Ανασχεδιασμός της Ηλεκτρικής Αγοράς και Μηχανισμοί Διαχείρισης Κινδύνων και Μεταβλητότητας
του Μίλτου Ασλάνογλου

Ανασχεδιασμός της Ηλεκτρικής Αγοράς και Μηχανισμοί Διαχείρισης Κινδύνων και Μεταβλητότητας

13 09 2024 | 07:33

Η έντονη διακύμανση των χονδρεμπορικών τιμών κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού στην ελληνική και ευρύτερη βαλκανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας επανάφερε στην επικαιρότητα τη συζήτηση περί αποτυχίας του μοντέλου αγοράς, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί με ρυθμιστικά μέτρα. Τα μέτρα αυτά επικεντρώνονται ιδίως στη φορολογικής φύσεως διαχείριση των «ουρανοκατέβατων» κερδών των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, τα οποία προκύπτουν από ένα συνδυασμό τεχνικών προβλημάτων ή περιορισμών στη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας και ευκαιριών για τιμολογήσεις ανεπάρκειας (scarcity pricing).

Πράγματι, το ζήτημα του μοντέλου της χονδρεμπορικής αγοράς είναι ιδιαιτέρως σύνθετο και απαιτεί προσεκτική ανάλυση για να αξιολογηθεί η επάρκεια και χρησιμότητα του. Γεγονός είναι ότι τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που συναλλάσσεται στην αγορά, της ηλεκτρικής ενέργειας, που ιστορικά χαρακτηρίζονταν ως ένα ομοιογενές προϊόν, έχουν μεταβληθεί. Πλέον η ομοιογένεια (όχι η τεχνική) τείνει να πάψει να αποτελεί κυρίαρχο χαρακτηριστικό εφόσον διαφοροποιημένα ποιοτικά χαρακτηριστικά, όπως το περιβαλλοντικό αποτύπωμα ή η βεβαιότητα παράδοσης (firmness) διαφοροποιούν το τελικό προϊόν.

Η τιμολόγηση στη χονδρεμπορική αγορά δεν αποτιμά με ακρίβεια αυτά τα επιμέρους χαρακτηριστικά. Οι διαφοροποιήσεις στο τελικό προϊόν δεν προέρχονται μόνο από την πλευρά της παραγωγής, αλλά διαμορφώνονται πλέον και από την πλευρά της ζήτησης, όπου η κατανάλωση απαιτεί προϊόντα με συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Οι διαφοροποιήσεις αυτές και η επιτυχής αποτύπωση τους στις τιμές πράγματι θέτουν ερωτηματικά για το μελλοντικό σχεδιασμό της αγοράς.

Όμως, πέραν της συζήτησης για όποιες αλλαγές, πρέπει να τονιστεί η αναγκαιότητα ύπαρξης μιας βραχυχρόνιας χονδρεμπορικής αγοράς, ανάλογης αυτής που λειτουργεί σήμερα, η οποία εξασφαλίζει ότι κάθε συμμετέχων έχει τη δυνατότητα να πουλάει ή να αγοράζει το προϊόν που χρειάζεται κάθε στιγμή. Εάν οι συναλλαγές γίνονται μόνο βάσει διμερών συμβάσεων, οι οποίες βεβαίως θεωρούνται οικονομικά αποτελεσματικές, μπορεί να δημιουργήσουν συνθήκες αποκλεισμού, συγκέντρωσης της αγοράς και περιορισμού του ανταγωνισμού.

Η συζήτηση αυτή είναι ιδιαιτέρως έντονη στην χώρα μας, λόγω του γεγονότος ότι πρακτικά το σύνολο των τιμολογίων προμήθειας που προσφέρονται στην αγορά είναι κυμαινόμενα, και μετακυλούν μέρος της μεταβλητότητας των τιμών της χονδρικής στο πορτοφόλι του τελικού καταναλωτή.

Υπάρχουν μηχανισμοί;

Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι εάν αυτό που φταίει είναι η ίδια η μεταβλητότητα των τιμών στη χονδρική αγορά ή το γεγονός ότι αυτή μεταφέρεται στο πορτοφόλι μας; Ή με άλλα λόγια: υπάρχουν μηχανισμοί για να προστατεύουν τον καταναλωτή από τη μεταβλητότητα των τιμών της χονδρικής ή είναι νομοτελειακή η μετακύλιση της μεταβλητότητας των χονδρεμπορικών τιμών στα τιμολόγια λιανικής και τον τελικό καταναλωτή;

Το ερώτημα αυτό είναι προφανώς ρητορικό, και έχει ήδη απαντηθεί στην πράξη στις περισσότερες αγορές, όπου το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας συναλλάσσεται μέσω μακροχρονίων διμερών συμφωνιών, είτε με τη μορφή προθεσμιακών προϊόντων είτε Συμφωνιών Αγοράς Ενέργειας (PPAs) είτε συμβάσεων επί διαφορών (CfDs), και ένα μόνο μέρος της ενέργειας προέρχεται από την ημερήσια χονδρεμπορική αγορά (spot). Με την προσέγγιση αυτή η μεταβλητότητα της χονδρεμπορικής και το ύψος των τιμών επηρεάζει σε μικρό βαθμό τη διαμόρφωση των τρεχουσών τιμολογίων προμήθειας, τα οποία συνήθως είναι σταθερά.

Προφανώς η διακύμανση των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά δίνει σήματα, βραχυχρόνια και μακροχρόνια, τα οποία λαμβάνονται υπόψη στη διαμόρφωση των τιμών των διμερών συμφωνιών, όπου όμως η μεταβλητότητα έχει εξομαλυνθεί.

Συνεπώς, το βασικό πρόβλημα της ελληνικής αγοράς είναι η μη ύπαρξη διμερών συμφωνιών και ιδίως η απουσία μιας λειτουργούσας αγοράς προθεσμιακών προϊόντων με ρευστότητα και αυξημένη συμμετοχή, η οποία θα επέτρεπε την αποτελεσματική διαχείριση της μεταβλητότητας των τιμών.

Το καλοκαίρι του 2021

Παλαιότερα, εάν και δεν υπήρχε οργανωμένη αγορά διμερών συμφωνιών, υπήρχε αποτελεσματική διαχείριση των μεταβλητοτήτων αφενός μέσω της εσωτερικής τιμολόγησης της παραγόμενης από τις λιγνιτικές και υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις, που λειτουργούσε αποκλειστικά η κυρίαρχη επιχείρηση, προς την προμήθεια της. Με τον τρόπο αυτόν η επιχείρηση μπορούσε να προσφέρει σταθερά τιμολόγια, τα οποία με τη σειρά τους λειτουργούσαν ως οροφή για τις τιμολογήσεις λιανικής του συνόλου της αγοράς. Συνδυαστικά, εφαρμόστηκε η ρυθμιζόμενη αγορά διμερών συμβολαίων (το ΝΟΜΕ), μηχανισμός ο οποίος παρείχε τη δυνατότητα στους προμηθευτές να διαχειρίζονται αποτελεσματικά την έκθεση τους στις διακυμάνσεις της χονδρικής αγοράς και να προσφέρουν επί τοις ουσίας σταθερά τιμολόγια στους πελάτες τους.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι με τη σταδιακή μείωση της ανταγωνιστικότητας της λιγνιτικής παραγωγής, ιδίως λόγω του κόστους των εκπομπών CO2, η σταθερότητα των τιμολογίων προμήθειας της κυρίαρχης επιχείρησης, μέσω της εσωτερικής τιμολόγησης δεν μπορούσε πλέον να υποστηριχθεί, η επιχείρηση  τροποποίησε το βασικό τιμολογιακό μοντέλο το καλοκαίρι του 2021, προσφέροντας κυρίως κυμαινόμενα τιμολόγια. Τα τιμολόγια αυτά ήταν αντίστοιχα με τα τιμολόγια των υπολοίπων προμηθευτών, που εξ αρχής προσέφεραν τύπους κυμαινόμενων τιμολογίων, εφόσον δεν είχαν δυνατότητες κάλυψης κινδύνων (hedging), ανάλογων αυτών που είχε η επιχείρηση μέσω της ίδιας παραγωγής.

Συνεπώς μοιάζει να είναι αναγκαία η υποκατάσταση του εργαλείου διαχείρισης κινδύνου που (εμμέσως) προσέφερε η λιγνιτική παραγωγή, με ένα αντίστοιχο νέο εργαλείο, το οποίο όμως θα είναι οργανωμένο με τρόπο συμβατό και συμπληρωματικό με τον μοντέλο αγοράς που εφαρμόζεται σήμερα πανευρωπαϊκά, και η χώρα μας οφείλει να συνεχίζει να εφαρμόζει.

Η νέα οδηγία της Ε.Ε.

Η νέα Οδηγία περί εσωτερικής Αγοράς EU) 2024/1711 (EMD) εισάγει, στο άρθρο 18α, το ζήτημα της διαχείρισης κινδύνου από τους προμηθευτές. Ήδη η αρμόδια διεύθυνση επεξεργάζεται οδηγίες (guidelines) για την εφαρμογή μηχανισμών διαχείρισης κινδύνων, οι οποίοι, κατά τα φαινόμενα της Οδηγίας, πρέπει ν αναπτυχθούν σε εθνικό επίπεδο, και οι οποίοι θα παρουσιαστούν τον επόμενο καιρό.

Ήδη Κράτη Μέλη έχουν παρουσιάσει αρχικούς σχεδιασμούς για την εφαρμογή μηχανισμών διαχείρισης κινδύνων θέτοντας υποχρεώσεις προς τους προμηθευτές.

Δυστυχώς στην Ελλάδα η αγορά προθεσμιακών προϊόντων δεν έχει ακόμα λειτουργήσει με αποτελεσματικό τρόπο, παρουσιάζοντας σχετικά μικρή ρευστότητα και μικρή συμμετοχή. Οι προμηθευτές προστρέχουν υποχρεωτικά σε ευρωπαϊκές αγορές για την εξεύρεση χρηματοοικονομικών προϊόντων, τα οποία ακριβώς λόγω της υψηλής μεταβλητότητας των χονδρεμπορικών τιμών, έχουν αυξημένο κόστος λόγω της αναγκαίας κάλυψης διαφορών αποτίμησης (margin calls). Το κόστος αυτό διευρύνει ακόμα περισσότερο τις ασυμμετρίες μεταξύ των προμηθευτών λόγω μεγέθους και δομής.

Τυχόν επιβολή υποχρεώσεων διαχείρισης κινδύνου (hedging obligations) στους προμηθευτές, σε ένα περιβάλλον που οι υποχρεώσεις αυτές μπορούν να καλυφθούν μόνο μέσω των σχετικών χρηματοοικονομικών προϊόντων των ευρωπαϊκών αγορών, θα είχε επίπτωση στον ανταγωνισμό και τη ρευστότητα της ελληνικής αγοράς προμήθειας.

Ένας εκ των λόγων που η αγορά προθεσμιακών προϊόντων στην Ελλάδα δεν είναι ιδιαιτέρως επιτυχημένη είναι το γεγονός ότι ο μεγαλύτερος «πωλητής» ενέργειας στην ημερήσια αγορά είναι ο ΔΑΠΕΕΠ, ο οποίος, σύμφωνα με την νομοθεσία, τιμολογεί την εγχεόμενη ενέργεια που παράγεται από τις συμβολαιοποιημένες ΑΠΕ στην Τιμή Εκκαθάρισης. Η υπόλοιπη ενέργεια κυρίως προέρχεται από μονάδες φυσικού αερίου, οι οποίες, όντας παρόμοιας τεχνολογίας και απόδοσης, δεν παρέχουν κάποιου είδους σήματα που να τις διαφοροποιεί μεταξύ τους σε μακροχρόνιο ορίζοντα, μιας που οι εκτιμώμενες τιμές τους σχετίζονται με την μεταβλητότητα των τιμών φυσικού αερίου. Η συσχέτιση των τιμών παραγωγής με την αγορά φυσικού αερίου περιορίζουν την επιθυμία των αγοραστών να καλύψουν τους κινδύνους τους, υποκαθιστώντας την έκθεση τους στην μεταβλητότητα των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στη μεταβλητότητα τιμών αερίου.

Δευτερογενής πώληση

Ενδεχομένως, ένας μηχανισμός που θα μπορούσε να βοηθήσει προς την ενίσχυση της αγοράς προθεσμιακών προϊόντων θα ήταν η δευτερογενής πώληση της ενέργειας που παράγεται από τις μονάδες ΑΠΕ που έχουν συμβάσεις με τον ΔΑΠΕΕΠ (PPAs), είτε υπό την μορφή προθεσμιακών προϊόντων με φυσική παράδοση είτε υπό την μορφή συμβάσεων διαφορών, οι οποίες θα μπορούσαν να αντιστοιχισθούν στην ενέργεια συγκεκριμένης μονάδας ή σε καλάθι μονάδων, ώστε να δημιουργούνται ελκυστικές ημερήσιες καμπύλες, με διάφορες διάρκειες.

Αυτά τα προθεσμιακά προϊόντα ή οι συμβάσεις διαφορών μπορούν να προκύπτουν μετά από διαγωνιστική διαδικασία σε συνθήκες αγοράς. Η πληρωμή της οφειλής βάσει της τιμής αποζημίωσης της αρχικής σύμβασης προφανώς διασφαλίζεται, και η διαφορά μεταξύ της τιμής εκχώρησης, σε δευτερογενή αγορά μέσω διαγωνισμού, και της αρχικής τιμής αποζημίωσης θα καλύπτεται μέσω του λογαριασμού ΕΛΑΠΕ, με ανάλογο τρόπο που γίνεται σήμερα. Στο λογαριασμό πλέον θα πιστώνονται τα έσοδα που θα προέρχονται από διαγωνισμούς για τις συμβάσεις διαφορών, και θα επιφέρουν σχετική σταθερότητα στις εισροές του λογαριασμού ΕΛΑΠΕ. Η σταθεροποίηση των μελλοντικών εισροών και εκροών  θα επέτρεπε ενδεχομένως και τη χρήση χρηματοοικονομικών εργαλείων (securitization) για τη διαχείριση της υπολειπόμενης οφειλής του λογαριασμού προς τις συμβολαιοποιημένες μονάδες, και ενδεχομένως μέσω την επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής, θα επιτυγχάνονταν σταθεροποίηση μέχρι και μείωση του τέλους ΑΠΕ που πληρώνουν οι καταναλωτές.

Ο κίνδυνος από την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας των αγοραστών και ενδεχόμενη αδυναμία τους να πληρώσουν την ενέργεια των προθεσμιακών προϊόντων θα ήταν σχετικά περιορισμένος, εφόσον η αδυναμία αυτή θα αφορούσε μια σχετικά μικρή ποσότητα ενέργειας, που θα αντιστοιχούσε σε μία εβδομάδα ή ένα μήνα, αναλόγως του κύκλου εκκαθαρίσεων που θα συμφωνηθεί κατά την πώληση των προθεσμιακών προϊόντων, και θα μπορούσε να καλυφθεί με αντίστοιχες εγγυητικές επιστολές.

Από την άλλη πλευρά, οι δυνητικοί αγοραστές, οι προμηθευτές και μεγάλοι πελάτες, θα αποκτούσαν πρόσβαση σε ένα μηχανισμό που θα λειτουργούσε συμπληρωματικά με άλλους μηχανισμούς, είτε Power Purchase Agreement με νέους σταθμούς ΑΠΕ που συμμετέχουν εμπορικά στην αγορά είτε με χρηματοοικονομικά προϊόντα που είναι διαθέσιμα στην διεθνή αγορά είτε ακόμα και με μηχανισμούς ισχύος που θα μπορούσαν  μελλοντικά να σχεδιαστούν.

Για να μην υπάρχει ασύμμετρος ανταγωνισμός με τις νέες εγκαταστάσεις που προσπαθούν να βρουν συβάσεις πώλησης ενέργειας (merchant PPAs), μπορεί να τεθεί όριο στη μέγιστη ποσότητα ενέργειας που μπορεί να προέλθει από αυτή τη διαδικασία, και ταυτοχρόνως οι υποχρεώσεις αντιστάθμισης κινδύνου να είναι μεγαλύτερες από αυτές, ώστε τα ενδιαφερόμενα μέρη να συνεχίζουν να ενδιαφέρονται για τη διαχείριση κινδύνου.

Οι προμηθευτές μπορούν να ενσωματώσουν τα προϊόντα αυτά στο portfolio τους και να προσφέρουν στους πελάτες τους μικτά ή σταθερά τιμολόγια, όπου ένα σχετικά μικρό μέρος της ενέργειας δεν θα είναι καλυμμένη, θα την προμηθεύονται από την χονδρική αγορά και θα είναι εκτεθειμένη στη διακύμανση των χονδρεμπορικών τιμών.

Σε κάθε περίπτωση όμως οι προμηθευτές θα πρέπει να πλήρως ελεύθεροι να διαμορφώνουν τη στρατηγική τους αναφορικά με την διαχείριση των κινδύνων, αναλόγως του επιχειρηματικού τους προφίλ και των επενδύσεων τους σε εργαλεία για την κάλυψη υποχρεώσεων διαχείρησης κινδύνων, στρατηγική που θα επηρεάζει σημαντικά την ανταγωνιστικότητά τους και εν τέλει θα αποτελέσει και το κύριο πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ τους.

Ο μηχανισμός αυτός θα επιτρέψει το όφελος των τρεχουσών χαμηλών τιμών των ΑΠΕ να περάσει στον τελικό καταναλωτή, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη του σε πολιτικές που προωθούν την ενεργειακή μετάβαση και εν τέλει την απανθρακοποίηση της οικονομίας.

Ο ως άνω μηχανισμός σε συνδυασμό με άλλους μηχανισμούς και δράσεις, θα ενισχύσουν την λειτουργία της αγοράς, τον ανταγωνισμό στην προσφορά καινοτόμων προϊόντων, ανοίγοντας τον δρόμο για την πιο ενεργή συμμετοχή του καταναλωτή στις διαδικασίες εξασφάλισης ενεργειακών προϊόντων και στην περαιτέρω συμμετοχή του στην λειτουργία του ενεργειακού συστήματος, όπου από παθητικός δέκτης οικονομικών αποφάσεων που λαμβάνονται από άλλους μετατρέπεται σταδιακά σε ενεργό συμμετέχοντα με διευρυμένες επιλογές και δυνατότητες.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM