Skip to main content
Menu
English edition

Νεκταρία Καρακατσάνη: O μετασχηματισμός του τομέα φυσικού αερίου κατά την ενεργειακή μετάβαση

Θα παρουσιάσω κάποιες διαπιστώσεις αλλά και ανοικτά ζητήματα που έχουμε εντοπίσει στο Συμβούλιο των Ευρωπαίων Ρυθμιστών Ενέργειας (CEER) αναφορικά με τον μετασχηματισμό του τομέα του φυσικού αερίου κατά την μετάβαση στην καθαρή ενέργεια. Αρχικά,  θα αναφερθώ επιγραμματικά στις γενικότερες προκλήσεις που θέτει η Χειμερινή Δέσμη και στις αρχικές αντιδράσεις των Ρυθμιστών επί αυτών. Στη συνέχεια, θα εστιάσω στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα το φυσικό αέριο αλλά και στις διαφαινόμενες προοπτικές μετεξέλιξης του, στις κατευθύνσεις που θέτει το Χειμερινό Πακέτο. Ο προσανατολισμός αυτός αποτυπώνεται και στα ζητήματα που θα εξετάσουμε περαιτέρω στο CEER, ώστε να καθορίσουμε το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο.

Θεωρώ την αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης ιδιαίτερα σημαντική, καθώς αν δεν είναι κατανοητό το σημείο αφετηρίας μας, η διαδικασία μετάβαση προς έναν νέο, φιλόδοξο στόχο δεν μπορεί να σχεδιαστεί αποτελεσματικά. Καταλήγοντας, θα παραθέσω κάποιες από τις ρυθμιστικές εξελίξεις στην Ελλάδα, που είναι συναφείς με το φυσικό αέριο και τους περιβαλλοντικούς στόχους της ενεργειακής μετάβασης, σηματοδοτώντας την ενίσχυση του ανταγωνισμού και τη δημιουργία επιλογών για τους καταναλωτές.

1. Το Χειμερινό Πακέτο: Στόχοι, Κρίσιμες Παράμετροι και Διεργασίες

Βασικοί Στόχοι

Το Χειμερινό Πακέτο, που ανακοινώθηκε στις 30 Νοεμβρίου του 2016, συνιστά τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον μετασχηματισμό κυρίως των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και την μετεξέλιξη του ενεργειακού τομέα γενικότερα, από την 1η Ιανουαρίου 2020 και εφεξής.  Το όραμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτυπώνεται σε μια δέσμη αναθεωρημένων κανονισμών και κοινοτικών οδηγιών, με το σύνολο των κειμένων να υπερβαίνει τις 4.500 σελίδες. Παράλληλα, η Επιτροπή επεξεργάζεται μια δέσμη ρυθμίσεων, ώστε να εισάγει αντίστοιχες αρχές και έννοιες και στον τομέα του φυσικού αερίου, και εκτιμά ότι θα έχει ολοκληρώσει τις προτάσεις της στις αρχές του 2018.

Παρά την έκταση των κειμένων που συνθέτουν το νέο πακέτο και τις πολύπτυχες τεχνικοοικονομικές διαστάσεις των επιμέρους ζητημάτων, ο προσανατολισμός του  συμπυκνώνεται στον εύληπτο και συνεκτικό τίτλο: «Καθαρή Ενέργεια για Όλους».  Ειδικότερα, όπως τόνισε προηγουμένως ο Επίτροπος Canete, βασικοί στόχοι της χειμερινής δέσμης είναι η απανθρακοποίηση, η καινοτομία και η ισχυρότερη συμμετοχή των καταναλωτών στην αγορά.  Οι τρεις αυτοί πυλώνες δεν είναι αυτόνομοι ούτε παράλληλοι. Αντιθέτως, είναι ισχυρά αλληλένδετοι, με τις εξελίξεις σε κάθε συνιστώσα να επηρεάζουν τη δυναμική και των υπολοίπων.

Η αλληλεξάρτηση των βασικών αυτών πυλώνων καθίσταται ιδιαίτερα εμφανής στην περίπτωση των καταναλωτών και στη σημαντική διεύρυνση των δυνατοτήτων τους στο νέο πλαίσιο. Μεταξύ των στόχων της χειμερινής δέσμης είναι οι καταναλωτές να μπορούν: α) να αλλάζουν προμηθευτή χωρίς ανασταλτικά εμπόδια, όπως πολύπλοκες ή χρονοβόρες διαδικασίες και αποτρεπτικά κόστη, συντείνοντας έτσι στην ενίσχυση του ανταγωνισμού, β) να προσαρμόζουν την κατανάλωσή τους ανάλογα με τη διακύμανση των τιμών στις αγορές, συμβάλλοντας πιο άμεσα, οι ίδιοι, στη μείωση του ενεργειακού κόστους τους, γ) να παρέχουν υπηρεσίες ευελιξίας και να αμείβονται για αυτές, συμβαλλόμενοι με φορείς σωρευτικής εκπροσώπησης (aggregators), αξιοποιώντας την οικιακή κατανάλωσής τους ή τα ηλεκτρικά τους οχήματα, δ) να συμμετέχουν σε ενεργειακές κοινότητες, που θα συμβάλουν και στην αντιμετώπιση της ενεργειακής πενίας. Εν γένει, στόχος του Χειμερινού Πακέτου είναι οι καταναλωτές να μπορούν να συνδυάζουν την αυτοπαραγωγή από ΑΠΕ, την κατανάλωση, την αποθήκευση και την μεταπώληση της ενέργειας που παράγουν στο δίκτυο, με αμοιβές και χρεώσεις που θα ενέχουν στοιχεία δυναμικής τιμολόγησης αλλά και οικονομικής αποτελεσματικότητας.

Ο ενεργός ρόλος των καταναλωτών μέσα από ένα ευρύ φάσμα επιλογών αποτυπώνεται στον όρο prosumers, που θα αντικαθιστά σταδιακά την συμβατική έννοια των καταναλωτών (consumers) και την περιορισμένη της διάσταση. Η αξιοποίηση των παραπάνω δυνατοτήτων από τους καταναλωτές συμπλέει με τους άλλους δύο βασικούς πυλώνες της Χειμερινής δέσμης. Ειδικότερα, καθώς ενισχύεται σημαντικά η διεσπαρμένη παραγωγή, είναι εύλογο να μειώνεται η παραγωγή από συμβατικές μονάδες, και έτσι, να υπηρετείται η μετάβαση προς την απανθρακοποίηση. Παράλληλα, για την επίτευξη αυτών των δυνατοτήτων είναι καταλυτικός ο ρόλος της τεχνολογίας (έξυπνοι μετρητές και συσκευές, μπαταρίες), της προσαρμογής των υποδομών (έξυπνα δίκτυα) αλλά και των επιχειρηματικών μοντέλων (aggregators, σταθμοί φόρτισης οχημάτων, υπηρεσίες εξοικονόμησης).   Όλοι αυτοί οι παράγοντες ενέχουν πτυχές που αποτελούν αντικείμενο του θεσμικού πλαισίου. Για την αποτελεσματική διαμόρφωση αυτού του πλαισίου, ο ρόλος των ρυθμιστικών αρχών ενέργειας είναι θεμελιώδους σημασίας.

Καθοριστικές Παράμετροι για την επίτευξη των στόχων

Είναι γενικά αποδεκτό ότι το Χειμερινό Πακέτο εμπερικλείει σαφείς στόχους και ισχυρές προσδοκίες. Παράλληλα, ωστόσο, αναδεικνύει ένα φάσμα πολλαπλών ανοικτών ζητημάτων, τα οποία μένουν να οριστικοποιηθούν, όντας κρίσιμα για την επίτευξη της μετάβασης που περιγράφει. Καταρχάς, η υλοποίηση των φιλόδοξων στόχων που θέτει το νέο πακέτο σε ευρωπαϊκή κλίμακα εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τη βούληση των κρατών μελών να συγκλίνουν σε ένα νέο σημείο αναφοράς. Η σύγκλιση αυτή προϋποθέτει μια νέα προσέγγιση, αλλά και υπερβάσεις,  ειδικά καθώς υφίστανται ετερογένειες τόσο ως προς τα χαρακτηριστικά του ενεργειακού μίγματος, τις παραμέτρους του ενεργειακού σχεδιασμού αλλά και το βαθμό υλοποίησης του 3ου ενεργειακού πακέτου και των ευρωπαϊκών κωδίκων (network codes), που έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή. Η έκβαση εξαρτάται επίσης σε καταλυτικό βαθμό από το πώς οι ευρωπαϊκοί στόχοι θα εξειδικευτούν περαιτέρω και κυρίως, από το αν θα καταστεί εφικτό να ενταχθούν σε ένα λειτουργικό θεσμικό πλαίσιο.

Βασικό ζητούμενο είναι να διαμορφωθεί ένα συνεκτικό και συγκροτημένο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο: α) θα υπηρετεί κοινές αρχές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενισχύοντας την ενεργειακή ένωση, την αποτελεσματικότητα των αγορών και τη διαφάνεια, αλλά και έννοιες με πιο απτή κοινωνική διάσταση, όπως η αλληλεγγύη στην αντιμετώπιση κρίσεων και η αντιμετώπιση της ενεργειακής πενίας, β) θα επιτρέπει ευελιξία, για την ενσωμάτωση τοπικών ιδιαιτεροτήτων και εθνικών επιλογών, με τρόπο που δε θα δημιουργεί ασύμμετρες συνθήκες και δε θα στρεβλώνει το διασυνοριακό εμπόριο, γ) θα δημιουργεί εύλογα σήματα και κίνητρα προς μια κοινή κατεύθυνση, αποφεύγοντας αντιφατικές τάσεις, και αξιοποιώντας συνέργειες.

Εντατικές Διεργασίες Διαλόγου

Στο παρόν στάδιο, συντελείται μια ευρεία διαβούλευση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με στόχο να αναδειχθούν θεμελιώδη ζητήματα και προκλήσεις που θέτει η Χειμερινή δέσμη, ώστε να γίνουν οι αναγκαίες προσαρμογές επί των προτάσεων της Commission. Τα ζητήματα αυτά ήδη αναλύονται διεξοδικά από θεσμικούς φορείς, παράγοντες της αγοράς ενέργειας, συνδέσμους καταναλωτών, περιβαλλοντικές οργανώσεις και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη. Οι θέσεις που αναπτύσσονται αποτελούν ήδη και θα αποτελέσουν περαιτέρω, αντικείμενο αξιολόγησης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, μέσα από τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι κάποια ζητήματα συνιστούν ήδη σημεία τριβής. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται οι μηχανισμοί ισχύος, η αξιολόγηση της επάρκειας ισχύος σε διάφορα επίπεδα (ευρωπαϊκό, περιφερειακό, εθνικό), η δομή και η μορφή της περιφερειακής συνεργασίας, η κατάργηση της προτεραιότητας ΑΠΕ καθώς και η ευθύνη εξισορρόπησης.

Μετά τις απαραίτητες διεργασίες, η Χειμερινή δέσμη θα οριστικοποιηθεί και θα κληθεί να μετασχηματιστεί από συγκροτημένη ευρωπαϊκή πολιτική σε αποτελεσματικά ρυθμιστικά πλαίσια αλλά και βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα. Ο διάλογος με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη καθίσταται πιο αναγκαίος από ποτέ, καθώς οι αναπροσαρμογές που απαιτείται να συντελεστούν υπερβαίνουν το φάσμα των υφιστάμενων τεχνικοοικονομικών δεδομένων αλλά και της συνήθους προσέγγισης, τόσο για τους καταναλωτές όσο για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο χώρο. Όπως προαναφέρθηκε, η καινοτομία δεν είναι απλά ένα εργαλείο για την ενεργειακή μετάβαση, αλλά μια καθοριστική παράμετρός της. Είναι ενδεικτικό ότι νέα επιχειρηματικά μοντέλα καλούνται να αναπτυχθούν, ακολουθώντας ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις, ενώ παράλληλα, η οικονομική τους βιωσιμότητα καλείται να αξιολογηθεί με δεδομένα θεσμικού πλαισίου που ακόμη δεν έχουν αποσαφηνιστεί ή θα είναι ίσως παρωχημένα κατά το στάδιο της υλοποίησης.

2. Οι Γενικές Θέσεις των Ρυθμιστών για το Χειμερινό Πακέτο

 

Το Συμβούλιο των Ευρωπαίων Ρυθμιστών Ενέργειας (CEER) εξετάζει τα ζητήματα της Χειμερινής Δέσμης και έχει ήδη υποβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ένα κείμενο με βασικές αρχές και προβληματισμούς. Επεξεργάζεται επίσης αναλυτικότερες προτάσεις (μια σειρά από κείμενα, τα λεγόμενα White Papers) για επιμέρους κρίσιμα θέματα, και αναμένεται να εγκρίνει επτά τουλάχιστον από τα κείμενα αυτά κατά τη συνεδρίαση του στις Βρυξέλλες τον Μάιο του 2017. Μια βασική αρχή που διέπει τη ρυθμιστική προσέγγιση είναι ότι σε επίπεδο σχεδιασμού των αγορών και μηχανισμών που θα αναπτυχθούν, το θεσμικό πλαίσιο οφείλει να προσαρμοστεί με έναν τρόπο συνθετικό και οικονομικά αποτελεσματικό, που θα ενσωματώνει τις νέες κοινές αρχές, αποφεύγοντας ωστόσο υπερβολική δοσολογία ρυθμίσεων (over-prescription). Το ρυθμιστικό πλαίσιο θα πρέπει να διατηρεί ευελιξία, ώστε να μπορεί να ακολουθεί τον ταχύτατο ρυθμό των εξελίξεων, αλλά και να αποφεύγει ένα βαθμό λεπτομέρειας που θα προκαθόριζε ή θα απέτρεπε κάποιες δυνατότητες.   

Για όλο το φάσμα των ζητημάτων, κοινός στόχος των Ευρωπαίων Ρυθμιστών είναι να μεγιστοποιηθεί η αξία των ρυθμίσεων και το όφελος που θα προκύψει για τους καταναλωτές μέσα από μια ολιστική προσέγγιση. Το θεσμικό πλαίσιο που θα διέπει την ενεργειακή μετάβαση θα πρέπει να έχει κατά το δυνατόν τα απαραίτητα δομικά στοιχεία στη σωστή αναλογία, ώστε:

α) να προάγει τον ισότιμο ανταγωνισμό μεταξύ τεχνολογιών (παραγωγής, απόκρισης ζήτησης και αποθήκευσης),

β) να δημιουργεί τα κατάλληλα επενδυτικά σήματα, ώστε να εδραιώνεται η ασφάλεια εφοδιασμού, μέσα από την υλοποίηση επενδύσεων όπου απαιτείται, και την βέλτιστη αξιοποίηση των διεθνών διασυνδέσεων. Παράλληλα, να αποτρέπει την υποαξιοποίηση παγίων αλλά και να εισάγει κίνητρα ώστε να προάγεται η καινοτομία.

γ) να διασφαλίζει ότι τα κόστη σε όλο το φάσμα της αλυσίδας θα είναι εύλογα και να συνοδεύονται από σημαντικά οφέλη για τους καταναλωτές, αξιοποιώντας συνέργειες μεταξύ τομέων (ηλεκτρισμός, φυσικό αέριο, μεταφορές, θέρμανση),

δ) να ενέχει ένα σαφές και αποτελεσματικό πλαίσιο για την εποπτεία φορέων ευρωπαϊκής κλίμακας, για την ανάπτυξη κοινών μεθοδολογιών, αλλά και την μορφή και το περιεχόμενο της περιφερειακής συνεργασίας.  

Αναφορικά με τον τομέα του φυσικού αερίου, που συνιστά το βασικό αντικείμενο του σημερινού συνεδρίου, οι Ευρωπαίου Ρυθμιστές παρακολουθούν τις προοπτικές που αναδύονται και εκτιμούν ότι θα είναι σε θέση να διατυπώσουν μια κοινή θέση για το νέο ρόλο του φυσικού αερίου έως το τέλος του 2017. Στη συνέχεια της τοποθέτησής μου, θα ήθελα να σας παρουσιάσω κάποια στοιχεία για την εξέλιξη της κατανόησης και της προσέγγισής μας στο ζήτημα αυτό.

3.  Η Θέση της Commission για το Φυσικό Αέριο και η Υφιστάμενη Κατάσταση

Καταρχάς, είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός, τόσο σημειολογικά όσο και ουσιαστικά, ότι πριν την ανακοίνωση της Χειμερινής δέσμης, ήδη από τον Φεβρουάριο του 2016, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε τη νέα στρατηγική της για το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) καθώς και την αποθήκευση φυσικού αερίου (gas storage), υπογραμμίζοντας τον κρίσιμο ρόλο του για την ασφάλεια εφοδιασμού και την ανταγωνιστικότητα. Επιπρόσθετα, μια σημαντική εξέλιξη στην ίδια κατεύθυνση είναι ότι στα τέλη Απριλίου του 2017, εγκρίθηκε ο Κανονισμός για την Ασφάλεια Εφοδιασμού (SoS Regulation), με έμφαση στην αλληλεγγύη, τη διαφάνεια και την περιφερειακή συνεργασία για την αποτροπή και αντιμετώπιση κρίσεων.

Ο Επίτροπος Canete δήλωσε προηγουμένως ότι το φυσικό αέριο κατατάσσεται σε υψηλή θέση στην agenda της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αντίστοιχα, ο Επίτροπος Sefcovic, Αντιπρόεδρος για θέματα Ενεργειακής Ένωσης, χαρακτηρίζει το φυσικό αέριο ως ένα μεταβατικό καύσιμο προς την απανθρακοποίηση της οικονομίας. Δύο ζητήματα τα οποία υπογραμμίζει συχνά o κ. Sefcovic, είναι η άμβλυνση των στρεβλώσεων που αποτρέπουν την αποτελεσματική ροή του αερίου αλλά και η ενίσχυση διασυνδέσεων και κρίσιμων υποδομών. Τα ζητήματα αυτά αποτελούν άλλωστε το βασικό ζητούμενο του CESEC που θεμελιώθηκε με δική του πρωτοβουλία.  

Πριν όμως αξιολογήσουμε τις αλλαγές που απαιτούνται στον τομέα του φυσικού αερίου για την ενεργειακή μετάβαση, ας δούμε ποιο είναι το σημείο αφετηρίας μας, δηλαδή ποια είναι η υφιστάμενη κατάσταση σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Είναι κοινός τόπος ότι η ομαλή διείσδυση των ΑΠΕ απαιτεί αυξημένες ανάγκες ευελιξίας, όπως ταχύτερους ρυθμούς ανόδου /καθόδου και ταχύτερη απόκριση σε εντολές ένταξης. Τα χαρακτηριστικά αυτά δύνανται να παρέχονται, με κάποιες τεχνικές διαφοροποιήσεις, από μονάδες φυσικού αερίου, υδροηλεκτρικές, αλλά και απόκριση ζήτησης. Παράλληλα ωστόσο, η διείσδυση των ΑΠΕ έχει προκαλέσει τις ακόλουθες συνθήκες στην αγορά. Καταρχάς, οι τιμές στις χονδρεμπορικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας έχουν υποχωρήσει αισθητά, λόγω του αμελητέου μεταβλητού κόστους των ΑΠΕ αλλά και της προτεραιότητας ένταξης τους (priority dispatch). Ταυτόχρονα με τη συμπίεση των τιμών χονδρεμπορικής σε μέσα επίπεδα της τάξης των 30 €/MWh, η παραγωγή ΑΠΕ αντικαθιστά συνεχώς παραγωγή από συμβατικές τεχνολογίες, συντείνοντας έτσι, στη μείωση των ωρών λειτουργίας τους.

Ο συνδυασμός αυτών των δύο συνθηκών, δηλαδή του μειωμένου βαθμού φόρτισης των συμβατικών μονάδων και των συμπιεσμένων τιμών χονδρεμπορικής, ως απόρροια των ΑΠΕ, δημιουργεί προκλήσεις για την οικονομική βιωσιμότητα των μονάδων φυσικού αερίου. Είναι ενδεικτικό ότι πλέον των 20 GW ισχύος μονάδων φυσικού αερίου έχουν αποσυρθεί από την Ευρώπη (είτε προσωρινά είτε με πλήρη αποξήλωση μονάδων και μεταφορά τους κατεξοχήν σε άλλες ηπείρους) για οικονομικούς λόγους κατά την τελευταία πενταετία. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί συχνά ανησυχίες για την ασφάλεια εφοδιασμού, καθώς σε κάποιες περιπτώσεις προκύπτει ήδη πρόβλημα επάρκειας ισχύος, ενώ σε άλλες χώρες, προκύπτει η πιθανότητα να εμφανιστεί πρόβλημα στο μέλλον, λόγω αποσύρσεων μονάδων για οικονομικούς λόγους, πέραν των αποσύρσεων λόγω παλαιότητας ή περιβαλλοντικών περιορισμών.

 

Επιπρόσθετα, έχει γίνει κατανοητό ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αυστηροποιεί το πλαίσιο που διέπει τους μηχανισμούς επάρκειας ισχύος, δίνοντας έμφαση στην εφαρμογή εκτεταμένων μεταρρυθμίσεων στην αγορά, πριν προβεί στην έγκριση οποιουδήποτε σχήματος στήριξης. Η Διεύθυνση Ανταγωνισμού υιοθετεί πλέον μια σφαιρική προσέγγιση, που εστιάζει στην ισότιμη μεταχείριση παραγωγής και απόκρισης ζήτησης, στις ανταγωνιστικές διαδικασίες, αλλά και στην ενεργό συμμετοχή των διασυνδέσεων. Παρά το εύλογο των αρχών που διέπουν την προσέγγιση της Επιτροπής, είναι φανερό ότι το νέο πλαίσιο, συνδυαστικά με τις τάσεις που προαναφέρθηκαν, εντείνει την οικονομική αβεβαιότητα για τις μονάδες φυσικού αερίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Ιταλία ο μηχανισμός επάρκειας ισχύος, που ανακοινώθηκε από τον Διαχειριστή Συστήματος προ τετραετίας, δεν έχει ακόμη εγκριθεί από τη Διεύθυνση Ανταγωνισμού, και ενώ ήδη έχει συντελεστεί σημαντική απόσυρση ισχύος (mothballing) στη γείτονα χώρα.

Παράλληλα, η  διάσταση στην οποία σταδιακά μετατοπίζεται η έμφαση από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και αυτό αναδεικνύεται και στο Χειμερινό Πακέτο, είναι η απόκριση ζήτησης  (demand response). Η απόκριση ζήτησης δεν αφορά μόνο μεγάλους καταναλωτές, βιομηχανικούς και εμπορικούς, αλλά και οικιακούς, μέσω των φορέων σωρευτικής εκπροσώπησης και των έξυπνων μετρητών. Θεωρείται πλέον ένα εργαλείο ευελιξίας, συμβατό με τη μετάβαση προς την απανθρακοποίηση, που περιλαμβάνει την ενεργό συμμετοχή των καταναλωτών σε όλο το φάσμα των κατηγοριών τους.

Θα ήθελα επίσης να επισημάνω ότι η επικείμενη αναθεώρηση των Κατευθυντήριων Γραμμών για την Ενέργεια και το Περιβάλλον αναμένεται να θεσπίσει ως αναγκαίο στοιχείο του ρυθμιστικού πλαισίου τη δυνατότητα των μονάδων να εξέλθουν από την αγορά. Η κατεύθυνση που διαφαίνεται είναι ότι δεν θα υφίσταται πλέον η υποχρεωτική φύση της ένταξης των μονάδων ούτε θα προαπαιτείται σύμφωνη γνώμη του Διαχειριστή ή του Υπουργείου Ενέργειας για την απόσυρσή τους. Στο πλαίσιο αυτό, η απόσυρση μονάδων που σε κάποιες χώρες δύναται να απαγορευθεί αν κριθεί επίφοβη για λόγους ασφαλείας, θα επαφίεται πλέον αποκλειστικά στην κρίση των παραγωγών. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να ενισχύσει τη διεξοδική προσέγγιση με την οποία οι Διαχειριστές οφείλουν να αποτιμούν τις ανάγκες επάρκειας και ευελιξίας των Συστημάτων τους, ώστε να στοιχειοθετείται τεκμηριωμένα η αναγκαιότητα ή μη για υιοθέτηση μηχανισμού επάρκειας, κατόπιν έγκρισης, προφανώς, της DG Comp.

Πέραν της ασφάλειας εφοδιασμού, μια άλλη επίπτωση της μείωσης της ηλεκτροπαραγωγής από φυσικό αέριο αφορά στις χρεώσεις μεταφοράς στο Σύστημα του φυσικού αερίου. Αν και οι στατιστικές διαφοροποιούνται μεταξύ των χωρών, η ηλεκτροπαραγωγή αποτελεί ένα σημαντικό ποσοστό της συνολικής ποσότητας φυσικού αερίου που μεταφέρεται στο Σύστημα. Η πτώση των ποσοτήτων της ηλεκτροπαραγωγής, χωρίς αντιστάθμιση τους από άλλες χρήσεις (π.χ. ισοδύναμη αύξηση κατανάλωσης σε οικιακή χρήση ή μεταφορές), συνεπάγεται ότι τα κόστη των Συστημάτων μεταφοράς φυσικού αερίου θα πρέπει να ανακτηθούν από μικρότερη κατανάλωση, δηλαδή θα επιμεριστούν σε μικρότερους όγκους, προκαλώντας έτσι, αύξηση των μοναδιαίων χρεώσεων. Ως ενδεικτικό παράδειγμα, θα ήθελα να αναφέρω ότι πριν ένα έτος, στην Ελλάδα, η υποχώρηση της κατανάλωσης φυσικού αερίου αλλά και δομικά χαρακτηριστικά της μεθοδολογίας προσδιορισμού των υποανακτήσεων θα μεταφραζόταν σε αυξήσεις των χρεώσεων μεταφοράς της τάξης του 68%. Είναι προφανές ότι οι υπέρογκες αυτές αυξήσεις, που αποτράπηκαν με την αναθεώρηση παραμέτρων του ρυθμιστικού πλαισίου, θα προκαλούσαν έναν φαύλο κύκλο, αποτρέποντας περαιτέρω την κατανάλωση φυσικού αερίου και διογκώνοντας το πρόβλημα της υποαξιοποίησης του Συστήματος μεταφοράς που είχε επιφέρει η μείωση των όγκων. Κατά το 2016, η κατανάλωση στην Ελλάδα ενισχύθηκε αισθητά και έτσι δεν προκύπτουν αντίστοιχες συνθήκες με αυτές που αντιμετωπίσαμε πέρυσι.    

Τα παραπάνω δεδομένα υποδεικνύουν ότι, αν και η θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον ρόλο του φυσικού αερίου διαφαίνεται σαφής, τα οικονομικά μεγέθη του τομέα παραμένουν δυσχερή. Μένει επομένως, να προσδιοριστεί ο τρόπος μετασχηματισμού του φυσικού αερίου, ώστε να είναι περιβαλλοντικά συμβατός, τεχνικά εφικτός, και οικονομικά βιώσιμος.  

Είναι χαρακτηριστική η πρόσφατη επισήμανση του πρώην Προέδρου του Αυστριακού Ρυθμιστή, του Walter Boltz, ενός από τους πλέον καταξιωμένους ειδικούς στον τομέα του φυσικού αερίου διεθνώς, ότι τα θεμελιώδη ερωτήματα που αφορούν το φυσικό αέριο παραμένουν έωλα. Ειδικότερα, ο πρώην Πρόεδρος της E-Control ανέφερε ως ιδιαιτέρως συγκεχυμένα τρία κρίσιμα ζητήματα: α) το μερίδιο του φυσικού αερίου που απαιτείται στο ενεργειακό μίγμα, ώστε να επιτευχθεί ο στόχος 27% ΑΠΕ το 2030, β) το αν το φυσικό αέριο θα ισχυροποιήσει σημαντικά το ρόλο του στις μεταφορές και σε ποιο χρονικό σημείο θα συντελεστεί αυτή η εξέλιξη, γ) το χρονικό σημείο κατά το οποίο η συμμετοχή του φυσικού αερίου στο ενεργειακό μίγμα θα υποχωρήσει σε περιορισμένο πλέον επίπεδο, στο πλαίσιο της απανθρακοποίησης.

Αρκετοί εμπειρογνώμονες εκτιμούν ότι παρά το συμπληρωματικό του ρόλο προς τις ΑΠΕ, που αντανακλάται στη φράση «the perfect partner for renewables», αλλά και τη γεωπολιτική του σημασία στην ασφάλεια εφοδιασμού, η στήριξη προς το φυσικό αέριο, σε επίπεδο ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής, είναι ίσως περιορισμένη όπως και η αποδοχή του πέραν των ορίων του τομέα του. Αυτό αντανακλάται ενδεχομένως και στον Οδικό Χάρτη προς το 2050, που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου η χρήση του φυσικού αερίου, στο πλαίσιο της απανθρακοποίησης, εμφανίζεται να υποχωρεί αισθητά στον τομέα της θέρμανσης, και να αντικαθίσταται από λύσεις εξοικονόμησης ενέργειας.

4. Ο Νέος Ρόλος του Φυσικού Αερίου - Προβλέψεις και Προοπτικές

Διαφοροποίηση Προβλέψεων Ζήτησης

 

Ας σημειώσουμε στο σημείο αυτό κάποια βασικά δεδομένα από τον τομέα του φυσικού αερίου. Ένα σημαντικό στοιχείο είναι η επίδραση της οικονομικής ύφεσης στη ζήτηση φυσικού αερίου σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ζήτηση υποχώρησε από 560 bcm το 2008 σε 467 bcm το 2015, σημειώνοντας πτώση 17%, ενώ εμφάνισε ανάκαμψη, της τάξης του 4%,  κατά το 2016. Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι και σε επίπεδο ηλεκτροπαραγωγής, οι προβλέψεις για το φυσικό αέριο εμφανίζουν σημαντική ετερογένεια. Οι προβλέψεις αυτές εξαρτώνται σε καταλυτικό βαθμό από τις τιμές των καυσίμων, την οικονομική ανάπτυξη, το επίπεδο διείσδυσης των ΑΠΕ, τις τεχνολογικές εξελίξεις στην αποθήκευση ενέργειας, και το βαθμό ενσωμάτωσης της απόκρισης ζήτησης. Εξαρτώνται επίσης από τον βαθμό ολοκλήρωσης της ενιαίας αγοράς ενέργειας αλλά και μηχανισμούς που επηρεάζουν καθοριστικά την ανταγωνιστικότητα του φυσικού αερίου ως προς τον άνθρακα, όπως ο μηχανισμός εμπορίας ρύπων ή τυχόν συμπληρωματικά μέτρα σε εθνικό επίπεδο. Αναφορικά με άλλες χρήσεις του φυσικού αερίου, οι προβλέψεις εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από τις πολιτικές που θα εφαρμοστούν σε κομβικούς τομείς, όπως οι μεταφορές, η θέρμανση και η ενεργειακή απόδοση των κτιρίων. Είναι ενδιαφέρον ότι το φυσικό αέριο και ο ηλεκτρισμός θα κληθούν να ανταγωνιστούν και στον τομέα των οχημάτων, πέραν της θέρμανσης, όπου είναι ήδη υποκατάστατα προϊόντα (substitute goods).

 

Η διαφοροποίηση των προβλέψεων για το ρόλο του φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή αποτυπώνεται στα παρακάτω παραδείγματα. Πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκτιμά ότι το μερίδιο της παραγωγής από μονάδες  φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου (CCGT) θα μειωθεί, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, από 17% το 2010, σε 15% το 2020, 14% το 2030 και 12% το 2050.  Αν και η υποχώρηση αυτή δεν αφορά απόλυτα μεγέθη, ούτε το σύνολο της ηλεκτροπαραγωγής από φυσικό αέριο, και υπόκειται σε ένα ευρύ φάσμα παραδοχών, επί των οποίων δύναται να τοποθετηθεί διαφορετικά κάθε αναλυτής, αναδεικνύει το επίπεδο προσαρμογής που αναμένει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων που έχουν τεθεί.

 

Συμπληρωματικά, σημειώνεται ότι στο σενάριο της «Πράσινης Μετάβασης» που παρατίθεται σε πρόσφατη μελέτη του Entso-G, η συνολική ζήτηση φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή εκτιμάται στα 167-232 bcm το 2035, έναντι 95 bcm το 2015. Καταλυτικές παραδοχές για μια τέτοια εξέλιξη είναι η υψηλή διείσδυση ΑΠΕ, η χαμηλότερη τιμή φυσικού αερίου συγκριτικά με τον άνθρακα, η αποτελεσματική λειτουργία της ενιαίας αγοράς, η εκτεταμένη εφαρμογή της διανομής θερμότητας και η ευρεία χρήση των ηλεκτρικών οχημάτων.  Το «περιβαλλοντικό» σενάριο της Eurogas προβλέψει αντίστοιχα, αύξηση του φυσικού αερίου στα 230 bcm έως το 2035, υποθέτοντας ένα ενεργειακό μίγμα που συνίσταται από 33% φυσικό αέριο, ΑΠΕ 44%, 6% άνθρακα και 17% πυρηνική ενέργεια. Το δυσμενέστερο σενάριο της Eurogas ως προς την περιβαλλοντική επίπτωση, προβλέπει 21% φυσικό αέριο, 40% ΑΠΕ, 17% άνθρακα, 1 % πετρέλαιο και 21% πυρηνική ενέργεια.   Κάποιες προβλέψεις σε εθνικό επίπεδο, οι οποίες προέρχονται επίσης από το εσωτερικό του τομέα του φυσικού αερίου, είναι πιο αισιόδοξες για την ενίσχυση της ζήτησής του. Στην Ισπανία για παράδειγμα, ο σύνδεσμος Sedigas εκτιμά ότι 5-10 GW μονάδων φυσικού αερίου χρειάζεται να προστεθούν στο Σύστημα για την υποστήριξη των ΑΠΕ και των επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων.

Νέες Προοπτικές - Το Παράδειγμα της Αποθήκευσης Ενέργειας από ΑΠΕ

 

Βάσει των παραπάνω ετερογενών δεδομένων για την εξέλιξη της ζήτησης του φυσικού αερίου και την εξάρτηση της από πολλαπλές παραδοχές και ενεργειακές πολιτικές, είναι αντιληπτό ότι το φυσικό αέριο πρέπει να εξελιχθεί πέραν του συμβατικού του ρόλου. Έως σήμερα, ο ρόλος αυτός έγκειται στην ασφάλεια εφοδιασμού, στη διαφοροποίηση του ενεργειακού μίγματος, στη μείωση των εκπομπών CO2, στην παροχή ευελιξίας για τη διαχείριση των στοχαστικών μεταβολών της παραγωγής ΑΠΕ. Σε επίπεδο χρήσεων πέραν της ηλεκτροπαραγωγής, κυριαρχούν η θέρμανση και οι μεταφορές, σε περιορισμένο ωστόσο βαθμό συγκριτικά με το θεωρητικό δυναμικό τους.  

 

Η στόχευση του χειμερινού πακέτου υποδεικνύει ότι το φυσικό αέριο μπορεί, υπό συνθήκες, να αποκτήσει σημαντικό ρόλο, σε μια σειρά νέων ζητημάτων, όπως η αποθήκευση ενέργειας από ΑΠΕ, η διαχείριση των δικτύων ηλεκτρισμού, αλλά και οι περιβαλλοντικοί στόχοι μέσα από τον εμπλουτισμό των πράσινων εκδοχών του. Πιο συγκεκριμένα, ο ορισμός της αποθήκευσης στη χειμερινή δέσμη διευρύνεται πλέον, ώστε να συμπεριλαμβάνει και την μετατροπή της ηλεκτρικής ενέργειας σε άλλους «μεταφορείς ενέργειας» (energy carriers), όπως το υδρογόνο.

 

Καθώς η ενίσχυση της καινοτομίας τονίστηκε από τον Επίτροπο Canete, θα ήθελα να σημειώσω ότι τα ερευνητικά και πιλοτικά προγράμματα που διεξάγονται στην Ευρώπη, ιδίως με τεχνολογίες power-to-gas (π.χ. μέσω της ηλεκτρόλυσης ταχείας απόκρισης στην Αγγλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία) είναι αξιοσημείωτα. Μένει να διαπιστωθεί αν τα πορίσματα τους θα μπορέσουν να μετουσιωθούν σε ευρείας κλίμακας εφαρμογές, να τυποποιηθούν και με ποιο κόστος. Η αίσθηση αρκετών ειδικών είναι ότι το χειμερινό πακέτο εισάγει έννοιες και μηχανισμούς κινήτρων για την καινοτομία που δίνουν μια προοπτική στις τεχνολογικές αυτές εφαρμογές. Στο πλαίσιο αυτό, αναμένουμε όλοι με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την παρουσίαση της εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επί των εφαρμογών αυτών.

 

Ας δούμε λίγο αναλυτικότερα την προοπτική της αποθήκευσης ενέργειας από ΑΠΕ μέσω των δικτύων φυσικού αερίου. Είναι ενδεχομένως χρήσιμο να αναφέρω κάποιους βασικούς δείκτες, ώστε να γίνει κατανοητή η κλίμακα των μεγεθών.  Τα ευρωπαϊκά δίκτυα φυσικού αερίου υπηρετούν 120 εκατ. καταναλωτές σε 28 χώρες. Το συνολικό μήκος τους είναι της τάξης των 2.2 εκατ. χμ, με τα συστήματα μεταφοράς να εκτιμώνται σε 0.26 εκατ. χμ. και τα δίκτυα διανομής σε 1.94 εκατ. χμ., βάσει στοιχείων της Eurogas. Παράλληλα, υφίστανται 150 υπόγειες αποθήκες φυσικού αερίου σε 25 κράτη μέλη.

Αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι τα δίκτυα φυσικού αερίου είναι υποδομές ασφαλείς, αξιόπιστες και καλά εδραιωμένες. Τα δίκτυα αυτά μεταφέρουν αισθητά περισσότερη ενέργεια από τα δίκτυα ηλεκτρισμού, ενώ ήδη ενέχουν διαθέσιμη πρόσθετη δυναμικότητα. Ως παράδειγμα, σημειώνεται ότι στην Αγγλία τα δίκτυα φυσικού αερίου μεταφέρουν τριπλάσια ενέργεια συγκριτικά με τα δίκτυα ηλεκτρισμού. Η ενέργεια αυτή είναι συγκρίσιμη με αυτή που καταναλώνεται για οδικές μεταφορές στη συγκεκριμένη χώρα. Σημαντική είναι επίσης η αποτελεσματικότητα των δικτύων, με τις απώλειες να είναι περιορισμένες, και την τελική χρήση του φυσικού αερίου να εμφανίζει βαθμό απόδοσης που υπερβαίνει συνήθως το 90%.

Σε αντιδιαστολή με την περίσσεια δυναμικότητας στα δίκτυα φυσικού αερίου, στον ηλεκτρισμό εμφανίζεται συχνά το φαινόμενο η ενέργεια από ΑΠΕ να υπερβαίνει τη δυναμικότητα του δικτύου ή να μην μπορεί να απορροφηθεί λόγω χαμηλής ζήτησης. Υπό τις συνθήκες αυτές εκδίδονται από τους Διαχειριστές εντολές περικοπής ΑΠΕ (curtailments). Ένα παράδειγμα που αναφέρεται συχνά είναι οι περικοπές των ανεμογεννητριών της Σκωτίας, τον Απρίλιο του 2013, οι οποίες κόστισαν στον Διαχειριστή 1 εκατ. λίρες ανά ημέρα.   

Η περίσσεια αυτή ενέργειας ΑΠΕ, αντί να παραμείνει αναξιοποίητη, μπορεί να μετασχηματιστεί μέσω ηλεκτρόλυσης σε υδρογόνο και να ενταχθεί στο δίκτυο φυσικού αερίου. Σε πρόσφατο συνέδριο για την αποθήκευση ενέργειας στο Λονδίνο, αναφέρθηκε η εκτίμηση ότι είναι εφικτή η αποθήκευση 2.8 TWh ενέργειας από αιολικά στην Αγγλία μέσω της προσέγγισης αυτής. Επιζητώντας επομένως, μια ισχυρότερη συνάφεια με περιβαλλοντικούς στόχους, διαφαίνεται ότι τα δίκτυα του φυσικού αερίου δύνανται, υπό συνθήκες, να αξιοποιηθούν ως ένα μέσο για τη μεταφορά και τη διανομή «ανανεώσιμων» αερίων (υδρογόνου και βιο-μεθανίου).

Μια κρίσιμη παράμετρος είναι προφανώς, η ασφάλεια. Είναι αναγκαίο να εξεταστούν ενδελεχώς τα επίπεδα ανοχής των υποδομών φυσικού αερίου για ένταξη υδρογόνου και να καταρτιστεί ένα συμπαγές θεσμικό πλαίσιο.  Είναι ενδεικτικό ότι τα όρια για την είσοδο του υδρογόνου στα δίκτυα φυσικού αερίου παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των χωρών εκείνων που τα έχουν  θεσπίσει, ενώ συχνά τα εθνικά θεσμικά πλαίσια χαρακτηρίζονται ως πολύπλοκα.

5. Τα ζητήματα που θα εξετάσει το Συμβούλιο των Ευρωπαίων Ρυθμιστών

Λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα αυτά και τις προοπτικές που διαφαίνονται, θα ήθελα να σας παρουσιάσω, ως μέλος του CEER, κάποιες διαπιστώσεις αλλά και ερωτήματα που θα εξετάσουμε κατά το τρέχον έτος. Προκειμένου να διαμορφώσει μια καλύτερη θεώρηση για τον νέο ρόλο του φυσικού αερίου, το CEER ανακοίνωσε στις 20 Μαρτίου του 2017 την προκήρυξη για την ανάθεση μιας διεξοδικής μελέτης επί του θέματος. Η προκήρυξη εμπεριέχει τα εξής σημαντικά στοιχεία:

1. Επισημαίνει ότι ο τομέας του φυσικού αερίου διέρχεται μια περίοδο σημαντικής αβεβαιότητας σχετικά με τον μελλοντικό του ρόλο στο ενεργειακό μίγμα.  Ειδικότερα, παρά τις φιλικές ιδιότητες του φυσικού αερίου συγκριτικά με άλλα ορυκτά καύσιμα, το κείμενο εντοπίζει ότι οι φιλόδοξοι στόχοι απανθρακοποίησης που θέτει η συνθήκη του Παρισιού, η αυξανόμενη διείσδυση των ΑΠΕ αλλά και οι τάσεις στις τιμές του άνθρακα και των ρύπων διοξειδίου του άνθρακα, συνεπάγονται μακροπρόθεσμα μια θέση για το φυσικό αέριο αρκετά αμφίβολη.  

2. Παρά την αβεβαιότητα για το μελλοντικό του ρόλο, το κείμενο αναγνωρίζει ότι το φυσικό αέριο, αν προσαρμοστεί κατάλληλα και αν θεσπιστούν οι κατάλληλες ευρωπαϊκές πολιτικές, μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην ικανοποίηση απαιτήσεων που αφορούν την ηλεκτροπαραγωγή, τις μεταφορές, και τη θέρμανση, και μετά το 2030/2040.

3. Η προσαρμογή του τομέα αφορά κυρίως:

  • Τον εκ νέου ορισμό του φυσικού αερίου ως εμπόρευμα (commodity), ώστε να συμπεριλάβει υποκατάστατα αλλά και «πράσινες» εκδοχές, όπως το βιομεθάνιο, το βιοαέριο,  αλλά και πρόσθετες μορφές, όπως το υγροποιημένο και το συμπιεσμένο φυσικό αέριο (LNG και CNG).

  • Την αξιοποίηση υφιστάμενων και αξιόπιστων υποδομών, ώστε να μην αφορούν αποκλειστικά το φυσικό αέριο στην παρούσα μορφή του. Αντιθέτως, οι υποδομές μπορούν να λειτουργήσουν ώστε να διευκολύνουν άλλες τεχνολογίες (όπως power-to-gas και υδρογόνο) και ιδίως την αποθήκευση ενέργειας ΑΠΕ. Τα δίκτυα φυσικού αερίου μπορούν έτσι να μετασχηματιστούν ώστε να αποτελέσουν ένα εργαλείο διαχείρισης των ηλεκτρικών δικτύων.

Πιο συγκεκριμένα, η μελέτη που θα εκπονηθεί θα εστιάσει, καταρχάς, σε σενάρια για τη ζήτηση φυσικού αερίου στην ΕΕ και ειδικότερα θα συμπεριλάβει:

  • Επισκόπηση των ευρωπαϊκών στόχων και του κοινοτικού πλαισίου που επηρεάζουν το μερίδιο του φυσικού αερίου στο ενεργειακό μίγμα, συμπεριλαμβάνοντας και εθνικούς στόχους, που είναι πιο φιλόδοξοι από τους ευρωπαϊκούς (όπως οι περιπτώσεις της Ολλανδίας και της Δανίας), χαρακτηριστικά «πράσινων» εκδοχών ή προϊόντων υποκατάστασης του φυσικού αερίου, αλλά και άλλων μορφών του.

  • Σύνοψη και μετα-ανάλυση μελετών του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, του ENTSO-G ή και άλλων φορέων αναφορικά με την εξέλιξη της ζήτησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε μεσο- και μακροπρόθεσμο επίπεδο (π.χ. έως το 2040).

  • Αποτίμηση της ανάγκης για υποδομές φυσικού αερίου, αντανακλώντας τα σενάρια για την εξέλιξη της ζήτησης (συνολική και αιχμιακή) αλλά και τη δυναμική άλλων τεχνολογιών, όπως power-to-gas και υδρογόνο.

  • Κατάρτιση σεναρίων, που να αντανακλούν ένα φάσμα ικανοποιητικής διακύμανσης για κρίσιμες παραμέτρους, ώστε να ληφθούν ως υποθέσεις εργασίας στα επόμενα παραδοτέα.

 

Εν συνεχεία, η μελέτη θα αξιολογήσει την επίδραση του ρυθμιστικού πλαισίου στο μερίδιο του φυσικού αερίου και το ρόλο των υποδομών του σε επιλεγμένα σενάρια.

 

Η αξιολόγηση αυτή θα περιλαμβάνει τις ακόλουθες τρεις διαστάσεις:

α) Το πρίσμα των τεχνολογικών εξελίξεων, και ιδίως:

  • Μεταβολές που ανακύπτουν στις χρήσεις και στις εφαρμογές του φυσικού αερίου σε διάφορους τομείς (θέρμανση, μεταφορά, ηλεκτροπαραγωγή, υποδομές αποθήκευσης)

  • Ανάλυση εμποδίων στην ανάπτυξη καινοτόμων χρήσεων (όπως η χρήση του LNG στη ναυτιλία) και εξέταση αν τυχόν ανασταλτικοί παράγοντες αντανακλούν ρυθμιστικά ζητήματα, όπως  η δομή των χρεώσεων μεταφοράς, η απουσία υποδομών ή και ρυθμιστικών κινήτρων.

 

β) Το πρίσμα των αγορών και του ανταγωνισμού

  • Επίδραση της ενδεχόμενης υποχώρησης της ζήτησης φυσικού αερίου και παράλληλα, της διατήρησης της αιχμής της, τουλάχιστον στα υφιστάμενα επίπεδα, στην ανταγωνιστικότητα του καυσίμου. Εξέταση πιθανών μέτρων για την αποφυγή φαύλων κύκλων στα κόστη φυσικού αερίου.

  • Αλλαγές θεσμικού πλαισίου καθώς και των αποδεκτών του ρυθμιστικού πλαισίου. Ενδεικτικά σημειώνεται ότι δεν υφίσταται ακόμη συγκροτημένο ενιαίο πλαίσιο για τον τομέα της διανομής θερμότητας (district heating).

  • Επίδραση της υποκατάστασης του φυσικού αερίου από άλλες πηγές ενέργειας στη λειτουργία των αγορών και ειδικότερα, στον ανταγωνισμό, στην ασφάλεια εφοδιασμού, και στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά.

 

γ) Το πρίσμα των υποδομών

Η διάσταση αυτή αφορά κυρίως μια προκαταρκτική αποτίμηση των σχεδίων ανάπτυξης δικτύων, όπως αποτυπώνονται στο δεκαετές πλάνο του ENTSO-G, με βάσει τα διαφορετικά σενάρια ζήτησης και τη συμβατότητα τους με την απανθρακοποίηση της οικονομίας. Ειδικότερα, περιλαμβάνει ανασκόπηση και προοπτική για προσεγγίσεις που αφορούν τη ρύθμιση των υποδομών φυσικού αερίου, όπως:

  • Η αντιμετώπιση των εν δυνάμει (ή αυξανόμενων) αναξιοποίητων υποδομών, ως απόρροια της υποχώρησης της αιχμιακής ζήτησης.

  • Κατάλληλα ρυθμιστικά καθεστώτα για νέες επενδύσεις, λαμβάνοντας υπόψη πιθανούς περιορισμούς στην ωφέλιμη ζωή των παγίων, λόγω απανθρακοποίησης.

  • Ενδεχόμενα ρυθμιστικά κίνητρα για καινοτομία, αντικατάσταση συμπιεστών, κλπ. σε σενάρια υψηλής ζήτησης.

  • Η προοπτική για τον προσδιορισμό μιας ρυθμιστικής διαδικασίας για σχεδιασμό, συντονισμό και χρηματοδότηση νέων υποδομών, πέραν του φυσικού αερίου, όπως η μετάβαση στη διανομή θερμότητας, το υδρογόνο, κλπ.

6. Ρυθμιστικές Εξελίξεις στην Ελλάδα στο Πλαίσιο της Ενεργειακής Μετάβασης

Έχοντας αναφερθεί στα ζητήματα που οι Ευρωπαίοι ρυθμιστές θα εξετάσουμε για την κατανόηση του νέου ρόλου του φυσικού αερίου και την μετεξέλιξη του ρυθμιστικού πλαισίου που το διέπει, θα ήθελα να σας παρουσιάσω ενδεικτικά κάποιες θετικές ρυθμιστικές εξελίξεις που συντελούνται στην Ελλάδα στον τομέα του φυσικού αερίου και στην πορεία μας προς την ενεργειακή μετάβαση, γενικότερα.

Καταρχάς, θα ήθελα να επισημάνω τη σημαντική διαφοροποίηση των απόψεων για το φυσικό αέριο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η οποία αποτυπώθηκε και στην εξέλιξη της σημερινής συζήτησης. Οι εκπρόσωποι των χωρών της Κεντροανατολικής Ευρώπης διατύπωσαν ήδη ισχυρές επιφυλάξεις για το αν το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής όντως υφίσταται στον βαθμό που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το αντιλαμβάνεται, για το αν οι ευρωπαϊκές πολιτικές για τις ΑΠΕ δύνανται να έχουν ουσιώδη επίδραση σε ένα ζήτημα παγκόσμιας διάστασης, και για το αν προκαλούν δυσμενείς επιπτώσεις στις εθνικές οικονομίες αλλά και υπέρμετρες επιβαρύνσεις των καταναλωτών.  

Εκφράστηκαν επίσης ενδοιασμοί για το αν το φυσικό αέριο είναι μια περιβαλλοντικά ενδεδειγμένη λύση σε σχέση με την πυρηνική ενέργεια. Η Ρυθμιστική Αρχή της Ουγγαρίας διατύπωσε την ανησυχία ότι το φυσικό αέριο υποβαθμίζει την οικονομία της χώρας τους, μειώνοντας την παραγωγή από εγχώριους πόρους και ενισχύοντας την εξάρτηση από εισαγωγές. Αντίστοιχα, ο πρώην Πρωθυπουργός της Τσεχίας παρουσίασε προηγουμένως κάποια στοιχεία που περιορίζουν την αισιοδοξία του ότι οι πολιτικές αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής μπορεί να αποβούν αποτελεσματικές. Στο σχετικό ερώτημα που τέθηκε από τη συντονίστρια της συζήτησης, η θέση μου είναι ότι πιστεύω στις ενεργειακές και περιβαλλοντικές πολιτικές, που βασίζονται σε ορθολογικό σχεδιασμό, συνοδεύονται από τεκμηριωμένες αναλύσεις επιπτώσεων, και υλοποιούνται μέσα από ανταγωνιστικές διαδικασίες, από τις οποίες απορρέουν εύλογα κόστη για τους καταναλωτές.

Θα ήθελα επίσης να τονίσω, ότι στην περιφέρεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, αποδίδεται ιδιαίτερη έμφαση στη διαφοροποίηση των πηγών και των οδεύσεων του φυσικού αερίου, τόσο για λόγους ασφάλειας εφοδιασμού αλλά και γεωπολιτικής σημασίας. Πέραν της υλοποίησης του αγωγού TAP, που εξελίσσεται με ταχείς ρυθμούς, αναμένεται στο προσεχές διάστημα το συμπληρωματικό market test για τον διασυνδετικό αγωγό Ελλάδας Βουλγαρίας, IGB.   Η  διαδικασία αναβάθμισης του τερματικού σταθμού LNG της Ρεβυθούσας, και ειδικότερα η προσθήκη της 3ης δεξαμενής, βρίσκεται επίσης σε εξέλιξη, ενώ εντείνονται οι προσπάθειες να συμπτυχθούν οι χρόνοι στην υλοποίησή της, κατόπιν καθυστερήσεων που διαπιστώθηκαν. Η πλωτή πλατφόρμα LNG στην Αλεξανδρούπολη, που εντάσσεται στα projects του CESEC, αλλά και ο αγωγός EastMed έχουν επίσης χαρακτηριστεί ως έργα στρατηγικής σημασίας, δημιουργώντας νέες προοπτικές στην ευρύτερη περιοχή. Σε όλες τις περιπτώσεις, η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας θα επεξεργαστεί το θεσμικό πλαίσιο, εφαρμόζοντας το κοινοτικό δίκαιο, σε συνεργασία με τους ρυθμιστές των εμπλεκόμενων χωρών, και αποσκοπώντας στο μέγιστο όφελος για τους καταναλωτές.

Αναφορικά με τις διεθνείς διασυνδέσεις, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι στο σημείο Kulata-Σιδηρόκαστρο, η δέσμευση και κατανομή δυναμικότητας γίνεται πλέον μέσω δημοπρασιών και κανόνων που τελούν σε συμμόρφωση με τον Κανονισμό 984/2013 (Capacity Allocation Management). Στις 9 Δεκεμβρίου 2016,  διεξήχθησαν οι πρώτες δημοπρασίες στην πλατφόρμα RBP που έχουν επιλέξει από κοινού οι δύο όμοροι Διαχειριστές, ΔΕΣΦΑ και Bulgartransgaz. Στην κατεύθυνση Βουλγαρία - Ελλάδα (φυσική ροή) δημοπρατήθηκε ένα εγγυημένο προϊόν, αδιάλειπτης μεταφορικής ικανότητας, εννεάμηνης διάρκειας για το χρονικό διάστημα 1 Ιανουαρίου έως 30 Σεπτεμβρίου 2017. Είναι σημαντικό ότι κατανεμήθηκε το  96% από τη διαθέσιμη δυναμικότητα σε 5 χρήστες, δημιουργώντας για πρώτη φορά ανταγωνισμό σε ένα κομβικό σημείο. Το προϊόν αυτό δεν είναι δεσμοποιημένο (bundled), καθώς από την Βουλγαρική πλευρά ανακοινώθηκε μηδενική διαθέσιμη δυναμικότητα, λόγω υφιστάμενων δεσμεύσεων με μακροχρόνια συμβόλαια. Πέραν του προαναφερθέντος εννεάμηνου προϊόντος, δημοπρατούνται επίσης τριμηνιαία, μηνιαία και ημερήσια προϊόντα. Η επόμενη πρόκληση για την πλήρη εφαρμογή του Κανονισμού CAM είναι η δημοπράτηση ενδοημερήσιων προϊόντων δυναμικότητας.

Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι εξελίξεις στην αντίστροφη ροή. Στην κατεύθυνση Ελλάδα - Βουλγαρία δημοπρατήθηκε, ήδη από τον Δεκέμβριο, διακοπτόμενο προϊόν μεταφορικής ικανότητας και η εξέλιξη αυτή κατέστη εφικτή λόγω της Συμφωνίας (Ιnterconnection Agreement) που υπογράφηκε μεταξύ των δύο Διαχειριστών τον Ιούνιο του 2016, με την ενεργό συμμετοχή των ρυθμιστών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.  Θα πρέπει να τονιστεί ότι επίκειται η αναθεώρηση της προαναφερθείσας Συμφωνίας, η οποία θα επιτρέψει και την φυσική, πέραν της εικονικής, ανάστροφης ροής στο διασυνδετικό αυτό σημείο. Στο πλαίσιο αυτό, στις ετήσιες δημοπρασίες που διεξήχθηκαν στις 6 Μαρτίου 2017, με βάση το ημερολόγιο του ENTSO-G, και με αναφορά το χρονικό διάστημα 1.10.2016 - 30.9.2017, δημοπρατήθηκε για πρώτη φορά ένα εγγυημένο, δεσμοποιημένο, προϊόν ανάστροφης ροής.  

Η εξέλιξη αυτή είναι ιστορικής σημασίας, καθώς δημιουργείται μια σημαντική προοπτική για μεταφορά του φυσικού αερίου προς το Βορρά.  Όπως ωστόσο, ανέδειξε πρόσφατη μελέτη του Ινστιτούτου REKK, η οποία παρουσιάστηκε στο CESEC, σε αρκετές χώρες που εμπλέκονται στον Βόρειο Διάδρομο, οι στρεβλώσεις στις ταρίφες φυσικού αερίου λειτουργούν αποτρεπτικά στις ανάστροφες ροές, επιβαρύνοντας ασύμμετρα την έξοδο του αερίου έναντι της μεταφοράς του σε εθνικό επίπεδο. Οι διεργασίες που συντελούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στον ευρωπαϊκό κώδικα TAR, ο οποίος έχει ως στόχο την ομογενοποίηση κάποιων αρχών και δομών για τις χρεώσεις μεταφοράς, αναμένεται να αποβούν κρίσιμες για την άμβλυνση των ζητημάτων που προαναφέρθηκαν.    

Εξίσου σημαντική για την ενεργειακή μετάβαση είναι και η προώθηση και ομαλή διείσδυση των ΑΠΕ, μέσα από ένα σταδιακά εξορθολογισμένο θεσμικό πλαίσιο. Ένα πλαίσιο προσαρμοσμένο στο κοινοτικό δίκαιο, που θα εισάγει οφέλη αλλά και εύλογα κόστη για τους καταναλωτές, μέσα από διαγωνιστικές διαδικασίες, προάγοντας παράλληλα τις επενδύσεις ΑΠΕ. Στην Ελλάδα, το νέο νομοθετικό πλαίσιο εισήχθη τον Αύγουστο του 2016,  και τον Δεκέμβριο η ΡΑΕ διενήργησε τον πρώτο πιλοτικό διαγωνισμό φωτοβολταϊκών. Οι τιμές που προέκυψαν συνεπάγονται όφελος για τους καταναλωτές αλλά υποδεικνύουν και τη βιωσιμότητα των έργων ΑΠΕ.  Επιπρόσθετα, προσφάτως η ΡΑΕ γνωμοδότησε για τις αρχές που θα διέπουν τις μόνιμες διαγωνιστικές διαδικασίες. Η εναρμόνιση που επιχειρείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μέσα από την προσαρμογή στις Κατευθυντήριες Γραμμές για τις Κρατικές Ενισχύσεις στην Ενέργεια και το Περιβάλλον, αναμένεται να εξομαλύνει το ευρωπαϊκό τοπίο, ανακόπτοντας τα σοβαρά ελλείμματα που προκάλεσαν προηγούμενες ενεργειακές πολιτικές αναφορικά με τις εγγυημένες ταρίφες σε πλήθος χωρών, όπως τόνισαν προηγούμενοι ομιλητές.

Μια συναφής εξέλιξη είναι ότι οι μονάδες φυσικού αερίου στην Ελλάδα αμείβονται κατά το τελευταίο έτος για τις υπηρεσίες ευελιξίας που παρέχουν, προκειμένου να αντιμετωπιστούν επαρκώς οι απαιτήσεις που προκαλεί η διείσδυση των ΑΠΕ. Το συνολικό ύψος του μηχανισμού ανέρχεται σε 171 εκατ. € κατά μέγιστο, καθώς εξαρτάται από το βαθμό απόκρισης των μονάδων και τις κυρώσεις που θα προσδιοριστούν κατά την αποτίμηση του μέτρου. Το ποσό αυτό αντιπαραβάλλεται με τα 575 εκατ. € το 2014, ένα ποσό υπέρογκο, που προκάλεσε στο παρελθόν την παρέμβαση της Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της ΕΕ κατόπιν καταγγελίας. Στο παρόν στάδιο, αναμένεται η επικαιροποίηση των μελετών επάρκειας και ευελιξίας από τον Διαχειριστή Συστήματος, ώστε να αξιολογηθούν οι ανάγκες που προκύπτουν και να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή ένα σχήμα βασισμένο σε διαγωνιστική διαδικασία, συμβατό με τις Κατευθυντήριες Γραμμές.

Επιπλέον, θετική είναι και η δυναμική που αναπτύσσεται στη διείσδυση του φυσικού αερίου σε επίπεδο δικτύων διανομής. Με αφετηρία την περιορισμένη υφιστάμενη διείσδυση στη χώρα μας και τις δομικές αλλαγές που εφαρμόστηκαν (όπως ο διαχωρισμός των δραστηριοτήτων προμήθειας και διανομής), προσδιορίσαμε ένα νέο ρυθμιστικό πλαίσιο, που δίνει έμφαση στην επέκταση και ανάπτυξη των δικτύων, με ισορροπημένα κριτήρια και μηχανισμούς κινήτρων στους Διαχειριστές. Ειδικότερα, επιμέρους παράμετροι του πλαισίου συνεπάγονται σημαντικές εκπτώσεις στα τέλη σύνδεσης ή και στα κόστη εσωτερικής εγκατάστασης, αλλά και οφέλη για το σύνολο των καταναλωτών μεσοπρόθεσμα, μέσα από την αύξηση των όγκων φυσικού αερίου.

Παράλληλα με τις θετικές αυτές αλλαγές, δε θα μπορούσε να αγνοήσει κανείς μια ιδιαίτερα αρνητική εξέλιξη, την πολυετή καθυστέρηση στην εγκατάσταση έξυπνων μετρητών. Προσφάτως, η έναρξη εφαρμογής του πολυαναμενόμενου πιλοτικού προγράμματος ακυρώθηκε στην πράξη λόγω δικαστικών εμπλοκών. Αν και οι καταναλωτές στερούνται προς το παρόν τη δυνατότητα να ελέγχουν την κατανάλωση τους και να την προσαρμόζουν σε οικονομικά σήματα της αγοράς, θα πρέπει να τονιστεί ότι έχουν ξεκινήσει να ανακύπτουν σημαντικά οφέλη από το άνοιγμα της λιανικής αγοράς μέσω μηχανισμών (δημοπρασίες ΝΟΜΕ) που στοχεύουν στην άμβλυνση δομικών ασυμμετριών.  

---------------------------------

Το παρόν άρθρο βασίζεται σε ομιλία της Νεκταρίας Καρακατσάνη στο συνέδριο της Eurogas με θέμα «Μπορεί το φυσικό αέριο να δώσει ώθηση στην ενεργειακή μετάβαση» που διεξήχθη στη Μπρατισλάβα και στη συμμετοχή της σε συζήτηση στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης με θέμα «Καινοτομία και Ρυθμιστικό Πλαίσιο στο Χειμερινό Πακέτο» .

 



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα