Ασημακοπούλου: Οι προμηθευτές πρέπει να μπορούν να διεκδικούν τις ληξιπρόθεσμες οφειλές

Ασημακοπούλου: Οι προμηθευτές πρέπει να μπορούν να διεκδικούν τις ληξιπρόθεσμες οφειλές

Ασημακοπούλου: Οι προμηθευτές πρέπει να μπορούν να διεκδικούν τις ληξιπρόθεσμες οφειλές
22 04 2024 | 09:49

“Η ελληνική αγορά, όπως είναι γνωστό, δεν είναι απελευθερωμένη. Υπάρχει ο ελέφαντας στο δωμάτιο, η δεσπόζουσα επιχείρηση. Αν ήταν μια πλήρως απελευθερωμένη αγορά δε θα ζητούσαμε αυτές τις επιπλέον ρυθμίσεις για τη διαχείριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών”.

Τα παραπάνω σχολίασε για το ζήτημα που αντιμετωπίζουν οι προμηθευτές ρεύματος, η Μελίζα Ασημακοπούλου, Διευθύντρια Ρυθμιστικών Θεμάτων του Ήρωνα, μιλώντας στο περιθώριο του Power & Gas Forum.

Όπως τόνισε στη συνέχεια, “η ιδιαίτερη κατάσταση της λιανικής, με τη ΔΕΗ που εκπροσωπεί το 75% των πελατών, δημιουργεί μια συγκεκριμένη κατάσταση στις εμπορικές συμβάσεις που μπορούμε να κάνουμε με τους καταναλωτές μας. Σε πρόσφατη συνάντηση με τη ΡΑΑΕΥ μας είπαν να αυξήσουμε την εγγύηση που ζητάμε. Πώς όμως μπορεί να γίνει αυτό, όταν απορροφάμε με μεγάλη δυσκολία έναν καταναλωτή από τη ΔΕΗ, που έχει μάθει σε ένα συγκεκριμένο ποσό εγγύησης;

Οπότε, ουσιαστική διαχείριση των ληξιπρόθεσμων με μέτρα αγοράς, λόγω της συγκέντρωσης, αυτή τη στιγμή δε μπορούν να ληφθούν. Επομένως γι’ αυτό ζητάμε από την πολιτεία να δώσει τη δυνατότητα του προηγούμενου προμηθευτή να εισέλθει στην καινούργια συμβατική σχέση, που θα κάνει ο καταναλωτής με τον προμηθευτή της επιλογής του. Η επιλογή του καταναλωτή να αλλάξει πάροχο είναι ελεύθερη και ανεμπόδιστη, όμως εάν έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές, θα πρέπει να έχουμε το δικαίωμα να τις διεκδικήσουμε. Λέμε λοιπόν αφενός, ο καταναλωτής να μπορεί να αλλάξει προμηθευτή, αφετέρου ότι, αφότου αποχωρήσει ο προμηθευτής του οφείλει να του προτείνει έναν τυποποιημένο διακανονισμό, ο οποίος θα σέβεται το ενεργειακό του προφίλ και τη δυνατότητα πληρωμής που έχει, ζητώντας με ένα δοσολόγιο κάποιας διάρκειας να εισπράξει τις οφειλές. Αν ο καταναλωτής δεν τηρήσει αυτό το διακανονισμό, τότε ο παλιός πάροχος πρέπει να διατηρεί το δικαίωμα της εντολής αποκοπής, ώστε να αναγκαστεί ο καταναλωτής να τηρήσει το διακανονισμό και να αποπληρώσει την οφειλή του.”

Κληθείσα να εξηγήσει ποιος είναι ο λόγος που η ΔΕΗ εξακολουθεί να συγκεντρώνει τόσο μεγάλο μερίδιο της αγοράς, σχολίασε: “Όταν υπάρχει ενεργειακή κρίση, υπάρχει ανασφάλεια. Ειδικά στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ο μέσος καταναλωτής δεν μπορεί να αντιληφθεί την πολυπλοκότητα της κοστολόγησης αυτού του προϊόντος. Οπότε τείνει να κατευθυνθεί στον “μονοπωλιακό παίκτη”, γιατί αυτόν εμπιστεύεται και θεωρεί ότι θα υπάρχει και αύριο. Έτσι, επιστρέφει στη ΔΕΗ, γι αυτό και εμφανίστηκαν μεγάλα ποσοστά συγκέντρωσης. Υπήρχε μεγάλος κρατικός παρεμβατισμός, υπερρύθμιση της αγοράς, αλλά κατά τη διάρκεια της έκτακτης περιόδου θεωρώ ότι ήταν φυσιολογικό. Τώρα όμως έληξαν αυτές οι ειδικές συνθήκες και έχουμε μετάβαση στην πραγματικότητα. Προκειμένου να ανακτηθεί λοιπόν η εμπιστοσύνη του τελικού καταναλωτή στον προμηθευτή του, πρέπει να υπάρξει ένα σταθερό πλαίσιο, όπου οι εταιρείες θα μπορούν να δώσουν τα προϊόντα τους, τα ανταγωνιστικά και καινοτόμα στους πελάτες, χωρίς τη διατήρηση αυτής της ανασφάλειας. Όπως είπα πριν στην ομιλία μου, το προϊόν της ηλεκτρικής ενέργειας δεν είναι μηνιαίο. Πρέπει ο καταναλωτής να μπορεί να έχει την απαιτούμενη πληροφόρηση, να προϋπολογίσει το ετήσιο κόστος του από την επιλογή ενός συγκεκριμένου προϊόντος και να παραμείνει σε αυτό.

Η ΔΕΗ ασκεί κοινωνική πολιτική, έχοντας άλλη χρηματοοικονομική δυνατότητα. Δεν δίνει εντολές αποκοπής στον ΔΕΔΔΗΕ με την ίδια συχνότητα που δίνουμε εμείς, γιατί ξέρει όμως ότι με κάποιο τρόπο θα επιδοτηθεί για τα ληξιπρόθεσμα από το κράτος. Σε μας αυτό δεν ισχύει. Γι αυτό πρέπει να εκπαιδευτεί ο καταναλωτής, ότι δεν πρέπει να αφήνει ληξιπρόθεσμα.”

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM