Skip to main content
Menu
English edition

Η Ευρώπη σπεύδει να εξασφαλίσει ότι δεν θα... κρυώσει το χειμώνα - Η ελληνική εμπλοκή στη σκακιέρα των αγωγών

Δημήτρης Κοιλάκος

Την προηγούμενη εβδομάδα, ο Maros Sefcovic αντιπρόεδρος της Κομισιόν, αρμόδιος για θέματα Ενέργειας, συναντήθηκε στη Μόσχα με το Ρώσο υπουργό Ενέργειας, Alexander Novak.

Στα πλαίσια των συζητήσεων, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να προχωρήσουν σε τριμερή συνάντηση με τη συμμετοχή και της Ουκρανίας, με αποκλειστικό θέμα συζήτησης το φυσικό αέριο και τη μεταφορά του στην Ευρώπη.

Μετά το πέρας των συζητήσεων, ο Ρώσος υπουργός δήλωσε ότι αυτό που κυρίως απασχόλησε τις δυο πλευρές ήταν «η αξιόπιστη μεταφορά φυσικού αερίου στην Ευρώπη κατά τη χειμερινή περίοδο, με δεδομένο ότι φέτος ξεκίνησε νωρίτερα και ο χειμώνας αναμένεται ιδιαίτερα ψυχρός».

Από μεριάς του, ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν τόνισε ότι Ρωσία, Ουκρανία και ΕΕ έχουν αμοιβαίο συμφέρον από την υλοποίηση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, προσθέτοντας ότι «ΕΕ και Ρωσία είναι αλληλεξαρτημένες στα ενεργειακά ζητήματα. Η ΕΕ είναι βασικός εξαγωγικός προορισμός των  καυσίμων της Ρωσίας, πληρώνει στην ώρα της και πληρώνει με "σκληρό νόμισμα". Επίσης, θέλει να συνεχίσει να αγοράζει και στο μέλλον ρωσικό φυσικό αέριο».

Εν τω μεταξύ, την Πέμπτη 24 Νοεμβρίου, ΕΕ και Ουκρανία υπέγραψαν δεκαετές μνημόνιο συνεργασίας για μια «Στρατηγική Ενεργειακή Eταιρική Σχέση» με στόχο «την ενδυνάμωση της ενεργειακής συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών».

Το μνημόνιο αυτό αποτελεί επικαιροποίηση της συμφωνίας που είχαν υπογράψει οι δυο πλευρές το 2005.

Ο Maros Sefcovic, σε δηλώσεις του κατέδειξε τη σημασία που προσδίδει η ΕΕ στη διατήρηση του διαμετακομιστικού ρόλου την Ουκρανίας στη μεταφορά ρωσικού φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά.

«Η Ουκρανία υπήρξε επί μακρόν στρατηγικός ενεργειακός εταίρος της ΕΕ. Ηταν μία αξιόπιστη χώρα μεταφοράς του ρώσικου φυσικού αερίου ακόμη και κατά τη διάρκεια ταραγμένων περιόδων. Θέλουμε να διατηρήσουμε την Ουκρανία ως μία σημαντική χώρα μεταφοράς (ρώσικου φυσικού αερίου) και στο μέλλον. Η Ουκρανία υποστηρίζει απόλυτα την Ενεργειακή Ένωση της ΕΕ και επιθυμεί να είναι στρατηγικός εταίρος στην εφαρμογή της. Τώρα είναι η στιγμή να διευρύνουμε τη συνεργασία μας και να προσελκύσουμε περισσότερες επενδύσεις σε όλους τους διαφορετικούς κλάδους του ενεργειακού τομέα», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Πέραν του ζητήματος της μεταφοράς του ρωσικού φυσικού αερίου, στο μνημόνιο αναδεικνύονται ως ιδιαίτερης σημασίας οι τομείς «της ενεργειακής επάρκειας και των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας», με τις δυο πλευρές να αποσκοπούν «στη δημιουργία μεγαλύτερης ασφάλειας στους επενδυτές».

Η ουκρανική εμπλοκή

Το θέμα των τιμών προμήθειας του ρωσικού φυσικού αερίου στην εσωτερική ουκρανική αγορά έχει τεθεί στο επίκεντρο των οξυμένων σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, με τη Ρωσία να προτάσσει την αδυναμία της ουκρανικής πλευράς να ανταπεξέλθει στις οικονομικές της υποχρεώσεις.

Ως αντίδραση, η Ρωσία αποκόπτει  την τροφοδοσία της Ουκρανίας σε αέριο, με αποτέλεσμα αφενός να εκδηλώνεται ενεργειακή ανεπάρκεια στην Ουκρανία, αφετέρου να επηρεάζεται αρνητικά η διοχέτευση του ρωσικού φυσικού αερίου προς τις ευρωπαϊκές αγορές μέσω Ουκρανίας.

Η ουκρανική πλευρά αντιδρά στις ρωσικές αξιώσεις, διεκδικώντας είσπραξη δασμών για τη μεταφορά του ρωσικού φυσικού αερίου από τα εδάφη της.

Ως απάντηση, η «Gazprom» μείωσε τα όρια των προβλεπομένων από τα σχετικά συμβόλαια ποσοτήτων φυσικού αερίου που διοχετεύει μέσω του ουκρανικού δικτύου.

Έτσι, με την Ουκρανία να διακρατεί ποσότητες για να καλύψει την εσωτερική της ζήτηση, οι ποσότητες που φτάνουν στην ευρωπαϊκή αγορά είναι μειωμένες.

Συνακόλουθα, αυξάνεται η σημασία του Nord Stream, μέσω του οποίου το ρωσικό φυσικό αέριο μεταφέρεται στην Ουκρανία κι από εκεί και στην υπόλοιπη ΕΕ, παρακάμπτοντας την Ουκρανία.

Η αναζήτηση εναλλακτικών δρόμων, μέσω των οποίων θα παρακάμπτεται η Ουκρανία, στόχος που για τη Ρωσία έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία λόγω της εντεινόμενης αντιπαράθεσής της με το ΝΑΤΟ, έχει τροφοδοτήσει την ανάπτυξη διάφορων επενδυτικών σχεδίων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το σχέδιο για τον South Stream, το οποίο τελικά ματαιώθηκε μετά από παρέμβαση της Κομισιόν. Ταυτόχρονα, Ρωσία και Γερμανία σχεδιάζουν το Nord Stream 2. Όμως, κι αυτό το σχέδιο συναντά αντιδράσεις στο εσωτερικό της ΕΕ, καθώς θα ενισχυθεί η εξάρτηση των υπολοίπων κρατών-μελών από το αέριο που θα διοχετεύται μέσω Γερμανίας.

Η μεσογειακή διέξοδος

Πέραν αυτών, προωθείται επίσης η διοχέτευση φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά μέσω της Μεσογείου. Σε αυτά τα πλαίσια, σχεδιάζεται η νότια όδευση αγωγών φυσικού αερίου, μέσω Τουρκίας.

Μέσω του λεγόμενου Νότιου Διαδρόμου, ο ΤΑΝΑΡ και ο ΤΑΡ, η κατασκευή των οποίων ήδη προχωρά, θα μεταφέρουν 16 δισ. κ.μ. κασπιανού αερίου από το τεράστιο αζέρικο κοίτασμα του Σαχ Ντενίζ προς την Τουρκία και την Ευρώπη.

Μια άλλη, παράλληλα εξελισσόμενη εκδοχή ενίσχυσης του νότιου δρόμου διοχέτευσης φυσικού αερίου, αφορά τον ρωσοτουρκικό αγωγό Turkish Stream.

Πρόκειται για ένα κολοσσιαίο σχέδιο της Gazprom, η οποία εκτιμά ότι το έργο  θα στοιχίσει συνολικά 13,3 δισ. δολάρια. Μέσω της μιας γραμμής του συγκεκριμένου αγωγού προβλέπεται να αντικατασταθεί το αέριο που ήδη φτάνει στην Τουρκία. Το δεύτερο σκέλος του, σχεδιάζεται με στόχο να τροφοδοτεί την ευρωπαϊκή αγορά μέσω Ελλάδας. Η συζήτηση για τον Turkish Stream, ο οποίος για αρκετό χρονικό διάστημα είχε μπει στο «ψυγείο», έχει αναθερμανθεί το τελευταίο διάστημα, ως αποτέλεσμα και της βελτίωσης των σχέσεων Ρωσίας-Τουρκίας, που οδήγησε και στην υπογραφή σχετικών συμφωνιών.

Σύμφωνα με τα σχέδια της Gazprom, ο αγωγός θα καταλήγει λίγα χιλιόμετρα από τα ελληνοτουρκικά σύνορα, ενώ έχει προβλεφθεί η τεχνική δυνατότητα για μεταφορά αερίου προς την Ευρώπη μέσω ελληνικού εδάφους.

Άλλωστε, η επέκταση του αγωγού στην Ελλάδα αποτελούσε μέρος του αρχικού σχεδιασμού, όμως το συγκεκριμένο σενάριο φάνηκε να απομακρύνεται από το 2015, εξαιτίας της επιδείνωσης στις σχέσεις ΕΕ-Ρωσίας, ως αποτέλεσμα των οποίων η Gazprom κατηγορήθηκε από την Κομισιόν για εφαρμογή μονοπωλιακών πρακτικών στην Ανατολική Ευρώπη. 

Πρόσφατα, υπήρξαν σαφείς ενδείξεις ότι το ενδεχόμενο αναβίωσης αυτής της προοπτικής ξαναβρέθηκε στο προσκήνιο, μέσω και αρκετών σχετικών αναφορών από ρωσικής πλευράς. Αξίζει να θυμηθούμε την επισήμανση που επανέλαβε ο κ. Λαβρόφ κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στη χώρα μας, σύμφωνα με την οποία η επέκταση της δεύτερης γραμμής του Turkish Stream προς την ΕΕ δεν πρόκειται να προχωρήσει αν το σχέδιο δε λάβει την έγκριση της ΕΕ.

Ο ρόλος των ΗΠΑ και η Ελλάδα

Ενεργό ρόλο στη διαπάλη σχετικά με την όδευση των αγωγών φυσικού αερίου στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου έχουν οι ΗΠΑ, οι οποίες, μέχρι τώρα, φαίνεται να μην επιθυμούν την επέκταση του Turkish Stream προς την Ευρώπη, θεωρώντας το συγκεκριμένο έργο ανταγωνιστικό προς το Νότιο Διάδρομο.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι η ελληνική κυβέρνηση τηρεί ιδιαίτερα προσεκτική στάση σε σχέση με τις προοπτικές ανάπτυξης της δεύτερης γραμμής του Turkish Stream προς την Ελλάδα, παρακολουθώντας τις εξελίξεις, χωρίς, προς το παρόν, να δραστηριοποιείται προωθητικά ή αποτρεπτικά προς το σενάριο αυτό, τουλάχιστον στο προσκήνιο.

Tόσο το ζήτημα του Νότιου Διαδρόμου, όσο και ιδιαίτερα το ζήτημα του LNG φαίνεται ότι είναι ψηλά στην ατζέντα των ΗΠΑ για την περιοχή, με δεδομένες μάλιστα τις έρευνες που αναδεικνύουν ότι η μεταφορά LNG προοπτικά θα υπερισχύσει διεθνώς της μεταφοράς μέσω αγωγών, με τις ΗΠΑ να διεκδικούν το μεγαλύτερο μερίδιο στη σχετική αγορά. Μάλιστα, η έμφαση στις αμερικανικές εξαγωγές που υπόσχεται ο νεοεκλεγείς πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντ. Τραμπ, ενισχύει το αμερικανικό ενδιαφέρον για τις σχετικές εξελίξεις.

Δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει, άλλωστε, ότι το ζήτημα του φυσικού αερίου βρέθηκε στο επίκεντρο των συζητήσεων που είχε με ο Αλ. Τσίπρας με τον Μπ. Ομπάμα, στα πλαίσια της πρόσφατης επίσκεψης του απερχόμενου προέδρου των ΗΠΑ στη χώρα μας.

Όπως χαρακτηριστικά είχε αναφέρει ο Έλληνας πρωθυπουργός, στα πλαίσια της κοινής συνέντευξης τύπου που παρέθεσε με τον Αμερικανό πρόεδρο, «με τον πρόεδρο Ομπάμα είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε για τους αγωγούς TAP και IGB, για το τερματικό LNG της Αλεξανδρούπολης, αλλά και για τα κοιτάσματα και το αέριο της Ανατολικής Μεσογείου», για να προσθέσει επίσης πως «συζητήσαμε για τα ενεργειακά έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη αλλά και για τις προοπτικές με τη διάνοιξη νέων δρόμων φυσικού αερίου στην ανατολική Μεσόγειο με διασφάλιση της ειρήνης στην περιοχή».

Παράλληλα, ο πρωθυπουργός, στα πλαίσια της περιοδείας του στην περιοχή την προηγούμενη εβδομάδα, δεν παρέλειψε να αναδείξει τη σημασία που έχει το τερματικό LNG της Αλεξανδρούπολης για τους σχεδιασμούς της ελληνικής κυβέρνησης να καταστήσει τη χώρα ενεργειακό κόμβο.             

Η όλη συζήτηση σχετίζεται άμεσα και με τις προοπτικές που διανοίγονται από την ανάπτυξη των μεγάλων κοιτασμάτων φυσικού αερίου που βρέθηκαν τα τελευταία χρόνια στα χωρικά ύδατα της Κύπρου και του Ισραήλ. Εκτιμάται ότι οι εισαγωγές φυσικού αερίου από αυτές τις περιοχές στην ευρωπαϊκή αγορά θα επιφέρουν μεγάλες ανακατατάξεις, με αποτέλεσμα να συγκεντρώνεται μεγάλο ενδιαφέρον γύρω από τις σχετικές εξελίξεις.

Είναι χαρακτηριστική η βαρύτητα που έχει δοθεί από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές στις τριμερείς σχετικές συζητήσεις Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.

Την ίδια ώρα, η αναθέρμανση των σχέσεων Τουρκίας – Ισραήλ αντανακλάται και στην προοπτική μεταφοράς του ισραηλινού φυσικού αερίου στην Ευρώπη μέσω Τουρκίας, σενάριο που το τελευταίο διάστημα συζητιέται όλο και πιο έντονα.

Αυτό το σενάριο, όμως, θα πρέπει να εξεταστεί παράλληλα με τις προοπτικές του EastMed, που σύμφωνα με τα όσα ανακοινώθηκαν πρόσφατα από την ελληνική κυβέρνηση είναι έργο που έχει μπει στις ράγες της υλοποίησης.

Την ίδια ώρα, η Τουρκία φαίνεται αποφασισμένη να διεκδικήσει ένα μεγάλο μέρος των εξαγωγών LNG από τις ΗΠΑ με τις υποδομές τις οποίες έχει ήδη αναπτύξει.

Οι αντιδράσεις των άλλων χωρών

Είδαμε ήδη ότι στο εσωτερικό της ΕΕ υπάρχουν φωνές που αντιδρούν στην ενίσχυση της κεντρικότητας του ρόλου της Γερμανίας στη διοχέτευση φυσικού αερίου στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές. Όμως, οι φωνές αυτές δε συγκροτούν κάποιο ενιαίο μπλοκ, καθώς έχουν αντιπαρατιθέμενα συμφέροντα, τα οποία αντανακλώνται στο σχεδιασμό της ενεργειακής στρατηγικής τους.

Από τη μια πλευρά, η Πολωνία και οι χώρες της Βαλτικής, αντιτάσσονται τόσο στο Nord Stream 2, όσο και στο South Stream, προτάσσοντας το ότι οποιοδήποτε από τα δυο σχέδια κι αν προχωρήσει, θα ενισχυθεί η ενεργειακή εξάρτηση της ΕΕ από τη Ρωσία, ενώ ταυτόχρονα προβάλλουν την αλληλεγγύη τους στην Ουκρανία. Σε αυτά τα πλαίσια, προκρίνουν το σχέδιο ανάδειξης της Πολωνίας σε κόμβο μεταφοράς LNG, σχέδιο έχει και την υποστήριξη των ΗΠΑ.

Από την άλλη πλευρά, η Ιταλία, δεδομένου και του ότι μετέχει στον TAP, τάσσεται υπέρ του Νοτίου Διαδρόμου.

Σε ό,τι αφορά τη Βουλγαρία, η στάση της οποίας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική πλευρά λόγω και του IGB, όλοι τελούν εν αναμονή των κινήσεων του νεοεκλεγέντος προέδρου της χώρας, ο οποίος, σύμφωνα με τον τοπικό και διεθνή τύπο, φέρεται να επιδιώκει την αναβάθμιση των σχέσεων με τη Ρωσία.

Όπως βλέπουμε, αυτή η έλλειψη σύμπνοιας αφορά και τα μέλη του ΝΑΤΟ, τόσο εντός ΕΕ, όσο κι εκτός (ΗΠΑ, Τουρκία), παρά την ένταση της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία το τελευταίο διάστημα.

Η Ελλάδα στο επίκεντρο

Είναι φανερό ότι η Ελλάδα βρίσκεται «στο μάτι του κυκλώνα», καθώς, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όλα τα υπό συζήτηση σενάρια την αφορούν άμεσα, είτε γιατί περιλαμβάνουν ελληνικά εδάφη, είτε γιατί οι εξελίξεις θα συντελεστούν στα σύνορά της.

Την ίδια ώρα, δεν θα πρέπει κανείς να παραγνωρίσει τη σημασία που έχει για τη χάραξη της στρατηγικής της ελληνικής πλευράς το γεγονός ότι σε όλα αυτά τα σχέδια, υπάρχει μεγαλύτερη ή μικρότερη εμπλοκή εγχώριων επιχειρηματικών ομίλων: η Gazprom έχει στενές σχέσεις (πωλητή - αγοραστή) με τη ΔΕΠΑ και (συνεταιρική) με τον Όμιλο Κοπελούζου, όλοι οι εμπλεκόμενοι στο σίριαλ του ΔΕΣΦΑ σχετίζονται με το Νότιο Διάδρομο, η Energean έχει αποφασιστικό ρόλο στα κοιτάσματα φυσικού αερίου του Ισραήλ, το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο κυριαρχεί διεθνώς στη μεταφορά LNG κ.ο.κ.

Ως εκ τούτου, η διαχρονική επιλογή των ελληνικών κυβερνήσεων τα τελευταία χρόνια να επιδιώξουν τη μετατροπή της χώρας σε ενεργειακό κόμβο, ανεξάρτητα από τις επιμέρους προτεραιότητες που θέτει η εκάστοτε κυβέρνηση, θέτει τη χώρα στο επίκεντρο ενός περίπλοκου γεωπολιτικού συμπλέγματος.

Πρόκειται για μια παρτίδα σκάκι υψηλών απαιτήσεων, στην οποία η κάθε κίνηση έχει μεγάλο ρίσκο και μπορεί να προκαλέσει ένα ντόμινο εξελίξεων.

 



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A