήκευση καθυστερούν. Η ανισορροπία αυτή οφείλεται πρωτίστως στην έλλειψη κρατικής στήριξης για τη διασφάλιση χρηματοπιστωτικής ασφάλειας και συντονισμού των επενδύσεων.

Προσομοιώσεις της αγοράς, όπως έχουν παρουσιαστεί από διάφορους ερευνητές, συμπεριλαμβανομένων των προβλέψεων της Ricardo–E3Modelling, καταδεικνύουν με σαφήνεια ότι αποκλίσεις από το βέλτιστο μείγμα ανανεώσιμων και αποθήκευσης, όπως αυτό έχει προβλεφθεί στο εθνικό σχέδιο, θα οδηγήσουν σε σημαντικές οικονομικές απώλειες, αυξημένα φαινόμενα περικοπών παραγωγής (curtailment), ιδίως για τα φωτοβολταϊκά, εντονότερες απαιτήσεις εφεδρειών και υπηρεσιών εξισορρόπησης, καθώς και «επενδυτική παραπλάνηση» στον τομέα της αποθήκευσης.

Πράγματι, οι επενδυτές που κάνουν την «πρώτη κίνηση» στην αποθήκευση αναμένουν υψηλές αποδόσεις λόγω έλλειψης πόρων αποθήκευσης. Έτσι, παρασύρονται στην εσφαλμένη εκτίμηση ότι τα έσοδα από τη χονδρική αγορά επαρκούν μακροχρόνια και ότι οι συμβάσεις διαφοράς είναι περιττές. Μια τέτοια εσφαλμένη αντίληψη μπορεί να παραπλανήσει και τους επενδυτές που θα ακολουθήσουν μετά τους πρώτους, οι οποίοι, εφόσον επενδύσουν μαζικά σε δεύτερο χρόνο, θα αντιμετωπίσουν μειούμενες αποδόσεις, διαβρώνοντας συγχρόνως και τις αποδόσεις των πρώτων επενδυτών, τελικά θέτοντας σε κίνδυνο τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα όλων των επενδύσεων στην αποθήκευση.

Με άλλα λόγια, η απουσία συνολικού, συντονισμένου κρατικού σχεδιασμού και η έλλειψη εισοδηματικής ασφάλειας θα αναιρέσουν τις θετικές εξωτερικότητες μιας βέλτιστης και από κοινού ανάπτυξης ανανεώσιμων και αποθήκευσης. Αυτό θα υπονομεύσει τις τιμές για τους καταναλωτές, θα διαταράξει τη σταθερότητα του συστήματος και θα απειλήσει τη συνολική επιτυχία της πράσινης μετάβασης.

Μόνον εφόσον η κρατική πολιτική επαναφέρει και ενισχύσει το καθεστώς των συμβάσεων διαφοράς, ως μέσο στήριξης, συντονισμού και προγραμματισμού των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές και αποθήκευση, θα μπορέσει η πράσινη μετάβαση να ανταποκριθεί στην υπόσχεσή της για πιο προσιτή και καθαρή ηλεκτρική ενέργεια. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η συντριπτική πλειονότητα των λοιπών κρατών‑μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακολουθεί πολιτική που βασίζεται σε συμβάσεις διαφοράς, όπως προβλέπει και η πρόσφατη Ευρωπαϊκή Οδηγία για την Ηλεκτρική Ενέργεια. Δεν υφίστανται ουσιαστικά εμπόδια κρατικών ενισχύσεων ούτε άλλα ρυθμιστικά προσκόμματα. Οι γειτονικές προς την Ελλάδα χώρες εφαρμόζουν, επίσης, πολιτικές με βάση κρατική στήριξη εγγύησης εσόδων μέσω συμβάσεων διαφοράς.

Περαιτέρω, η θέσπιση ενός μηχανισμού διασφάλισης εισοδήματος για τις ανανεώσιμες πηγές και την αποθήκευση, στο πλαίσιο διμερών συμβάσεων διαφοράς που βασίζονται στη δυνητική ισχύ (capacity) και όχι στην πραγματική παραγωγή (injection), μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην επίτευξη του χαμηλότερου δυνατού κόστους χρηματοδότησης. Κορυφαίες ευρωπαϊκές ρυθμιστικές αρχές και ερευνητικά ιδρύματα έχουν ήδη ταχθεί υπέρ συμβάσεων που θεμελιώνονται στη δυνητική δυναμικότητα. Αν και η προσέγγιση αυτή χρήζει περαιτέρω εξειδίκευσης και νομικής θωράκισης, αποτελεί, επί του παρόντος, το μοναδικό ρεαλιστικό εργαλείο για τη διατήρηση υψηλών επιπέδων επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές και αποθήκευση και για την αντιμετώπιση του φαινομένου του λεγόμενου «κανιβαλισμού» των τιμών, που λειτουργεί αποτρεπτικά για νέες επενδύσεις.

Όσο αυξάνεται η διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της αποθήκευσης στο σύστημα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για τη διατήρηση σχετικά ανενεργών μονάδων παραγωγής, οι οποίες λειτουργούν σπάνια, αλλά είναι απολύτως αναγκαίες για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Οι μονάδες αυτές πρέπει να είναι ιδιαίτερα ευέλικτες, με δυνατότητα γρήγορης αύξησης ή μείωσης της ισχύος, ταχείας απόκρισης σε εντολές εκκίνησης και παύσης λειτουργίας και χαμηλού μεταβλητού κόστους.

Η διατήρηση τέτοιων ευέλικτων πόρων παραγωγής συνεπάγεται ουσιαστικά την κάλυψη σταθερών κεφαλαιουχικών δαπανών, επενδύσεων και συντήρησης. Όπως και σε άλλες περιπτώσεις κρίσιμων υποδομών, ο βέλτιστος τρόπος διασφάλισης αυτής της υποδομής είναι η σύναψη μακροχρόνιων διμερών συμβάσεων, όχι η αποκλειστική εξάρτηση από έσοδα στις βραχυπρόθεσμες αγορές spot.

Η πρόσφατη ευρωπαϊκή νομοθεσία έχει ήδη άρει ή μετριάσει τα εμπόδια κρατικών ενισχύσεων για τους μηχανισμούς αποζημίωσης ισχύος (capacity remuneration mechanisms), με σκοπό να προσφέρει στο σύστημα την αναγκαία ευελιξία και αξιοπιστία, μέσω διμερών συμβάσεων που προκύπτουν από ετήσιους μειοδοτικούς διαγωνισμούς. Οι μηχανισμοί αυτοί μπορούν να συνδυαστούν με ρήτρες ανάκτησης υπερ-εσόδων (clawback clauses), γνωστές και ως συμβάσεις με δικαιώματα αξιοπιστίας (reliability options), για την παροχή πρόσθετης προστασίας απέναντι στις διακυμάνσεις των τιμών χονδρικής.

Και εδώ, η κατάλληλη κρατική παρέμβαση αποτελεί τον καταλύτη για τον συντονισμό της αγοράς και την επίτευξη οικονομικώς αποδοτικών αποτελεσμάτων.

Υπό τη νέα δομή κόστους, όπου το CAPEX (επενδυτικές δαπάνες κεφαλαίου) υπερτερεί συντριπτικά του OPEX (λειτουργικές δαπάνες), η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας οφείλει να βασίζεται πρωτίστως σε διμερείς συμβάσεις για να είναι βιώσιμη και οικονομικά αποδοτική. Ωστόσο, ένα μοντέλο που στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε ιδιωτικές διμερείς συμβάσεις, χωρίς οργανωμένη αγορά συμβολαίων ή κρατικές εγγυήσεις, είναι πιθανό να συνεπάγεται κινδύνους και αστάθεια ανάλογη των σημερινών βραχυπρόθεσμων αγορών.

Κατά συνέπεια, η αγορά μακροχρόνιων συμβολαίων θα πρέπει να υιοθετήσει τη δομή μίας ρυθμιζόμενης, οργανωμένης αγοράς συμβάσεων, η οποία θα επιτρέπει σε ιδιώτες πωλητές και καταναλωτές να έχουν αποτελεσματική πρόσβαση στις διμερείς συμβάσεις που συνάπτει το κράτος με παραγωγούς, επιλεγμένους μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών, και οι οποίοι απολαμβάνουν εγγυήσεις εσόδων. Η προσέγγιση αυτή ελαχιστοποιεί το κόστος οικονομικού κινδύνου και μεγιστοποιεί την οικονομική αποδοτικότητα της πράσινης μετάβασης.

Η αγορά αυτή έχει προταθεί στη διεθνή βιβλιογραφία με την ονομασία «Renewable Pool – RE‑Pool» και σε ορισμένες παραλλαγές της ως «Green Pool».1,2,3,4,5,6,7

Το RE‑Pool μπορεί να ακολουθήσει τις εξής βασικές αρχές σχεδιασμού:

  • Για τους παραγωγούς ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης, το κράτος παρέχει μακροχρόνιες συμβάσεις που λειτουργούν ως εγγυήσεις για ένα προβλέψιμο ετήσιο εισόδημα σε βάθος μεγάλης χρονικής περιόδου, συμβάλλοντας έτσι στην αποπληρωμή του επενδυτικού κόστους με τον φθηνότερο τρόπο. Οι συμβάσεις αυτές λαμβάνουν τη μορφή αμφίδρομων συμβάσεων διαφοράς (two‑way CfD). Το κράτος συνάπτει τις εν λόγω συμβάσεις με τους νικητές διαγωνισμών. Οι συμβάσεις αυτές δεν μένουν στα χέρια του κράτους, αλλά κατάλληλα μετασχηματισμένες μεταπωλούνται σε ιδιώτες στο πλαίσιο της οργανωμένης αγοράς συμβάσεων RE-Pool.

  • Παλαιότερα καθεστώτα στήριξης των ανανεώσιμων πρέπει, κατόπιν μετατροπής σε σύγχρονες συμβάσεις CfD, να ενταχθούν στη νέα οργανωμένη αγορά συμβάσεων, με εξαίρεση ορισμένες παλαιές και ακριβότερες συμβάσεις, οι οποίες θα συνεχίσουν υπό προγενέστερο καθεστώς. Με τον τρόπο αυτό, το σύνολο των συμβάσεων της νέας αγοράς, αποτελούμενου από ένα μείγμα νέων και παλαιών CfD, επιτυγχάνει την απαραίτητη ρευστότητα και ποικιλομορφία.

  • Ο διαχειριστής της αγοράς REPool ενοποιεί τις επιμέρους συμβάσεις CfD και τις ανακατανέμει σε νέες τυποποιημένες συμβάσεις με ποικιλία χαρακτηριστικών, τις οποίες διαθέτει μέσω της οργανωμένης αγοράς σε προμηθευτές και μεγάλους καταναλωτές. Οι τυπικές νέες συμβάσεις μπορεί να διαφοροποιούνται ως προς το μέγεθος, τη διάρκεια και τη σύνθεσή τους, ώστε να ανταποκρίνονται στις προτιμήσεις των αγοραστών, συμπεριλαμβανομένων υβριδικών χαρτοφυλακίων (συνδυασμός τεχνολογιών και προφίλ παραγωγής). Μέρος των πόρων του REPool μπορεί να κατανέμεται σε προμηθευτές βάσει ποσοστώσεων, ενώ άλλοι πόροι μπορούν να διατίθενται μέσω δημοπρασιών, ανάλογα με τη «διάθεση πληρωμής» (willingness to pay) των αγοραστών για πράσινα προϊόντα ή πιστοποιητικά. Ένα τμήμα των πόρων του REPool μπορεί, επίσης, να δεσμεύεται ειδικά για τη βαριά βιομηχανία, υπό προνομιακούς όρους.

  • Δεδομένου ότι το REPool περιλαμβάνει πόρους παραγωγής με διαφορετικά χρονικά προφίλ λειτουργίας, καθώς και σημαντικές δυνατότητες αποθήκευσης και, στο μέλλον, πόρους από κατανεμόμενους σταθμούς παραγωγής (dispatchable units), καθίσταται εφικτή η δημιουργία ωριαίων προφίλ κάλυψης της ζήτησης που διασφαλίζουν, όπου είναι δυνατόν, βεβαιότητα παροχής ισχύος. Είναι, συνεπώς, κρίσιμο να διασφαλιστεί υψηλή ρευστότητα στο REPool, δηλαδή επαρκής ποικιλομορφία χρονικών προφίλ λειτουργίας και ένα εύρος εγγυημένα διαθέσιμων δυναμικοτήτων.

Σε τελική ανάλυση, το RE‑Pool παρέχει αντιστάθμιση σε όλους τους καταναλωτές έναντι των διακυμάνσεων των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας, με βάση τους όγκους παραγωγής, τη διαθέσιμη χωρητικότητα αποθήκευσης και τα προφίλ διαθεσιμότητας ενέργειας που συγκεντρώνονται συλλογικά στην οργανωμένη αγορά συμβάσεων. Έτσι, οι καταναλωτές τιμολογούνται από τους προμηθευτές τους, κατά κανόνα, εν μέρει με βάση τον σταθμισμένο μέσο όρο των τιμών των διμερών συμβάσεων, οι οποίες, στο πλαίσιο της πράσινης μετάβασης, θα τείνουν να αποτελέσουν το μεγαλύτερο μέρος της τελικής τιμής, ενώ το υπόλοιπο μέρος της τιμής θα εξαρτάται από τις βραχυπρόθεσμες τιμές χονδρικής, οι οποίες κυρίως αντικατοπτρίζουν το κόστος ενέργειας εξισορρόπησης και διαθεσιμότητας ισχύος, αποτελώντας έτσι μικρό ποσοστό της τελικής τιμής για τον καταναλωτή.

Όσον αφορά τους προνομιακούς όρους των συμβάσεων που κατανέμονται στη βαριά βιομηχανία, το RE‑Pool μπορεί να δεσμεύσει ένα τμήμα των πλέον ανταγωνιστικών πόρων του για τον καθορισμό προσιτών τιμών προς βιομηχανικούς καταναλωτές. Για τον ίδιο σκοπό, οι αντίστοιχες συμβάσεις CfD μπορούν να συνοδεύονται από ειδικά προνόμια, όπως προτεραιότητα σύνδεσης στο σύστημα, διευκολύνσεις αδειοδότησης, επιδοτήσεις ή άλλα ρυθμιστικά οφέλη. Για να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων, η παροχή προνομιακά χαμηλών τιμών στα προϊόντα του RE‑Pool προς τις ενεργοβόρες βιομηχανίες θα πρέπει να συνδέεται με δεσμευτικά προγράμματα μείωσης του ανθρακικού αποτυπώματός τους και με ενίσχυση της ενεργειακής τους απόδοσης.

Για το κράτος, η διαχείριση του RE‑Pool και ο συμβάσεις διαφορών εγγυημένου εισοδήματος είναι δημοσιονομικά ουδέτερη, με εξαίρεση τις περιπτώσεις ενδεχόμενης αθέτησης υποχρεώσεων βάσει των διμερών συμβάσεων. Σε σχέση με αυτόν τον κίνδυνο, ο κανονισμός λειτουργίας του RE‑Pool και οι σχετικές συμβάσεις με τους πωλητές θα πρέπει να περιλαμβάνουν διατάξεις που θα μετριάζουν τον χρηματοοικονομικό κίνδυνο για το Δημόσιο.

Συνοψίζοντας, η πράσινη μετάβαση μεταβάλλει ριζικά τη δομή κόστους της ενέργειας: από ένα σύστημα που εξαρτάται κυρίως από το κόστος καυσίμων και λειτουργεί βάσει οριακού κόστους, σε μία νέα οικονομική δομή όπου το κόστος εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από το επενδυτικό κεφάλαιο και τη χρηματοδότησή του. Επιπλέον, το κόστος ενέργειας θα εξαρτάται και από την βελτιστοποίηση του μείγματος, τόσο τεχνολογιών παραγωγής ΑΠΕ, όσο και επάρκειας δυναμικότητας αποθήκευσης αλλά και ευελιξίας εξισορρόπησης. Τόσο η φτηνή χρηματοδότηση των επενδύσεων και ο βέλτιστος συντονισμός των επενδύσεων δεν μπορούν να επιτευχθούν χωρίς κρατική παρέμβαση. Είναι, συνεπώς, ζωτικής σημασίας, για την οικονομική επιτυχία της πράσινης μετάβασης και για τον περιορισμό των επιπτώσεων στους καταναλωτές, να μεταρρυθμιστεί η δομή της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Η μεταρρύθμιση αυτή πρέπει να στοχεύει στη μείωση της βαρύτητας των βραχυπρόθεσμων αγορών ενέργειας και στην ενίσχυση των μακροπρόθεσμων αγορών, στις οποίες επικρατούν σταθερές τιμές και παρέχεται επαρκής ορατότητα των μελλοντικών συνθηκών. Κατά συνέπεια, η αγορά μακροχρόνιων συμβολαίων οφείλει να λάβει τη μορφή ρυθμιζόμενης αγοράς, μέσω της οποίας θα μεταφέρονται αποτελεσματικά σε ιδιώτες πωλητές και καταναλωτές οι διμερείς συμβάσεις που συνάπτει το κράτος με παραγωγούς, επιλεγμένους μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών, στους οποίους παρέχονται εγγυήσεις εσόδων. Με τον τρόπο αυτό, το κόστος οικονομικού κινδύνου ελαχιστοποιείται και η οικονομική αποδοτικότητα της πράσινης μετάβασης μεγιστοποιείται.

_______

Ο Παντελής Κάπρος είναι Ομότιμος Καθηγητής Ενεργειακής Οικονομίας στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο.

Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις εμπειρίες του 2025, τις προκλήσεις και τις προσδοκίες για το 2026.

 

1 Neuhoff Karsten, et al. (2023) “Contracting matters: Hedging producers and consumers with a renewable energy pool”, DIW Discussion Papers, NO 2035, German Institute for Economic Research (DIW Berlin), available at https://hdl.handle.net/10419/272222

2 Grubb Michael et al. (2022) “Separating electricity from gas prices through Green Power Pools: Design options and evolution”, UCL Institute for Sustainable Resources, Working Paper #4, available at https://www.ucl.ac.uk/bartlett/sustainable/sites/bartlett_sustainable/f…

3 Enervis (2021) “The Green Pool: A concept for decarbonizing the electro-intensive industry of Greece”, Report 10.03.2021

4 Benedettini Simona, Carlo Stagnaro (2022) “Europe’s decoupling of electricity and gas prices: the crisis is temporary, so why do it?”, https://energypost.eu/europes-decoupling-of-electricity-and-gas-prices-…

5 Capros Pantelis (2022) “A Power Market Design to Decouple Electricity Prices from Soaring Natural Gas Prices”, Working Paper, E3Modelling SA, submitted as a supporting document to the European Council of July 26, 2022.

6 Fabra Natalia (2022) “Electricity Markets in Transition: A proposal for reforming European electricity markets”, EEL Working Paper.

7 Newbery David (2023) “Designing Efficient Renewable Electricity Support Schemes. The Energy Journal”, Vol 44, No 3.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM