Δρ. Παντελής Βογιατζής: Ο εθνικός περιβαλλοντικός σχεδιασμός παραμένει ζητούμενο
Με αφορμή το νομοσχέδιο της Υπουργού Περιβάλλοντος κ. Τίνας Μπιρµπίλη για τη βιοποικιλότητα δημιουργήθηκε δικαιολογημένα μεγάλη αναστάτωση στους κατοίκους των οποίων οι περιοχές έχουν ενταχθεί στο δίκτυο Νatura 2000, δηλαδή στις διατάξεις της Κοινοτικής Οδηγίας 92/43/ΕΚ (Council Directive 92/43/EEC of 21 May 1992 on the conservation of natural habitats and of wild fauna and flora).
Ακούμε και διαβάζουμε πολλές διαφορετικές απόψεις και θέσεις από τους πολιτικούς φορείς, τους βουλευτές, τους οικολόγους, τους οικολογούντες, αλλά και όλους εκείνους που εμπλέκονται ή θίγονται κατά τον ένα ή άλλο τρόπο από το νομοσχέδιο. Φυσικά δεν πρέπει να αφήσω έξω, καθόσον πρωτοστατούν, τις Μη Κερδοσκοπικές Οργανώσεις που χωρίς αμφιβολία παράγουν πολιτική. Η συζήτηση επικεντρώνεται συνήθως από αμφότερες τις πλευρές (τους υποστηρικτές του νομοσχεδίου και τους αντιδρώντες) σε δύο τρία σημεία του νομοσχεδίου. Από τους δεύτερους προβάλλεται ως αρνητικό επιχείρημα η αύξηση της αρτιότητας δόμησης από τα τέσσερα στρέμματα στα δέκα, αλλά και τα γενικά και ισοπεδωτικά μέτρα για όλες τις περιοχές, χωρίς να εξετάζονται οι ιδιαιτερότητες της κάθε μιας ξεχωριστά. Οι υποστηρικτές αναφέρονται γενικά στο περιβάλλον και την προστασία του και πόσο καλό είναι το δίκτυο Νatura. Άκουσα μάλιστα στο Ραδιόφωνο από νυν Πρόεδρο μη Κυβερνητικού Οργανισμού για το περιβάλλον να ζητά τη σημαντική αύξηση του μεγέθους της άρτιας για δόμηση επιφάνειας. Θα μπορούσα να συμφωνήσω απόλυτα μαζί του να αυξηθεί και στο τετραγωνικό χιλιόμετρο και απεριόριστα ακόμη, αλλά όταν πρόκειται για δάση και δασικές εκτάσεις που έτσι και αλλιώς απαγορεύεται η δόμηση, αφού προστατεύονται από το ίδιο το Σύνταγμα. Υπάρχουν όμως και περιοχές του δικτύου που περικλείουν εκτάσεις που έχουν ενταχθεί στο ΓΠΣ, περιουσίες πολιτών, περιοχές όπου συντελούνται πολλές και διαφορετικές δραστηριότητες των κατοίκων. Δεν είναι δυνατόν να μην λαμβάνεται ειδική νομοθετική μέριμνα για τις τελευταίες. Άλλωστε αυτές οι γενικεύσεις πολλές φορές έχουν φέρει την Ελλάδα σε δύσκολες καταστάσεις.
Εύκολα μπορεί να κατανοήσει ο καθένας τη λογική από τις ακρότητες, αρκεί να έχει διάθεση να ενημερωθεί σφαιρικά. Στο σημείο αυτό επιθυμώ να θέσω εμβόλιμα και το άλλο, αλλά πάντοτε επίκαιρο εθνικό θέμα που επηρεάζει σημαντικούς τομείς της οικονομίας και όχι μόνον. Πρόκειται για τις «γυμνές» εκτάσεις που καλύπτονται από υποτυπώδη βλάστηση, τους πάλαι ποτέ περιβόητους φρυγανότοπους, ή τους «ψευτοθαμνότοπους» που η Ελλάδα, λόγω γεωγραφικής θέσης, έχει αρκετούς και οι οποίοι προστατεύονται ακόμη και σήμερα ως να ήταν συμπαγή δάση από το εν ισχύ νομοθετικό πλαίσιο δημιουργώντας σημαντικά προβλήματα. Παραδείγματα, πάρα πολλά στις Κυκλάδες, ολόκληροι οικισμοί κτίστηκαν και κτίζονται στις λιγοστές γόνιμες βαθμίδες (πεζούλια) με αποτέλεσμα να χαθούν οι καλλιέργειες, οι αμπελώνες της Σαντορίνης οι ρεβυθώνες της Σίφνου, τα θερμοκήπια της Σύρου και από πάνω να ... χάσκουν τα «τσουκάρια» με υψηλότατο μάλιστα βαθμό προστασίας, ως να είναι συμπαγή δάση. Έχουμε ανάγει, το σεβαστό κατά τα άλλα αγκάθι, την αστιβίδα (κοινώς αφάνα) και τη λαδανιά σε ισοδύναμα της ελάτης, της οξυάς, ή παραποτάμιων δασών και άλλων οικοσυστημάτων που χρήζουν προστασίας. Επίσης βλέπουμε και θα δούμε προσεχώς σημαντικό αριθμό φωτοβολταικών πάρκων να ξεφυτρώνουν στο περιορισμένης έκτασης γόνιμο έδαφος της πατρίδας μας, στο κάμπο της Θεσσαλίας και αλλού, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να στερείται πολύτιμης παραγωγικής γης, που της είναι απολύτως χρήσιμη για την ανάπτυξη και την επιβίωσή της σε τελική έκβαση και πιο πάνω να προστατεύονται αποτελεσματικά τα «τσουκάρια». Πριν περίπου δύο δεκαετίες, πολλοί αντέδρασαν σε σχετικό νομοσχέδιο που ρύθμιζε κάποια τέτοια σημαντικά προβλήματα, με τον ισχυρισμό ότι θα καταστρεφόταν περιβαλλοντικά η Ελλάδα. Πρόκειται για το γνωστό στους ειδικούς νομοσχέδιο «περί οριοθέτησης των βοσκοτόπων». Τελικά το νομοσχέδιο έγινε νόμος, για να παραμένει ανενεργός από την πρώτη ημέρα που τέθηκε σε ισχύ με την ευθύνη όλων των αρμοδίων για την επιβολή του Φορέων.
Πως έχει λοιπόν το θέμα με την Κοινοτική Οδηγία 92/43/ΕΚ βάσει της οποίας θεσπίστηκε το δίκτυο Νatura 2000. Είναι λογικό και απαραίτητο θα πρόσθετα, η Ευρωπαϊκή Ένωση να θεσπίζει μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος και τα Κράτη – Μέλη να προτείνουν τέτοιες περιοχές, αλλά και να είναι σε θέση να μπορούν στη συνέχεια να επιβάλλουν τα μέτρα προστασίας των περιοχών που εντάσσονται στο προστατευτικό δίκτυο. Με σημαία το πρώτο και ... «βλέπουμε και κάνουμε» για το δεύτερο, το αρμόδιο Υπουργείο προχώρησε υποτυπωδώς στο σχεδιασμό, την εισήγηση και τώρα στην υλοποίηση των συμβατικών υποχρεώσεων προστασίας της φύσης που αναλαμβάνει η Ελλάδα ως αντιστάθμισμα των λίγων ή περισσότερων πόρων που θα εισπράξει από τον αρμόδιο Κοινοτικό Φορέα. Οι περιοχές λοιπόν που με τον τρόπο αυτό πρότεινε η Ελλάδα να συμπεριληφθούν στο δίκτυο Νatura στα πλαίσια της σχετικής Κοινοτικής Οδηγίας έχουν γίνει αποδεκτές από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και μάλιστα έχουν εγκριθεί και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Τα ερωτήματα εδώ είναι πολλά και σημαντικά. Eγινε με βάση κεντρικό εθνικό περιβαλλοντικό σχεδιασμό και συντονισμένες ενέργειες των συναρμόδιων Υπουργείων ή έτσι για να δηλώσουμε ότι προστατεύουμε τη φύση; Ο αρμόδιος Φορέας έπραξε ορθά και πρότεινε το 27% της επικράτειας να ενταχθεί στο δίκτυο Νatura; Γιατί δεν πρότεινε το 20% ή το 10% της επικράτειας ή μικρότερο ποσοστό επιφάνειας, όπως έπραξαν τα άλλα Κράτη – Μέλη της Ευρωπαικής Ενωσης; Πληρούν στο σύνολό τους οι περιοχές αυτές τις πραγματικές προυποθέσεις της Κοινοτικής Οδηγίας αναφορικά με τα επιστημονικά κριτήρια ένταξης; Προστατεύονται επαρκώς από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο οι συγκεκριμένες περιοχές ή χρήζουν περαιτέρω προστασίας; ΄Εχει εξασφαλιστεί η συναίνεση των κατοίκων των περιοχών που ζουν και δραστηριοποιούνται μέσα στις περιοχές αυτές;
Σύμφωνα με την Κοινοτική Οδηγία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν επιβάλει ούτε προτείνει συγκεκριμένα μέτρα, αλλά κάθε Κράτος – Μέλος δημιουργεί εκείνα τα προστατευτικά μέτρα που θεωρεί αποτελεσματικά για κάθε περιοχή. Δηλαδή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν επιβάλει να επεκταθεί η αρτιότητα της δόμησης από τα τέσσερα στρέμματα στα δέκα, ούτε άλλα συναφή μέτρα χωροταξικού σχεδιασμού. Το αρμόδιο Υπουργείο δεν πρέπει να λύσει το (χωρίς καμμιά αμφιβολία υπαρκτό) χωροταξικό πρόβλημα, μέσα από ένα νομοσχέδιο που αφορά την βιοποικιλότητα, αφού ενδεχομένως να προκαλέσει απρόβλεπτες καταστάσεις. Η Ελλάδα και το αρμόδιο Υπουργείο είναι εκείνο που θα λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την επιβολή προστατευτικών κανόνων στις περιοχές που έχει εντάξει στο δίκτυο. Θα μπορούσε για παράδειγμα τα μέτρα να είναι διοικητικά, ποινικά, ρυθμιστικά ακόμη και απλή παραπομπή στο υφιστάμενο καθεστώς του αυστηρού ομολογουμένως νομοθετικού πλαισίου που διέπει τα δάση και τις προστατευόμενες περιοχές. Τίποτε δεν είναι προκαθορισμένο ή ζητούμενο από την ίδια την Οδηγία. Άρα το ΥΠΕΚΑ έχει ευρύ πεδίο καθορισμού των προστατευτικών μέτρων, χωρίς συγκεκριμένες υποχρεώσεις ή δεσμεύσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση με το νομοσχέδιο αυτό το ΥΠΕΚΑ προτείνει γενικά μέτρα για όλες τις περιοχές, χωρίς να εξετάζει τις ιδιαιτερότητες της κάθε μιας ξεχωριστά. Δηλαδή, όπως προανέφερα, υπάρχουν περιοχές του δικτύου που ενδεχομένως να αποτελούνται από συμπαγή δημόσια δάση και δασικές εκτάσεις και άλλες που περικλείουν περιοχές που έχουν ενταχθεί στο πολεοδομικούς σχεδιασμούς, περιουσίες πολιτών, περιοχές όπου συντελούνται πολλές και διαφορετικές δραστηριότητες των κατοίκων κ.λ.π. Δεν είναι δυνατόν να μην λαμβάνεται ειδική νομοθετική μέριμνα για τις τελευταίες.
Κατά συνέπεια η πρόταση της Ελλάδας για την ένταξη του 27% της επικράτειας στο δίκτυο Νatura είναι εντελώς αυθαίρετη και γίνεται εύκολα κατανοητό όταν συγκρίνεται αυτό το ποσοστό με εκείνα των άλλων Κρατών – Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πολλοί ισχυρίζονται ότι συμπεριλαμβάνονται και οι προστατευόμενες περιοχές, όπως οι εθνικοί δρυμοί και ότι οι νέες περιοχές που εντάσσονται στο δίκτυο να είναι της τάξεως του 10%. Η απάντηση είναι ότι κανείς δεν επιβάλει το μέγεθος του δικτύου, ούτε υφίσταται κάποια συμφωνία προκειμένου να γεμίσουμε κουτάκια περιβαλλοντικής αγάπης και ευαισθησίας. Το βασικό όμως ερώτημα γύρω από το οποίο στρέφεται όλο το θέμα, αν και απλό, παραμένει αναπάντητο. Για ποιο σκοπό εντάξαμε το 27% της ελληνικής επικράτειας στο δίκτυο Νatura 2000; Μήπως έχει αποδειχθεί ότι δεν προστατεύεται επαρκώς από κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο; Το εντάξαμε στην Κοινοτική Οδηγία 92/43/ΕΚ (δίκτυο Νatura 2000) για να προστατευθεί αποτελεσματικά; Οχι φυσικά, αυτό δεν συμβαίνει σε καμιά περίπτωση. Ίσως, άλλοι λόγοι μας οδήγησαν να προβούμε στην ενέργεια αυτή, αφού είναι διαπιστωμένο ότι το εθνικό νομοθετικό πλαίσιο για τα δάση και οι προστατευτικοί της φύσης νόμοι περισσεύουν στην Ελλάδα. Είναι πολλοί και αυστηροί που (σοβαρολογώ) χρειάζεται επειγόντως η Πολιτεία να τους κωδικοποιήσει. Το εθνικό νομοθετικό πλαίσιο για τους εθνικούς δρυμούς και τις άλλες προστατευόμενες περιοχές, τα δάση και τις δασικές εκτάσεις είναι ίσως από τα ποιο αυστηρά στον πλανήτη. Επιπρόσθετα η Ελλάδα έχει κυρώσει με αντίστοιχους νόμους όλες σχεδόν τις διεθνείς συμβάσεις για την προστασία του περιβάλλοντος. Όλα όμως αυτά σε μεγάλο βαθμό παραμένουν ως νομοθετικά «σκιάχτρα» τα οποία επικαλείται κατά καιρούς η Διοίκηση όταν «στριμώχνεται» ή οι νομικοί όταν επιχειρηματολογούν. Εκείνο που διαπιστωμένα δεν περισσεύει και χρειάζεται όσο τίποτε άλλο η Ελλάδα είναι η επιβολή των διατάξεων και κανόνων προστασίας. Αυτοί επιβάλλονται μόνον με σωστά θεσμοθετημένους μηχανισμούς επιβολής που δυστυχώς δεν απέκτησε μέχρι σήμερα η Ελλάδα, ούτε σε ότι αφορά τη δομή τους, αλλά ούτε και στην εξειδίκευσή τους. Τι λοιπόν έχει να προσθέσει η Κοινοτική Οδηγία ως προς την έκτασή της στην Ελλάδα; Τι μας έχει προσφέρει την τελευταία διετία; Η απάντηση προφανής. Ενώ το νομοθετικό πλαίσιο είναι πλήρες προστατευτικών ρυθμίσεων και αυστηρών διατάξεων, η Ελλάδα δημιούργησε πρόσθετες υποχρεώσεις με την ένταξη μεγάλων για το μέγεθός της εκτάσεων στο δίκτυο Νatura, προκαλώντας τις τοπικές κοινωνίες που ζουν και δραστηριοποιούνται στις περιοχές αυτές, η συναίνεση των οποίων έχει «υποκλαπτεί» μέσα από πολύ πρόχειρες και χωρίς ουσιαστική ενημέρωση, θα μπορούσα να τις χαρακτηρίσω υποτυπώδεις, διαβουλεύσεις Νομαρχιακών Συμβουλίων.
Γενικότερα, εύκολα διαπιστώνεται από πολλούς ότι η Ελλάδα έχει βυθιστεί εδώ και χρόνια στον τομέα της κακώς εννοούμενης περιβαλλοντικής πολιτικής, όπου θεμελιώδεις όροι, όπως προστασία και αειφορική διαχείριση των φυσικών πόρων, χάνουν το νόημά τους ή ερμηνεύονται αυθαίρετα. Αυτό συμβαίνει συνήθως σε κράτη με υποτυπώδη ή πρόχειρη Εθνική Περιβαλλοντική Πολιτική. Στις χώρες αυτές τα … ευγενή μη – κερδοσκοπικά σωματεία / οργανώσεις ευδοκιμούν και παράγουν πολιτική αντί του εντεταλμένου Υπουργείου. Το δίκτυο Νatura σχεδιάστηκε στην Ελλάδα, χωρίς να έχει μελετηθεί επαρκώς η σκοπιμότητα της προστασίας κάθε μιας περιοχής μέσα στο πλαίσιο ενός συνολικού Εθνικού Περιβαλλοντικού Σχεδιασμού, ενέργειες που συνήθως καταλήγουν σε οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα.
Θα πρότεινα λοιπόν να συσταθεί ένας Κεντρικός Διυπουργικός Φορέας για το περιβάλλον που να σχεδιάσει την πολιτική του σήμερα και του αύριο. Η περιβαλλοντική πολιτική στην Ελλάδα, όπως διδάσκεται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και συντηρείται στην πράξη από τη Διοίκηση, είναι στραμένη σε λάθος κατεύθυνση, δηλαδή στη ξυλοπονία και την αναψυχή, την ώρα που προηγμένες χώρες αναλύουν τις Διεθνείς Συμβάσεις και ανοίγουν ορίζοντες στο χρηματιστήριο των ρύπων και τη μείωση του CO2 με κατάλληλες διαχειριστικές μελέτες και πιστοποιημένα δάση, ερευνούν και προστατεύουν τη βιοποικιλότητα, αλλά και «πατεντάρουν» τα ενδημικά είδη και παράγωγά τους, στρέφονται σε ουσιαστικές κινήσεις πάταξης του παράνομου εμπορίου των ειδών της άγριας πανίδας και της αυτοφυούς χλωρίδας, γιατί οι μηχανισμοί επιβολής λειτουργούν, όταν στη Ελλάδα έχουμε καθημερινό ... πανηγύρι παρανομίας σε πολλά pet shops, στο παζάρι του Πειραιά – Σχιστού και σε πολλά άλλα μέρη της επικράτειας. Είναι πολλά που πρέπει να γίνουν, αλλά και άλλα σημαντικά που μας προσπερνούν.
Αναφορικά με την Οδηγία θα πρότεινα την προσωρινή απόσυρση του νομοσχεδίου, προκειμένου να συσταθεί ο Κεντρικός Διυπουργικός Φορέας για το περιβάλλον. Μέχρι τότε το ΥΠΕΚΑ να εξετάσει εξειδικευμένα και όχι γενικά προστατευτικά μέτρα που προκαλούν τις τοπικές κοινωνίες και ενδεχόμενα να αποφέρουν αντίθετα αποτελέσματα. Υπάρχει πλήθος από μέτρα που είναι εφικτό να ενταχθούν αποτελεσματικά στο πλαίσιο της Οδηγίας για το δίκτυο Natura, αλλά και άλλα εξειδικευμένα για την κάθε μία περιοχή ξεχωριστά. Σε κάθε περίπτωση ζητούμενο είναι η σύνταξη ολοκληρωμένης περιβαλλοντικής διαχειριστικής μελέτης για κάθε εντασσόμενη έκταση και με βάση αυτές οφείλει η Πολιτεία να «κτίσει» το νομοθετικό της έργο. Υπάρχει κατά την άποψή μου επαρκής χρόνος για να γίνουν όλα αυτά. Όχι βιασύνες που δημιουργούν προχειρότητες και κοινωνικές αδικίες, γιατί όλα αυτά ζημιώνουν πρώτιστα το περιβάλλον και ακολούθως την εθνική οικονομία. Επειδή η έκταση που έχει ενταχθεί στο δίκτυο ομολογουμένως είναι υπερβολική αναλογικά με το μέγεθος της Ελλάδα, πλέον του ενός τετάρτου της επικράτειας, θα ήταν σκόπιμο με την εκπνοή της πρώτης εξαετίας και τη σύνταξη της προβλεπόμενης από το άρθρο 17 της Κοινοτικής Οδηγίας Έκθεση, να ζητηθεί η απένταξη συγκεκριμένων περιοχών που προτάθηκαν προς ένταξη στο δίκτυο Natura με πολύ πενιχρά κριτήρια και υπερβολές. Είναι εκείνες οι περιοχές των οποίων οι κάτοικοι δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι «χάνουν» τις περιουσίες τους και περιορίζονται οι καθημερινές δραστηριότητές τους, συρρικνώνεται η οικονομία τους και θα εισέλθουν σε απροσδιόριστη περίοδο ύφεσης για να προστατευθεί κάποιο άγριο ζώο ή φυτό στην περιοχή τους και ακόμη πιο σημαντικό δεν θα πειστούν ότι η ενέργεια αυτή αποτελεί μονόδρομο και δεν υπάρχει άλλος τρόπος προστασίας. Και μην πει κάποιος ότι η ένταξη των περιοχών αυτών θα δώσει άμεση αναπτυξιακή ώθηση στις περιοχές αυτές, γιατί ακόμη και να συμβεί θα έρθει μετά από δεκαετίες και σύμφωνα με τις εμπειρίες που έχουμε αποκομίσει μέχρι σήμερα δεν γίνεται πιστευτό. Αντιλαμβάνομαι ότι είναι δύσκολο για την Ελλάδα να βρεθεί ανακόλουθη και να ανακαλεί δικές της προτάσεις προς την Επιτροπή, προτάσεις μάλιστα που έτυχαν της έγκρισης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής. Οι λόγοι που μπορούν να επικαλεστούν είναι η μη συναίνεση των τοπικών κοινωνιών, αλλά και η εκ των υστέρων διαπίστωση ότι η Ελλάδα έχει εντάξει μεγάλο ποσοστό της επικράτειάς της στο δίκτυο, εκτάσεις που σε κάθε περίπτωση προστατεύονται επαρκώς από το εθνικό νομοθετικό πλαίσιο και τα συναφή προστατευτικά μέτρα (τοπικές απαγορευτικές διατάξεις). Θα είναι περισσότερο έντιμο να πούμε στους εταίρους μας ότι κάναμε λάθος στην αρχική μας εισήγηση και διαπιστώσαμε στη πορεία ότι πιθανόν να μην είναι διαχειρίσιμο μέγεθος το 27% της ελληνικής επικράτειας και ζητούμε την απένταξη κάποιων, ώστε να πλησιάσουμε τα ποσοστά των άλλων Κρατών – Μελών. Πιστεύω ότι θα δείξουν κατανόηση. Εχω την εντύπωση ότι και οι ίδιοι το έχουν καταλάβει από καιρό, αλλά δεν είναι στις προθέσεις τους να απορρίπτουν εθνικές εισηγήσεις.
Ο Δρ. Παντελής Βογιατζής είναι Μηχανικός-Νομικός Περιβάλλοντος