Βιομηχανία πλαστικών: Ενεργειακό κόστος, γεωπολιτικές κρίσεις και αθέμιτος ανταγωνισμός δοκιμάζουν τις αντοχές της ευρωπαϊκής παραγωγής
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία πλαστικών βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις δυσκολότερες περιόδους των τελευταίων δεκαετιών. Το υψηλό ενεργειακό κόστος, οι διαδοχικές γεωπολιτικές κρίσεις, η αυξανόμενη κανονιστική επιβάρυνση και ο ανταγωνισμός από εισαγόμενα προϊόντα που δεν υπόκεινται στους ίδιους κανόνες δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα για τη μεταποίηση, με τις επιχειρήσεις να προειδοποιούν ότι η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης διαβρώνεται με ταχείς ρυθμούς.
Το μήνυμα αυτό έστειλε ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Πλαστικών Ελλάδος (ΣΒΠΕ), παρουσιάζοντας τις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος αλλά και τις παρεμβάσεις που θεωρεί αναγκαίες ώστε να διατηρηθούν η παραγωγή και οι επενδύσεις στην Ευρώπη. Όπως επισημαίνει ο Σύνδεσμος, η ανθεκτικότητα που επέδειξαν οι επιχειρήσεις τα τελευταία χρόνια δεν αρκεί πλέον από μόνη της για να αντισταθμίσει τις δομικές αδυναμίες του ευρωπαϊκού παραγωγικού μοντέλου.
Οι αλλεπάλληλες κρίσεις εξαντλούν τις αντοχές
Η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, οι διαταραχές στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες, οι πληθωριστικές πιέσεις και οι πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή αποτελούν, σύμφωνα με τον ΣΒΠΕ, μια αδιάκοπη ακολουθία κρίσεων που έχει μετατρέψει τη μεταβλητότητα σε μόνιμο χαρακτηριστικό της λειτουργίας της βιομηχανίας.
Οι επιπτώσεις είναι πλέον εμφανείς: αυξημένο ενεργειακό κόστος, έντονες διακυμάνσεις στις τιμές των πρώτων υλών, δυσκολία στον προγραμματισμό της παραγωγής, περιορισμός των επενδύσεων και συνεχής πίεση στην ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Το σχετικό infographic του Συνδέσμου συνοψίζει χαρακτηριστικά ότι «η προσαρμοστικότητα είναι πλεονέκτημα, δεν μπορεί όμως να αποτελεί μόνιμη στρατηγική».
Γεροντόπουλος: «Η προσαρμοστικότητα δεν είναι ανεξάντλητη»
Ο πρόεδρος του ΣΒΠΕ, Παναγιώτης Γεροντόπουλος, τόνισε ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν αποδείξει πως διαθέτουν υψηλή ανθεκτικότητα απέναντι στις αλλεπάλληλες κρίσεις, ωστόσο προειδοποιεί ότι η δυνατότητα αυτή έχει όρια.
«Η ελληνική βιομηχανία πλαστικών δραστηριοποιείται εδώ και αρκετά χρόνια σε ένα περιβάλλον διαρκών αναταράξεων. Την πανδημία διαδέχθηκαν η ενεργειακή κρίση, οι δυσλειτουργίες στις εφοδιαστικές αλυσίδες, οι πληθωριστικές πιέσεις και, πιο πρόσφατα, η κρίση στη Μέση Ανατολή, η οποία υπενθύμισε πόσο ευάλωτη παραμένει η διεθνής αγορά πρώτων υλών απέναντι στις γεωπολιτικές εξελίξεις».
Όπως σημειώνει, η ευελιξία αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό του κλάδου, όμως δεν μπορεί να υποκαθιστά μια ολοκληρωμένη βιομηχανική πολιτική.
«Η δυνατότητα αυτή, όμως, δεν είναι ανεξάντλητη. Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής μεταποίησης δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην ικανότητα των επιχειρήσεων να προσαρμόζονται σε κάθε νέα κρίση. Απαιτείται ένα σταθερό επιχειρηματικό περιβάλλον, ουσιαστικές παρεμβάσεις για τη μείωση του ενεργειακού κόστους και έμπρακτη στήριξη των επιχειρήσεων μεταποίησης και ανακύκλωσης».
Το ενεργειακό κόστος παραμένει ο βασικός πονοκέφαλος
Για έναν κλάδο όπου τόσο η παραγωγή όσο και η ανακύκλωση είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρες διαδικασίες, το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα απώλειας ανταγωνιστικότητας.
Ο ΣΒΠΕ επαναφέρει το αίτημά του για ένταξη των ΚΑΔ 22 και 38 στα μέτρα αντιστάθμισης του κόστους έμμεσων εκπομπών, υποστηρίζοντας ότι η ανακύκλωση δεν μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς ανταγωνιστική ενέργεια. Παράλληλα, ζητεί πολιτικές που θα εξασφαλίζουν σταθερότερο ενεργειακό περιβάλλον για τη βιομηχανία, επισημαίνοντας ότι η ενεργειακή πολιτική συνδέεται πλέον άμεσα με τη δυνατότητα της Ευρώπης να διατηρήσει παραγωγική βάση.
Κακουλίδης: «Η Ευρώπη χάνει ανταγωνιστικότητα με ανησυχητικό ρυθμό»
Ανάλογο προβληματισμό μεταφέρει και ο αντιπρόεδρος του ΣΒΠΕ Στέλιος Κακουλίδης, μετά τη συμμετοχή του στη Γενική Συνέλευση της EuPC.
«Το μήνυμα από τη φετινή Γενική Συνέλευση της EuPC είναι σαφές: η ευρωπαϊκή βιομηχανία χάνει ανταγωνιστικότητα με ανησυχητικό ρυθμό. Το υψηλό ενεργειακό κόστος και η πίεση από το κανονιστικό περιβάλλον συνεχίζουν να επιβαρύνουν έντονα τους μεταποιητές, σε μια περίοδο που η ανάγκη για επενδύσεις είναι κρίσιμη».
Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι η διαδοχική εφαρμογή νέων ευρωπαϊκών κανονισμών — από τον PPWR έως τις απαιτήσεις για τα μικροπλαστικά και την ιχνηλασιμότητα των υλικών — αυξάνει σημαντικά το κόστος συμμόρφωσης.
«Το πρόβλημα είναι ότι η αγορά δεν είναι ακόμη έτοιμη να απορροφήσει αυτό το κόστος, όταν δεν υπάρχει αντίστοιχη υποχρέωση για όλους».
Για τον κ. Κακουλίδη, η Ευρώπη θα πρέπει να επαναφέρει στο επίκεντρο την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της.
«Η Ευρώπη έχει τη δυνατότητα να ηγηθεί της βιώσιμης μετάβασης, αλλά αυτό προϋποθέτει πιο ρεαλιστική προσέγγιση, σταθερότητα στους κανόνες και ουσιαστικά ανταγωνιστικό ενεργειακό πλαίσιο. Διαφορετικά, η πράσινη μετάβαση κινδυνεύει να συνοδευτεί από περαιτέρω απώλεια βιομηχανικής δραστηριότητας που θα κατευθυνθεί εκτός Ευρώπης».
Τα στοιχεία δείχνουν υποχώρηση της ευρωπαϊκής παραγωγής
Οι ανησυχίες του κλάδου επιβεβαιώνονται, σύμφωνα με τον ΣΒΠΕ, και από τα στοιχεία της Plastics Europe.
Η συνολική παραγωγή πλαστικών στην Ευρώπη μειώθηκε από 62,3 εκατ. τόνους το 2018 σε 54,9 εκατ. τόνους το 2024, ενώ η ανάπτυξη της παραγωγής κυκλικών πλαστικών επιβραδύνθηκε από 13,6% το 2022 σε μόλις 1,2% το 2024. Ταυτόχρονα αυξάνεται η εξάρτηση της ευρωπαϊκής αγοράς από εισαγόμενες πρώτες ύλες και προϊόντα.
Η ίδια η Plastics Europe προειδοποιεί ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να οδηγηθεί σε «απανθρακοποίηση μέσω αποβιομηχάνισης», εάν δεν αποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανικής της βάσης.
Μπέλση: «Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος greenwashing»
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο ΣΒΠΕ και στο ζήτημα των εισαγωγών από τρίτες χώρες.
Η Λένα Μπέλση, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνδέσμου, επισημαίνει ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις επενδύουν σημαντικούς πόρους για να συμμορφωθούν με τους αυστηρούς κανόνες της Ε.Ε., χωρίς όμως να διασφαλίζεται ότι τα εισαγόμενα προϊόντα ανταγωνίζονται με τους ίδιους όρους.
«Το ζήτημα του αθέμιτου ανταγωνισμού για την ευρωπαϊκή βιομηχανία πλαστικών είναι πάρα πολύ σοβαρό... τεχνικά δεν υπάρχει τρόπος να ανιχνεύσει κανείς αν ένα προϊόν περιέχει πράγματι το ποσοστό δευτερογενούς πρώτης ύλης που δηλώνεται, ενώ στη χώρα μας οι έλεγχοι είναι ανεπαρκείς».
Όπως υπογραμμίζει, αυτό δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο παραπλανητικών περιβαλλοντικών ισχυρισμών.
«Ελλοχεύει μεγάλος κίνδυνος "greenwashing" εισαγόμενων προϊόντων από τρίτες χώρες... Ταυτόχρονα δημιουργείται αθέμιτος ανταγωνισμός για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που επενδύουν σε νέες τεχνολογίες και συμμορφώνονται με το αυστηρό ευρωπαϊκό πλαίσιο».
Τα τρία αιτήματα προς την Πολιτεία και την Ευρώπη
Ο ΣΒΠΕ συνοψίζει τις προτάσεις του σε τρεις βασικούς άξονες:
- σταθερό και προβλέψιμο επιχειρηματικό περιβάλλον, με λιγότερη κανονιστική αβεβαιότητα,
- ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος, μέσω στοχευμένων πολιτικών στήριξης της βιομηχανίας και της ανακύκλωσης,
- πραγματικά ισότιμους όρους ανταγωνισμού, ώστε τα εισαγόμενα προϊόντα να υπόκεινται στους ίδιους κανόνες που εφαρμόζονται στους ευρωπαίους παραγωγούς.
Παράλληλα, ο Σύνδεσμος υποστηρίζει ότι η συζήτηση για τα πλαστικά πρέπει να βασίζεται σε επιστημονικά δεδομένα και στην αξιολόγηση του συνολικού κύκλου ζωής των υλικών. Επικαλείται μελέτες που δείχνουν ότι στις περισσότερες εφαρμογές τα πλαστικά εμφανίζουν χαμηλότερο ανθρακικό αποτύπωμα από τα εναλλακτικά υλικά, ενώ ζητά μεγαλύτερη έμφαση στην ανάπτυξη της ανακύκλωσης, στην περιβαλλοντική εκπαίδευση και στη δημιουργία μιας πραγματικά κυκλικής οικονομίας.
Για τον ΣΒΠΕ, η πρόκληση πλέον δεν είναι μόνο η πράσινη μετάβαση. Είναι να επιτευχθεί χωρίς η Ευρώπη να χάσει παραγωγικές μονάδες, επενδύσεις και θέσεις εργασίας προς όφελος τρίτων χωρών που λειτουργούν με χαμηλότερα περιβαλλοντικά και κοινωνικά πρότυπα. Αυτό, όπως τονίζει ο Σύνδεσμος, προϋποθέτει μια νέα ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική που θα βάζει την ανταγωνιστικότητα στο ίδιο επίπεδο με τη βιωσιμότητα.