Η πολιτική για νέες μονάδες εισαγωγής ορυκτού αερίου και η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής
Η πολιτική της Ελλάδας για την εγκατάσταση ΑΣΦΑ για εισαγωγές ορυκτού αερίου
Από το 2019 προωθείται συνεχώς η ιδέα να καταστεί η Ελλάδα «ενεργειακός κόμβος για την ανατολική Μεσόγειο», παράγοντας και εισάγοντας ορυκτά καύσιμα, τα οποία θα διοχετεύονται σε χώρες της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης (και εν μέρει στην Ιταλία μέσω του υπάρχοντος αγωγού TAP-Τransadriatic Pipeline). Παρ’ ότι η χώρα μας έχει δεσμευθεί να μειώσει τις εκπομπές ρύπων Αερίων του Θερμοκηπίου (ΑτΘ), μία πτυχή που συχνά παραγνωρίζεται όταν διαφημίζονται τα παραπάνω σχέδια είναι η συμβολή τους στις εκπομπές (ΑτΘ).
Στην Ελλάδα σήμερα λειτουργούν δύο ΑΣΦΑ. Η μονάδα ΑΣΦΑ Αλεξανδρούπολης έχει ήδη τεθεί σε λειτουργία, όντας η δεύτερη της χώρας μετά από εκείνην της Ρεβυθούσας (και πρώτη πλωτή), η οποία τέθηκε σε λειτουργία το 2000. Από το 2019 άλλες τρεις μονάδες έχουν ενταχθεί στον εθνικό σχεδιασμό (‘Διώρυγα’ στους Αγίους Θεοδώρους Κορίνθου, ‘Aργώ’ στη Μαγνησία –η οποία όμως προσφάτως απορρίφθηκε- και ‘Θεσσαλονίκη’). Εκτός της μονάδας της Ρεβυθούσας, οι μονάδες αυτές δεν αφορούν στην κάλυψη εγχώριας ζήτησης, αλλά έχουν αμιγώς εξαγωγικό σκοπό και συνεπώς εμπορικό-κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, τα λειτουργούντα ΑΣΦΑ σε συνδυασμό με τους ήδη υπάρχοντες αγωγούς ορυκτού αερίου υπερκαλύπτουν την εγχώρια σημερινή και προβλεπόμενη μειούμενη μελλοντική ζήτηση ορυκτού αερίου. Ακόμη, τα λειτουργούντα ΑΣΦΑ έχουν λάβει ισχυρή κρατική οικονομική ενίσχυση, που ξεπερνάει το 50% και για κάποια από τα σχεδιαζόμενα έχει απαιτηθεί κρατική ενίσχυση.
Αν υποθέσουμε ότι οι νέες μονάδες εισαγωγής αερίου θα αρχίσουν τη λειτουργία τους ως το 2030 (περίπου όπως διαμηνύεται), προκύπτουν αβίαστα δύο ερωτήματα:
α) Ενόψει του στόχου ουδετερότητας -τόσο του Ενωσιακού όσο και του Ελληνικού Κλιματικού Νόμου- βοηθούν ή όχι στην επίτευξη του διπλού αυτού στόχου μέχρι το 2050 οι νέες μονάδες σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες;
β) Κατά πόσο δικαιολογείται η επιδότηση από κρατικά ή ευρωπαϊκά κονδύλια ή/και εγγυήσεις;
Έτσι αξίζει να εκτιμήσουμε τις εκπομπές ΑτΘ που θα μπορούσαν να προκαλέσουν μέχρι το 2050, όταν θα πρέπει η χώρα μας και όλη η Ευρώπη να έχουν επιτύχει την κλιματική ουδετερότητα, δηλαδή τον εκμηδενισμό των «καθαρών» εκπομπών αερίων φαινομένου θερμοκηπίου (ΑτΘ).
Επίπεδα ρύπων Αερίων του Θερμοκηπίου
Για την Ελλάδα, οι εκτιμήσεις εξέλιξης των εκπομπών ΑτΘ σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο για το Κλίμα και την Ενέργεια [1] είναι για «καθαρές» εκπομπές 62,3 εκατομμύρια τόνους ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα (MtCO2e) το 2025, 41,9MtCO2e το 2030, 32,5MtCO2e το 2035, 21,1MtCO2e το 2040, 11,8MtCO2e το 2045 και 2,6MtCO2e το 2050. Το 2024, οι πραγματικές εκπομπές της χώρας ήταν 68,8 MtCO2e και οι «καθαρές» 64,3 MtCO2e. Αντίστοιχα, το 2024 εκπέμφθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση 2.970 MtCO2e, ενώ εκτιμάται ότι οι ετήσιες εκπομπές ΑτΘ στην Ευρώπη συνολικώς θα ανέρχονται σε 1.802 εκατομμύρια τόνους το 2035, 1.465 εκατομμύρια το 2040, 1.225 το 2045 και 1.062 το 2050. Η λειτουργία των ΑΣΦΑ έχει διπλή συμμετοχή στην αύξηση εκπομπών ΑτΘ, τόσο από τη λειτουργία των εγκαταστάσεων τους, όσο και κυρίως από την καύση των ποσοτήτων ορυκτού αερίου που θα διανέμονται μέσω αυτών προς κατανάλωση σε τρίτες χώρες.
Με βάση την ανάλυση που πραγματοποίησε για το ελληνικό γραφείο της Greenpeace η εταιρεία Face3ts, οι λειτουργούσες και οι σχεδιαζόμενες μονάδες ΑΣΦΑ (θα) προκαλούν πολύ υψηλά επίπεδα εκπομπών ΑτΘ [2]. Συγκεκριμένα, η λειτουργία των εγκαταστάσεων των πέντε ΑΣΦΑ θα προκαλούσε συνολικά εκπομπές μεταξύ 140,6 χιλιάδων έως 232,6 χιλιάδων τόνων CO2e ετησίως με βάση το μέσο και το μέγιστο σενάριο χρήσης. Στις ποσότητες αυτές όμως πρέπει να προστεθούν και οι εκπομπές που θα προκληθούν κατά την καύση του αερίου που θα διακινηθεί μέσω αυτών ως τελική χρήση (σε κατοικίες, εργοστάσια κ.λ.π.), οι οποίες ανέρχονται σε ετήσια βάση σε 53,20 έως 73,7 εκατομμύρια τόνους CO2e.
Σε βάθος εικοσαετίας -από το 2030 ως το 2050- οι εκπομπές από τη λειτουργία και την καύση των ποσοτήτων αερίου που διακινείται μέσω των πέντε ΑΣΦΑ θα ανέρχονταν μεταξύ 1.063,2 και 1.473,84 εκατομμυρίων τόνων ισοδύναμου CO2 αντιστοίχως με βάση το μέσο και το μέγιστο σενάριο χρήσης ετησίως στη διάρκεια της εικοσαετίας [4].
Για να κατανοήσουμε την τάξη μεγέθους αυτών των ρύπων σύμφωνα με τα παραπάνω δεδομένα, κατά το πλέον ευνοϊκό για τις εταιρείες σενάριο της μέγιστης χρήσης των ΑΣΦΑ, αξίζει να συγκρίνουμε με τις ετήσιες εκπομπές Ελλάδας και Ευρώπης με χρονικά σημεία αναφοράς το 2024 (τελευταίων βεβαιωμένων στοιχείων), το 2030 και το 2050.
● Οι συνολικές εκπομπές είκοσι ετών βάσει του «σεναρίου μέγιστης χρήσης» θα ήταν 33,7 φορές μεγαλύτερες από τις εκπομπές ΑτΘ της Ελλάδας στο έτος 2030 και 569 φορές υψηλότερες από το επιδιωκόμενο ποσό για το 2050.
● Υπολογίζοντας τo μέσo σενάριo για τις διερχόμενες ποσότητες για κάθε μία από τις πέντε μονάδες, τότε οι εκπομπές εικοσαετίας εξαιτίας των εισαγωγών των ΑΣΦΑ ανέρχονται σε ύψος 24,3 φορές μεγαλύτερο των ρύπων της Ελλάδας στο 2030 και 410 φορές περισσότερες από τους ρύπους της στο 2050.
● Οι ρύποι αυτοί αντιστοιχούν στο 50% των εκπομπών της ΕΕ για το 2024 σύμφωνα με το «μέσο σενάριο» και στο 49,62% των ρύπων της Ευρώπης για το 2024 βάσει του σεναρίου «μέγιστης χρήσης».
● Σε σχέση με τις εκπομπές του 2050 σε επίπεδο ΕΕ κατά το «μέσο σενάριο» χρήσης των ΑΣΦΑ αυτά θα τροφοδοτήσουν ποσότητα ίση με τις εκπομπές της ολόκληρου του έτους 2050 (100,5%) και κατά το «σενάριο μέγιστης χρήσης» ποσότητα ίση με το 139,4% των εκπομπών ΑτΘ της ΕΕ στο 2050.
Συμπεράσματα
Είναι χαρακτηριστικό της αντίφασης της ενεργειακής πολιτικής ότι μόνο από τις μονάδες ΑΣΦΑ της Ελλάδας μπορεί να εκλυθεί συνολικώς ποσότητα ίση με όλες τις εκπομπές της ΕΕ στο έτος ορόσημο 2050. Αξίζει να τονιστεί επίσης ότι αυτές οι μονάδες πιθανότατα (εφόσον εγκατασταθούν) να απαιτηθεί για εμπορικούς λόγους να λειτουργήσουν για περισσότερα χρόνια, υπονομεύοντας ακόμα περισσότερο το μέλλον μας, παρ’ ότι μάλιστα δεν μπορούν να σταθούν χωρίς μεγάλη επιδότηση του αρχικού κεφαλαίου τους.
Αν επιδοτούνται στην εποχή μας νέες υποδομές ορυκτού αερίου από το κράτος και την ΕΕ, ενώ ταυτοχρόνως υπάρχουν οι πολιτικές για την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, τότε μολονότι περιορίζουμε τους εγχώριους ρύπους, τελικά απλώς «σκάβουμε τον λάκκο μας» δια άλλης οδού. Αν τέτοια έργα επιδοτούνται με δημόσιο χρήμα ενώ η Ελλάδα και η Ευρώπη προσπαθούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις που υφίστανται από την κλιματική κρίση και να προσαρμοστούν, τότε δεν αποτελούν απλώς κακές επενδύσεις, αλλά επενδύσεις για την αυτοκαταστροφή μας.
Η σκληρή πραγματικότητα της κλιματικής κρίσης δεν πρόκειται να συγχωρήσει τέτοια υποκρισία και άλλα λάθη. Τα σχέδια αυτά πρέπει να ακυρωθούν, να απαγορευτεί κάθε νέα επένδυση σε υποδομές ορυκτών καυσίμων και οι πολιτικοί να μεριμνήσουν για την πράσινη μετάβαση και την κλιματική ανθεκτικότητα της χώρας.
Αναφορές:
[1] Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) 19 Δεκεμβρίου 2024.
[2] Η ανάλυση μπορεί να διατεθεί, αν ζητηθεί.
[3] Total net greenhouse gas emission trends and projections in Europe, Πηγή Europa.eu, πρόσβαση στις 20 Ιουλίου 2026.
[4] Η διάρκεια αυτή συμπίπτει επίσης με τον εκτιμώμενο χρόνο ζωής των ΑΣΦΑ και με το έτος στόχο των Κλιματικών Νόμων, δηλαδή το 2050.
___________
*Από τον Κώστα Καλούδη, υπεύθυνο εκστρατείας για το κλίμα και την ενέργεια, ελληνικό γραφείο Greenpeace.
