Γιαζιτζόγλου: Οι κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες αποτελούν τον νέο πυλώνα της παγκόσμιας γεωπολιτικής ισχύος

Γιαζιτζόγλου: Οι κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες αποτελούν τον νέο πυλώνα της παγκόσμιας γεωπολιτικής ισχύος

Γιαζιτζόγλου: Οι κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες αποτελούν τον νέο πυλώνα της παγκόσμιας γεωπολιτικής ισχύος
06 07 2026 | 10:44

Την ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι κρίσιμες και στρατηγικές ορυκτές πρώτες ύλες ως ζήτημα μείζονος γεωπολιτικής, οικονομικής και τεχνολογικής σημασίας ανέδειξε ο Κ. Γιαζιτζόγλου, στο συνέδριο του ΕΑΓΜΕ που πραγματοποιήθηκε  στην Αθήνα επισημαίνοντας ότι η διεθνής συζήτηση εξακολουθεί να επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στην ενέργεια, ενώ η πραγματική πρόκληση αφορά πλέον τον έλεγχο των πρώτων υλών που στηρίζουν τις τεχνολογίες του μέλλοντος.

Κατά την τοποθέτησή του υπενθύμισε τη χαρακτηριστική δήλωση του Ντενγκ Σιαοπίνγκ το 1992 ότι «η Μέση Ανατολή έχει πετρέλαιο, αλλά η Κίνα έχει σπάνιες γαίες», τονίζοντας ότι η προειδοποίηση αυτή αποδείχθηκε προφητική. Όπως ανέφερε, η εξάρτηση της Δύσης από την Ασία σε κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες παραμένει ιδιαίτερα υψηλή και οι πραγματικές της διαστάσεις δεν έχουν ακόμη γίνει πλήρως αντιληπτές.

Ο κ. Γιαζιτζόγλου σημείωσε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καταγράψει 34 κρίσιμες και στρατηγικές πρώτες ύλες, η γεωγραφική κατανομή της παραγωγής των οποίων αναδεικνύει την κυρίαρχη θέση της Κίνας, αλλά και τον σημαντικό ρόλο χωρών όπως η Ρωσία, η Ινδία, η Ινδονησία και η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη γεωπολιτική διάσταση του ζητήματος, επισημαίνοντας ότι, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει συνεργασίες με χώρες κοινών αξιών και συμφερόντων, την ίδια στιγμή διαμορφώνονται ισχυρές συμμαχίες μεταξύ χωρών με διαφορετικό γεωπολιτικό προσανατολισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διευρυμένη ομάδα των BRICS, η οποία αριθμεί πλέον έντεκα μέλη και συνεχίζει να προσελκύει νέες υποψηφιότητες.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η επιρροή της συγκεκριμένης ομάδας ενισχύεται ακόμη περισσότερο μέσω του ελέγχου σημαντικών κοιτασμάτων σε τρίτες χώρες από κινεζικές και ρωσικές κρατικές εταιρείες. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε το μεγαλύτερο ορυχείο αντιμονίου της Βόρειας Αμερικής, στον Καναδά, το οποίο ανήκει σε κινεζική κρατική εταιρεία και παραμένει ανενεργό εδώ και περίπου μία δεκαετία.

Παρουσιάζοντας τα σχετικά στοιχεία, επισήμανε ότι η ευρύτερη ομάδα των BRICS, μαζί με τις χώρες στις οποίες ο έλεγχος στρατηγικών κοιτασμάτων ασκείται από κινεζικές ή ρωσικές κρατικές επιχειρήσεις, συγκεντρώνει από το 33% έως και το σύνολο της παγκόσμιας παραγωγής σχεδόν όλων των κρίσιμων πρώτων υλών. Μόνο μία από αυτές εμφανίζει ποσοστό μικρότερο του ενός τρίτου.

«Το ποσοστό του 33% δεν είναι τυχαίο», ανέφερε, εξηγώντας ότι αντιστοιχεί περίπου στο μερίδιο της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου που ελέγχει ο ΟΠΕΚ. «Εάν ο ΟΠΕΚ επηρεάζει καθοριστικά τις διεθνείς ενεργειακές αγορές με αυτό το ποσοστό, γίνεται αντιληπτό πόσο μεγαλύτερη είναι η γεωοικονομική ισχύς που αποκτά η ευρύτερη ομάδα των BRICS στις κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες».

Ολοκληρώνοντας την παρέμβασή του, ο Κ. Γιαζιτζόγλου τόνισε ότι οι κρίσιμες πρώτες ύλες δεν αφορούν μόνο την ενεργειακή μετάβαση. Αποτελούν τη βάση για την παραγωγή προηγμένων αμυντικών συστημάτων, μικροτσίπ, ιατρικών τεχνολογιών, αεροδιαστημικών εφαρμογών και συνολικά των τεχνολογιών αιχμής που καθορίζουν την ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και την οικονομική ανάπτυξη των κρατών στον 21ο αιώνα.

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΕΦΑΛΑΣ (Πρώην Προεδρος του ΣΜΕ και προεδρος της IMERYS Ελλαδος): Από τα ορυχεία στην τεχνητή νοημοσύνη: Ο καθοριστικός ρόλος των ορυκτών πρώτων υλών»

Η ενεργειακή μετάβαση, η ψηφιακή οικονομία, η τεχνητή νοημοσύνη και η ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης περνούν αναπόφευκτα μέσα από την αξιοποίηση των ορυκτών πρώτων υλών. Το μήνυμα αυτό αναδείχθηκε μέσα από την τοποθέτηση του κ Κεφάλα ο  οποίος υπογράμμισε ότι ο εξορυκτικός κλάδος αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της βιώσιμης ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας.

Όπως επισημάνθηκε, ο διαχωρισμός των ορυκτών πρώτων υλών σε «κρίσιμες» και «μη κρίσιμες» δεν αντανακλά τη συνολική αξία τους για την κοινωνία και την οικονομία, αλλά αφορά αποκλειστικά τον βαθμό κινδύνου στον εφοδιασμό τους. Η διαρκής διεύρυνση του σχετικού καταλόγου της Ευρωπαϊκής Ένωσης – από 14 κρίσιμες πρώτες ύλες το 2011 σε 34 σήμερα, ενώ παράλληλα έχουν χαρακτηριστεί 17 ως στρατηγικές – αποδεικνύει ότι η σημασία των ορυκτών πόρων αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο ως θεμελιώδης για την ευρωπαϊκή ανάπτυξη.

Τονίστηκε, παράλληλα, ότι οι λεγόμενες «μη κρίσιμες» ορυκτές πρώτες ύλες παραμένουν εξίσου απαραίτητες για την καθημερινότητα των πολιτών και την παραγωγική δραστηριότητα. Από την κατασκευή κατοικιών και μεγάλων έργων υποδομής μέχρι τη βιομηχανία, την ανακύκλωση, την αυτοκινητοβιομηχανία και δεκάδες εφαρμογές της σύγχρονης ζωής, υλικά όπως τα αδρανή, το τσιμέντο, ο χάλυβας, ο περλίτης, ο τάλκης, ο μπεντονίτης και ο ατταπουλγίτης αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της αλυσίδας αξίας της οικονομίας.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη συμβολή του εξορυκτικού κλάδου στην υλοποίηση της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας. Ο κλάδος καλείται να μειώσει το περιβαλλοντικό του αποτύπωμα, να αξιοποιήσει καινοτόμες τεχνολογίες, να ενισχύσει τη χρήση καθαρής ενέργειας και να εφαρμόσει πρακτικές κυκλικής οικονομίας, συμβάλλοντας παράλληλα στην ασφαλή προμήθεια των κρίσιμων πρώτων υλών που απαιτούνται για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τις μπαταρίες, τους ημιαγωγούς, τα ηλεκτρικά οχήματα και τις εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη νέα ζωή που αποκτούν πρώην μεταλλευτικές και λιγνιτικές εγκαταστάσεις. Η ανάπτυξη μεγάλων φωτοβολταϊκών πάρκων στη Δυτική Μακεδονία, η δημιουργία σύγχρονων κέντρων δεδομένων σε περιοχές απολιγνιτοποίησης και η εγκατάσταση του υπερυπολογιστή «ΔΑΙΔΑΛΟΣ» στις εγκαταστάσεις του Λαυρίου αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο ο εξορυκτικός χώρος μπορεί να μετατραπεί σε μοχλό πράσινης ανάπτυξης και τεχνολογικής καινοτομίας.

«Αν κάτι δεν μπορεί να καλλιεργηθεί, τότε πρέπει να εξορυχθεί» («If it can't be grown, it must be mined»), επισημάνθηκε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι όλα τα ορυκτά – ανεξαρτήτως χαρακτηρισμού – αποτελούν το πρώτο και αναγκαίο στάδιο της αλυσίδας αξίας για κάθε προϊόν, κάθε υποδομή και κάθε τεχνολογία που στηρίζει τη σύγχρονη ζωή.

Καταλήγοντας, επισημάνθηκε ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό ορυκτό πλούτο, τεχνογνωσία και ανθρώπινο δυναμικό, στοιχεία που μπορούν να συμβάλουν αποφασιστικά στην επίτευξη των στόχων της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης. Η στήριξη ενός σύγχρονου, βιώσιμου και ανταγωνιστικού εξορυκτικού κλάδου αποτελεί επένδυση στην οικονομική ανθεκτικότητα, την ενεργειακή ασφάλεια, την τεχνολογική πρόοδο και, τελικά, στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM