Skip to main content
Menu
English edition Live Blog Weekly Issues

Gas & Power Trading στην Ελλάδα: ατενίζοντας το μέλλον με αισιοδοξία

Παρά τις εκατέρωθεν αντεγκλήσεις και εντάσεις μεταξύ των πολιτικών κομμάτων που εναλλάσσονται στην εξουσία τα τελευταία χρόνια, η εθνική αγορά ενέργειας έχει καταφέρει να θέσει τις βάσεις για να γυρίσει οριστικά σελίδα και να αποτελέσει ένα ελκυστικό πεδίο άνθησης του εμπορίου ενέργειας, του λεγόμενου trading. Το παρόν άρθρο έχει ως σκοπό να αναδείξει τους θετικούς οιωνούς που διαφαίνονται ήδη στον τομέα εμπορίας του φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού στην Ελλάδα.

Το 2017 ήταν μία χρονιά-ρεκόρ για την εθνική ζήτηση φυσικού αερίου, η οποία ξεπέρασε τα 4.8 δις κυβικά μέτρα. Η συγκεκριμένη επίδοση δεν ήταν απλά η υψηλότερη που έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα αλλά παράλληλα ξεπερνάει και όλες τις προβλέψεις για την ετήσια ζήτηση φυσικού αερίου στην χώρα μας έως το 2025. Κοιτώντας κανείς τους επιμέρους τομείς, θα δει πως τόσο η κατανάλωση αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή όσο και στους υπόλοιπους καταναλωτές ξεπέρασε επίσης τις αντίστοιχες προσδοκίες για το 2017.

Και αυτές οι μετρήσεις καταγράφονται εν όψει εξελίξεων που αφήνουν περιθώριο ελπίδας για ακόμη καλύτερες επιδόσεις στο άμεσο μέλλον. Αναφέρομαι καταρχάς στο πλούσιο επενδυτικό πρόγραμμα για επέκταση του φυσικού αερίου σε όλη την ελληνική επικράτεια, τόσο μέσω επίγειων δικτύων όσο και εφαρμογών συμπιεσμένου ή υγροποιημένου φυσικού αερίου. Αρκεί κανείς να γνωρίζει πως αυτή τη στιγμή περισσότερο από το 25% του ελληνικού πληθυσμού δεν έχει πρόσβαση σε φυσικό αέριο, ποσοστό αρκετά σημαντικό ώστε να μας επιτρέπει να ελπίζουμε σε συνέχιση των υγιών ρυθμών ανάπτυξης της ζήτησης και τα επόμενα χρόνια.

Όσον αφορά την κατανάλωση φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή, δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς πως οι χαμηλές τιμές πετρελαίου και συνεπώς οι χαμηλές τιμές αερίου επέτρεψαν την αισθητή αύξηση της εθνικής ζήτησης. Όμως βαδίζοντας προς το 2020, αναμένουμε εξελίξεις που γεννούν ελπίδες για τη συνέχιση αυτής της θετικής πορείας. Σε αυτές συγκαταλέγονται η συνολική καθαρή απόσυρση μονάδων λιγνίτη της ΔΕΗ της τάξεως του 1GW που ισοδυναμεί περίπου με το 25% της υφιστάμενης δυναμικότητάς της σε άνθρακα, καθώς και η πρόσφατη ανακοίνωση για την κατασκευή μίας νέας μονάδας συνδυασμένου κύκλου 650MW από μεγάλο ελληνικό ιδιωτικό όμιλο με ορίζοντα λειτουργίας το 2020.

Εξελίξεις σαν και αυτές θα ενισχύσουν τα ήδη θετικά σημάδια που εμφανίζει η εθνική αγορά ενέργειας αναφορικά με την παροχή υγιών οικονομικών κινήτρων για την αποδοτική – και σχεδόν απαλλαγμένη πλέον από δημόσιες επιδοτήσεις – λειτουργία σταθμών ηλεκτροπαραγωγής από φυσικό αέριο. Ενδεικτικά αναφέρω μερικά: α) το γεγονός πως η εγκατεστημένη ισχύς σε φυσικό αέριο ξεπερνά ήδη αυτή του λιγνίτη κατά περίπου 25% (5 GW έναντι 4GW), β) την αύξηση του μεριδίου αγοράς του φυσικού αερίου από 27% σε 36% και την αντίστοιχη πτώση αυτού του λιγνίτη από 52% σε 39% στο διάστημα 2012-2017, γ) το γεγονός πως η οριακή τιμή συστήματος ηλεκτρισμού το 2016 και το 2017 καθορίστηκε περισσότερες ώρες από τις μονάδες φυσικού αερίου παρά από τις μονάδες λιγνίτη (+10%).

Παράλληλα, η πατρίδα μας υλοποιεί το υπόβαθρο υποδομών που θα την αναδείξουν στην πράξη σε ενεργειακό κόμβο, δηλαδή σε σημείο γεωγραφικής συνάντησης ενεργειακών πηγών διαφορετικού τρόπου τιμολόγησης και εμπορικών χαρακτηριστικών. Αυτές είναι μερικές από τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις για να αποκτήσει μία αγορά αυτό που στη διεθνή ορολογία του trading θα ονόμαζε κανείς “optionality” δηλ. περιφραστικά «ευελιξία και πληθώρα εμπορικών επιλογών». Για την καλύτερη επεξήγηση του πόσο πολύτιμο για μία αγορά είναι το λεγόμενο “optionality”, αρκεί να αναφέρω μερικά ενδεικτικά παραδείγματα.

Το 2021 κάθε προμηθευτής που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα θα έχει τη δυνατότητα να επιλέγει κάθε φορά τη βέλτιστη - εμπορικά - λύση αναφορικά με την προέλευση του αερίου που χρειάζεται, καθώς στη χώρα μας θα φτάνει αέριο από την Κασπία μέσω TAP, αέριο από τη Ρωσία μέσω Βουλγαρίας ή/και του υλοποιούμενου Turkish Stream, αέριο από την Ιταλία μέσω ανάστροφης ροής του ΤΑΡ, υγροποιημένο φυσικό αέριο LNG από οποιοδήποτε μέρος του πλανήτη μέσω του τερματικού της Ρεβυθούσας - του οποίου η λειτουργική αναβάθμιση ολοκληρώνεται – και δυνητικά του νέου τερματικού στην Αλεξανδρούπολη. Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφέρω πως ήδη η χώρα μας καλύπτει περίπου το 30% των αναγκών της μέσω εισαγωγών LNG, όταν στην Ε.Ε η υψηλότερη επίδοση που έχει καταγραφεί ποτέ δεν ξεπερνά το 16% (εξαιρουμένης της Ισπανίας)!

Όσον αφορά την τιμολόγηση του αερίου, η τιμολόγηση με βάση τις παγκόσμιες τιμές πετρελαίου θα πάψει να είναι μονόδρομος και θα εμπλουτιστεί με επιπλέον δείκτες και σημεία αναφοράς (benchmarks). Όσον αφορά τους πελάτες που θα μπορεί να διεκδικήσει ένας προμηθευτής, αυτοί θα μπορούν να βρίσκονται στη Βουλγαρία ή τη Ρουμανία με τη βοήθεια του υλοποιούμενου αγωγού IGB, στην Ιταλία με τη βοήθεια του υλοποιούμενου αγωγού TAP, στα Σκόπια με τη βοήθεια του σχεδιαζόμενου κάθετου άξονα, ακόμη και στην Τουρκία μέσω της υφιστάμενης σύνδεσης. Συνεπώς, η η μελλοντική δραστηριοποίηση μίας ενεργειακής εταιρείας στην Ελλάδα αποκτά πλέον περιφερειακή διάσταση και όχι αποκλειστικά εθνική, διευκολύνοντας έτσι την προσέλκυση επενδύσεων.

Ίσως αυτός είναι και εν μέρει ο λόγος που βλέπουμε πλέον τις ιδιωτικοποιήσεις που αφορούν τις ενεργειακές ΔΕΚΟ να προσελκύουν πιο εύκολα διεθνές επενδυτικό ενδιαφέρον, όπως συνέβη πρόσφατα στην περίπτωση του ΔΕΣΦΑ. Αποτελεί βαθιά μου πεποίθηση πως οι ιδιωτικοποιήσεις εξυπηρετούν αποτελεσματικά τέσσερις εξίσου σημαντικές στοχεύσεις: α) την άμεση εισαγωγή σημαντικών ιδιωτικών κεφαλαίων στην οικονομία, β) την εξασθένιση κρατικού και κομματικού παρεμβατισμού στην αγορά, γ) τη δέσμευση ιδιωτικών εταιρειών σε μεγάλα επενδυτικά προγράμματα αναβάθμισης των εθνικών υποδομών, δ) τη δημιουργία θέσεων υψηλής επιστημονικής εξειδίκευσης στον ιδιωτικό και όχι στο δημόσιο τομέα. Γι’ αυτό και προσωπικά συνεχίζω να υποστηρίζω το σταδιακό απογαλακτισμό των ενεργειακών ΔΕΚΟ από το Δημόσιο.

Στις θετικές προαναφερθείσες εξελίξεις αξίζει κανείς να προσθέσει και τις μεταρρυθμίσεις που ήδη έχουν υλοποιηθεί προς την κατεύθυνση απελευθέρωσης της αγοράς. Σε αυτόν τον τομέα απομένουν ακόμη σημαντικές δράσεις όπως η «πολύπαθη» εφαρμογή του Target Model, η αποκρατικοποίηση της ΔΕΗ στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, η εκπόνηση κώδικα προμήθειας αερίου και η θεσμοθέτηση του Χρηματιστηρίου Ενέργειας. Όμως φαίνεται πως η διευθέτηση και αυτών των εκκρεμοτήτων έχει ήδη δρομολογηθεί.

Σε κάθε περίπτωση, η μετατροπή της ελληνικής αγοράς ενέργειας σε μία σύγχρονη αγορά με έντονη περιφερειακή διάσταση και σημαντικό αριθμό εμπορικών ευκαιριών είναι πλέον σχεδόν νομοτελειακή. Προσωπικά είμαι σίγουρος πως μέχρι το 2021 (δηλ. «άμεσα», σε όρους ενεργειακού σχεδιασμού) η σημερινή αισιοδοξία θα έχει ήδη μετουσιωθεί σε πραγματικότητα.

---------------------

* Ο Αλέξανδρος Λαγάκος είναι Ιδρυτικός Πρόεδρος του Greek Energy Forum και Εμπειρογνώμονας του ΟΗΕ για το Φυσικό Αέριο

Το άρθρο περιλαμβάνεται στον τόμο GREEK ENERGY 2018 που εκδίδει για έβδομη συνεχή χρονιά το επιτελείο του energypress

  



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα