Από τα 500άρια των περικοπών στα 200άρια με μπαταρία: Μια ρεαλιστική διέξοδος για την αγορά
Η αγορά των μικρομεσαίων φωτοβολταϊκών βρίσκεται πλέον σε οριακό σημείο.
Χιλιάδες παραγωγοί που επένδυσαν σε έργα 500 kWp, με βάση ένα συγκεκριμένο πλαίσιο λειτουργικής ενίσχυσης, στηρίχθηκαν σε συγκεκριμένες παραδοχές για την εξέλιξη της αγοράς και του ενεργειακού μείγματος.
Η μεγάλη απόκλιση από τους στόχους και τις παραδοχές του ΕΣΕΚ —και ιδίως η καθυστέρηση στην ανάπτυξη αποθήκευσης— έχει οδηγήσει σε αυξανόμενες περικοπές, μηδενικές και αρνητικές τιμές, φέρνοντας πλέον πολλά έργα στα όρια αδυναμίας εξυπηρέτησης των δανείων τους.
Η Πολιτεία φαίνεται ότι αναγνωρίζει το πρόβλημα. Ήδη συζητούνται μέτρα στήριξης, όπως η εξαίρεση των μηδενικών τιμών από τον μηχανισμό μη καταβολής λειτουργικής ενίσχυσης, πιθανές παρατάσεις συμβάσεων ή ακόμη και αύξηση της ταρίφας με επιστροφή στο τέλος της σύμβασης. Πρόκειται όμως για παρεμβάσεις με αμφίβολο πρακτικό αποτέλεσμα.
Το νέο πλαίσιο στήριξης των ΑΠΕ που συζητείται με την Κομισιόν είναι ευκαιρία για κάτι πιο ουσιαστικό.
Όχι μόνο για μια προσωρινή ανάσα, αλλά για μια πραγματική διέξοδο που θα έρθει από την ίδια την αγορά.
Η πρόταση: Εθελοντική μετάπτωση έργων 500 kWp σε 200 kW με μπαταρία
Η πρόταση είναι απλή: να υπάρξει πρόβλεψη για μικρά φωτοβολταϊκά έργα έως 200 kW με μπαταρία, εκτός διαγωνισμών, με σταθερή διοικητικά οριζόμενη τιμή και ΣΕΣΤ, όπως υπήρχε παλαιότερα για τα έργα έως 400 kW.
Σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούν να μεταπέσουν εθελοντικά υφιστάμενα φωτοβολταϊκά εγκατεστημένης ισχύος 500 kWp, με προσθήκη μπαταρίας και περιορισμό της μέγιστης ισχύος έγχυσης στα 200 kW.
Με απλά λόγια: ένα υφιστάμενο 500άρι μετατρέπεται σε έργο με εγκατεστημένη ισχύ φωτοβολταϊκών 500 kWp, μπαταρία και μέγιστη έγχυση 200 kW, λαμβάνοντας σταθερή τιμή αποζημίωσης βάσει της νέας μέγιστης ισχύος.
Στην πράξη, σε πολλές περιπτώσεις δεν μιλάμε για περιορισμό από τα 500 kW στα 200 kW. Πολλά από αυτά τα έργα δεν λειτουργούν ήδη ως πραγματικά έργα ισχύος 500 kW, καθώς με τον στατικό περιορισμό έγχυσης στο 73% η μέγιστη ισχύς περιορίζεται περίπου στα 365 kW.
Η ουσία είναι να δώσουμε σε αυτά τα έργα τη δυνατότητα να μειώσουν οργανωμένα την ισχύ έγχυσης, να προσθέσουν μπαταρία και να περάσουν σε ένα σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο.
Στοχευμένη αποθήκευση χωρίς περίπλοκα business plans
Δεν χρειάζονται σύνθετες, υπερδιαστασιολογημένες και κοστοβόρες λύσεις.
Για ένα έργο 500 kWp, ακόμα και μια μπαταρία μιας μόνο ώρας, περίπου 500 kWh —ενδεικτικά δύο τυποποιημένες μονάδες των 261 kWh— μπορεί να απορροφήσει ένα σημαντικό ποσοστό των περικοπών από τον περιορισμό ισχύος, με σχετικά μικρό κόστος επένδυσης. Παράλληλα, με μια εύλογη αύξηση της ταρίφας, το έργο μπορεί να επιστρέψει σε τροχιά βιωσιμότητας.
Η ίδια πρόταση λύνει και τον «γρίφο» της προσθήκης μπαταριών σε υφιστάμενους σταθμούς, όπου η δυνατότητα θεσπίστηκε με το άρθρο 11Γ του ν. 4685/2020, αλλά στην πράξη δεν υιοθετήθηκε από την αγορά λόγω πολυπλοκότητας και έλλειψης ενός βιώσιμου οικονομικού πλαισίου.
Η λύση πρέπει να είναι απλή και ξεκάθαρη για τα μικρά έργα:
- Μέγιστη έγχυση 200 kW
- Προσθήκη μπαταρίας τουλάχιστον μίας ώρας ως προς την εγκατεστημένη ισχύ
- Σταθερή διοικητικά οριζόμενη τιμή και σύμβαση ΣΕΣΤ με τον ΔΑΠΕΕΠ
Χωρίς σύνθετα σχήματα αποζημίωσης, χωρίς αβέβαιη έκθεση στη χονδρεμπορική αγορά, χωρίς ωράρια έγχυσης, διπλούς μετρητές ή ανάγκη βελτιστοποίησης από ΦοΣΕ. Δεν χρειάζεται να ζητάμε από έναν μικρό παραγωγό να χτίσει business plan πάνω σε ένα ασταθές και περίπλοκο μοντέλο λειτουργίας.
Η μεγαλύτερη χωρητικότητα της μπαταρίας και η φόρτιση ή όχι και από το δίκτυο —11Α ή 11Β— μπορούν να παραμείνουν επιλογές του επενδυτή, με την ίδια σταθερή τιμή αποζημίωσης για την εγχεόμενη ενέργεια. Έτσι, το σχήμα παραμένει απλό, ενώ η τελική διαστασιολόγηση παραμένει επιλογή του επενδυτή, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά κάθε έργου.
Τα οφέλη για το σύστημα και την αγορά
Με αυτό το μοντέλο, ο παραγωγός δεν λαμβάνει απλώς στήριξη. Αποδέχεται ουσιαστική μείωση της μέγιστης ισχύος έγχυσης, επιστρέφοντας πολύτιμο ηλεκτρικό χώρο στο Δίκτυο, ενώ επενδύει σε αποθήκευση που χρειάζεται το σύστημα. Σε αντάλλαγμα, αποκτά σταθερότητα εσόδων και νέα σύμβαση λειτουργικής ενίσχυσης.
Το όφελος όμως δεν περιορίζεται στον παραγωγό.
Πρώτον, ο ηλεκτρικός χώρος που απελευθερώνεται μπορεί να αξιοποιηθεί από άλλες εφαρμογές στο δίκτυο διανομής, όπως έργα αυτοκαταναλωτών και αγροφωτοβολταϊκά, αξιοποιώντας καλύτερα τα υφιστάμενα έργα δικτύου.
Δεύτερον, απλοποιείται η λειτουργία της αγοράς. Συγκεκριμένη ισχύς, συγκεκριμένη τιμή και διαχείριση μέσω ΔΑΠΕΕΠ, χωρίς σύνθετη εκπροσώπηση από ΦοΣΕ, setpoints και αποκλίσεις, που δημιουργούν δυσανάλογη διαχειριστική επιβάρυνση για τόσο μικρά έργα.
Τρίτον, περιορίζεται η πίεση στις τιμές και στις περικοπές. Αν ένα σημαντικό μέρος της μεσημεριανής υπερπαραγωγής από μικρά φωτοβολταϊκά αποθηκεύεται και εγχέεται πιο ομαλά, βελτιώνεται συνολικά η λειτουργία της αγοράς. Αυτό βοηθά έμμεσα και τα μεγαλύτερα έργα, τα οποία επίσης επηρεάζονται από τις ίδιες συνθήκες χαμηλών τιμών και αυξημένων περικοπών.
Τέταρτον, στηρίζεται η ταμειακή λειτουργία του ΕΛΑΠΕ. Με τη μεταφορά της παραγωγής από ώρες μηδενικών ή πολύ χαμηλών τιμών σε ώρες υψηλότερου capture price, η λύση ουσιαστικά χρηματοδοτείται από την ίδια τη χονδρεμπορική αγορά, χωρίς να απαιτείται η λήψη πρόσθετων μέτρων για τη στήριξη των παραγωγών.
Πέμπτον, ενισχύεται η λειτουργία του δικτύου διανομής. Καθώς η αποζημίωση θα είναι σταθερή ανεξάρτητα από την ώρα έγχυσης, οι σταθμοί αυτοί δεν θα χρειάζεται να κυνηγούν τις ώρες με τις υψηλότερες τιμές και μπορούν να αποκτήσουν πιο προβλέψιμο προφίλ λειτουργίας. Με τις κατάλληλες προδιαγραφές, μπορούν επίσης να ενσωματώνουν δυνατότητες υποστήριξης του δικτύου, όπως τεχνολογίες grid-forming / VSG, συμβάλλοντας περαιτέρω στην ευστάθεια του δικτύου διανομής.
Repowering: νέα ζωή στα παλιά έργα των 100 kW
Η ίδια λογική μπορεί να ανοίξει δρόμο και για τη ριζική ανανέωση των παλιών έργων των 100 kW, των οποίων οι 20ετείς συμβάσεις σταδιακά πλησιάζουν στη λήξη τους.
Αντί τα έργα αυτά να περάσουν σε ένα καθεστώς απαξίωσης και αβεβαιότητας, μπορούν να αξιοποιηθούν ξανά μέσα από έναν νέο κύκλο επένδυσης.
Με νέο εξοπλισμό, δυνατότητα αύξησης της εγκατεστημένης ισχύος, προσθήκη μπαταρίας και αξιοποίηση της υφιστάμενης σύνδεσης και των υποδομών του έργου, οι τεχνικές επιλογές μπορούν να προσαρμόζονται στα χαρακτηριστικά κάθε σταθμού, στις δυνατότητες του δικτύου και στις επιλογές του επενδυτή.
Έτσι, το ίδιο πλαίσιο για μικρά έργα έως 200 kW μπορεί να αξιοποιηθεί και για το repowering παλαιών σταθμών 100 kW, με τρόπο που ευθυγραμμίζεται με την ευρωπαϊκή κατεύθυνση για καλύτερη αξιοποίηση των υφιστάμενων υποδομών και για de-risking μικρών έργων ΑΠΕ.
Συμπέρασμα
Η χώρα χρειάζεται νέα έργα ΑΠΕ, ιδίως έργα με αποθήκευση. Χρειάζεται όμως και ένα αποτελεσματικό και ισόρροπο πλαίσιο στήριξης που θα κάνει de-risk τις επενδύσεις σε σταθμούς ΑΠΕ, χωρίς να περιορίζεται μόνο στους διαγωνισμούς για τα μεγαλύτερα έργα ή σε συγκεκριμένες τεχνολογίες.
Το νέο πλαίσιο για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς θα πρέπει να λειτουργεί σε περισσότερα από ένα επίπεδα: διαγωνισμοί για τους μεγαλύτερους σταθμούς και, παράλληλα, ένα απλό, αναλογικό και προβλέψιμο πλαίσιο για τους μικρότερους σταθμούς, όπως υπήρχε και στο παρελθόν. Με σταθερή διοικητικά οριζόμενη τιμή και ΣΕΣΤ για έργα με ισχύ έγχυσης έως 200 kW και, αντίστοιχα, με ΣΕΔΠ και διαφορική προσαύξηση για μεγαλύτερα απαλλασσόμενα έργα, ενδεικτικά έως 1 MW.
Κρίσιμο είναι τα νέα πλαίσια στήριξης να μην αφορούν μόνο νέα έργα, αλλά να περιλαμβάνουν ρητές προβλέψεις και για υφιστάμενους σταθμούς που επιλέγουν να προχωρήσουν σε αναβάθμιση και προσθήκη αποθήκευσης, σε ευθυγράμμιση με την ευρωπαϊκή κατεύθυνση για καλύτερη αξιοποίηση των υφιστάμενων έργων ΑΠΕ και εθελοντική ένταξή τους στο νέο πλαίσιο λειτουργίας της αγοράς.
Σε αυτή τη λογική, το πλαίσιο των 200 kW μπορεί να αποτελέσει μια ρεαλιστική διέξοδο για τα σημερινά έργα των 500 kWp, δίνοντάς τους τη δυνατότητα εθελοντικής μετάπτωσης σε νέο καθεστώς, με μπαταρία, χαμηλότερη μέγιστη ισχύ έγχυσης και σταθερότερη αποζημίωση. Αντίστοιχες προβλέψεις θα μπορούσαν να εξεταστούν και για μεγαλύτερα υφιστάμενα έργα, όπως έργα ενεργειακών κοινοτήτων ισχύος 1 MWp, εφόσον συνδυάζονται με ουσιαστική αναβάθμιση και προσθήκη αποθήκευσης.
Με αυτόν τον τρόπο, ένα πρόβλημα που σήμερα απειλεί τη βιωσιμότητα χιλιάδων μικρομεσαίων παραγωγών μπορεί να μετατραπεί σε ευκαιρία: για αποθήκευση εκεί που χρειάζεται, για καλύτερη αξιοποίηση του δικτύου και για μια πιο ώριμη, πιο ισορροπημένη αγορά ΑΠΕ.
- Ο Ιωάννης Παπαδόπουλος είναι COO της Engaia