Διασυνδέσεις και υποδομές το "κλειδί" για την αποφυγή μελλοντικών κρίσεων
Τα τελευταία χρόνια, το γεωπολιτικό ενεργειακό τοπίο υφίσταται σημαντικές αλλαγές, με τις προτεραιότητες και τις προκλήσεις να αλλάζουν διαρκώς. Η αναταραχή που σημειώθηκε το φετινό Ιούλιο στις αγορές ηλεκτρισμού της ΝΑ Ευρώπης μας υπενθυμίζει ότι μπορεί η ενεργειακή κρίση να υποχώρησε, όμως ο κίνδυνος σημαντικών αναταράξεων που ανεβάζουν τις τιμές συνεχίζει να υπάρχει.
Κατά την διάρκεια του Ιουλίου, το ηλεκτρικό δίκτυο της ΝΑ Ευρώπης επί της ουσίας αποκόπηκε από την υπόλοιπη ήπειρο για πολλές ημέρες με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προμηθευτεί ποσότητες φθηνότερου ηλεκτρισμού από τη Δύση. Tο γεγονός αυτό πυροδότησε την αναζήτηση ποσοτήτων από τις γειτονικές αγορές, μια διαδικασία που πάντα στοιχίζει ακριβά, πόσο μάλλον εν μέσω καύσωνα και αυξημένης ζήτησης. Στη συνέχεια οι υψηλές τιμές χονδρικής μετακυλίστηκαν από τη μια αγορά στην άλλη, πλήττοντας τελικά και την Ελλάδα, η οποία σημείωνε διαδοχικά τις υψηλότερες τιμές ρεύματος στη χονδρική, πανευρωπαϊκά. Ενδεικτικό είναι ότι στη χώρα μας οι μέγιστες ωριαίες τιμές εκκαθάρισης της αγοράς έφτασαν ακόμα και τα 850 ευρώ/MWh, με τη μέση τιμή να κορυφώνεται στα 210 ευρώ στο Χρηματιστήριο Ενέργειας.
Τέτοιες έκτακτες καταστάσεις, καταδεικνύουν την ανάγκη προστασίας του Έλληνα καταναλωτή και τη διαμόρφωση μιας σταθερότερης και αποδοτικότερης αγοράς. Είναι προφανές ότι ο βέλτιστος τρόπος περιλαμβάνει την αξιοποίηση των φθηνών και εγχώριων πηγών ενέργειας, που είναι οι ΑΠΕ, μαζί με την ταυτόχρονη ανάπτυξη των διεθνών διασυνδέσεων τόσο στα βόρεια σύνορα, όσο και με περιοχές όπως η Βόρεια Αφρική και η Ανατολική Μεσόγειος.
Αν η Ελλάδα στο μέλλον διαθέτει επαρκείς διασυνδετήριες γραμμές, τότε θα μπορεί να κάνει χρήση του φθηνού ηλεκτρισμού σε μαζική κλίμακα. Αντίστοιχα, όταν οι συνθήκες το ευνοούν, θα μπορεί να εξάγει την ενέργεια αυτή προς τρίτες χώρες, όπως τα Βαλκάνια και η Κεντρική Ευρώπη μαζί με τη δική της, εξασφαλίζοντας οικονομικά και γεωπολιτικά οφέλη.
Εκεί ακριβώς έγκειται η σημασία μεγάλων έργων όπως ο Great Sea Interconnector (Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ), ο GREGY (Ελλάδα-Αίγυπτος), ο Green Aegean (Ελλάδα-Γερμανία) και ο Saudi Greek Interconnection (Ελλάδα-Σαουδική Αραβία). Στην ίδια κατεύθυνση, κρίσιμη είναι και η αναβάθμιση των γραμμών με τους βόρειους γείτονές μας και την Ιταλία, η οποία έχει ήδη δρομολογηθεί από τον ΑΔΜΗΕ με ορίζοντα τις αρχές της επόμενης δεκαετίας.
Ως εκ τούτου, το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα του 2030-2040 αναμένεται να αναβαθμιστεί σημαντικά. Οι δυνατότητες διασυνοριακού εμπορίου και η αλληλοκάλυψη των αγορών της περιοχής θα είναι τέτοιες, ώστε να δώσουν τέλος στην ηλεκτρική απομόνωση της Ελλάδας.
Πέραν του ηλεκτρισμού, η ανάδειξη της χώρας μας ως ενεργειακός κόμβος και η εξασφάλιση επαρκών προμηθειών περνάει και μέσα από τις υποδομές του φυσικού αερίου. Ήδη κατά τη διάρκεια της κρίσης, ο τερματικός σταθμός LNG της Ρεβυθούσας έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ενεργειακή ασφάλεια της χώρας μας και ολόκληρης της περιοχής. Φέτος, ο δεύτερος τερματικός στην Αλεξανδρούπολη εκτιμάται να λειτουργήσει προς ενίσχυση των στόχων, ενώ παράλληλα εξελίσσονται οι διεργασίες για τη δημιουργία του Κάθετου Διαδρόμου.
Μπορεί το πρόσφατο market test να φανέρωσε χαμηλό εμπορικό ενδιαφέρον για τον Κάθετο Διάδρομο, θα μπορούσε, ωστόσο, δυνητικά να αποτελέσει μια μελλοντική στρατηγική εναλλακτική λύση, με τον ίδιο τρόπο που αξιοποιήθηκε η Ρεβυθούσα στην ενεργειακή κρίση.
Θα πρέπει να προσθέσουμε ότι ο Κάθετος Διάδρομος έχει να ανταγωνιστεί και το εκκολαπτόμενο σχέδιο για ανταλλαγή ρωσικού με αζέρικο αέριο και μεταφορά του μέσω της Ουκρανίας όταν λήξει - στα τέλη του 2024 - το συμβόλαιο της τελευταίας με τη Ρωσία. Ήδη διεθνείς αναλυτές έχουν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για τη συγκεκριμένη λύση καθώς θα "βαπτίσει" ως αζέρικο το ρωσικό αέριο που θα καταλήγει στο Αζερμπαϊτζάν, άρα δεν θα συμβάλλει στην απεξάρτηση της ένωσης από τη Ρωσία, ούτε θα εξυπηρετεί τον ευρωπαϊκό στόχο που καλεί σε τέλος των ρωσικών εισαγωγών ως το 2027.
Πέραν της διεθνούς διάστασης, η ελληνική κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί και θέματα ενεργειακής ασφάλειας και εφοδιασμού αμιγώς εσωτερικά. Το αναθεωρημένο ΕΣΕΚ δίνει το σύνθημα για μια φιλόδοξη και ρεαλιστική μετάβαση με τις ΑΠΕ στην αιχμή του δόρατος και ένα στόχο για συμμετοχή τους κατά 75,9% στην ηλεκτροπαραγωγή το 2030.
Προκειμένου να γίνει το άλμα από τα σημερινά επίπεδα του 50%, πρέπει να βρεθεί λύση σε δύο βασικά προβλήματα που απειλούν τις επενδύσεις. Το ένα είναι ο ηλεκτρικός χώρος, όπου οι δύο διαχειριστές, ΑΔΜΗΕ και ΔΕΔΔΗΕ έχουν προϋπολογίσει σημαντικές επενδύσεις για τα αμέσως επόμενα χρόνια και απομένει να φανεί αν θα τις "τρέξουν" με την απαιτούμενη ταχύτητα. Το δεύτερο είναι οι διαβόητες περικοπές που ήδη φέτος αναμένεται να φτάσουν κοντά στο 5% της πράσινης παραγωγής με τάσεις περαιτέρω ανόδου μελλοντικά. Στην περίπτωση αυτή, βασική λύση είναι η αποθήκευση ενέργειας μέσω των μπαταριών και της αντλησιοταμίευσης.
Η επιτυχής διεξαγωγή των πρώτων δύο διαγωνισμών για μπαταρίες και το επενδυτικό ενδιαφέρον για προσθήκη αποθήκευσης σε έργα ΑΠΕ στέλνει ένα θετικό μήνυμα για τα περιθώρια επιτυχίας του ενεργειακού σχεδιασμού της κυβέρνησης.
Γι’ αυτό όμως είναι επιτακτικό να δημιουργηθεί και το σχετικό πλαίσιο λειτουργίας μονάδων αποθήκευσης στην ελεύθερη αγορά, όπως γίνεται σε άλλες πιο ώριμες αγορές (π.χ. Αγγλία). που θα δώσει την δυνατότητα μείωσης των φαινομένων υψηλών τιμών τις απογευματινές & βραδινές ώρες και θα εξομαλύνει το λεγόμενο duck effect, που παρατηρείται λόγω του προφίλ παραγωγής ενέργειας, κυρίως από τα ΦΒ.
Από τα παραπάνω γίνεται εμφανές ότι κανένας στόχος δεν μπορεί να προχωρήσει δίχως επενδύσεις. Ως εκ τούτου, η Ελλάδα πρέπει να προχωρήσει προσεκτικά ώστε ναι μεν να αντισταθμίσει την υπερθέρμανση που παρατηρείται σήμερα στην αγορά των ΑΠΕ, αλλά και να διατηρήσει το επενδυτικό ενδιαφέρον σε έναν υγιή και ανταγωνιστικό βαθμό.
Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του φυσικού αερίου, όπου η βιωσιμότητα των νέων επενδύσεων σε υποδομές και μονάδες δεν είναι τόσο αυτονόητη όσο στο παρελθόν. Ήδη από τις αρχές του 2025 προβλέπεται μια ραγδαία άνοδος της παραγωγής LNG διεθνώς, μέσω νέων έργων παραγωγής σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και το Κατάρ, γεγονός που σημαίνει ότι το εν λόγω καύσιμο θα είναι ανταγωνιστικό μακροπρόθεσμα και πιθανώς θα δούμε σημαντική μείωση των τιμών. Η δυνατότητα εισαγωγής σημαντικών ποσοτήτων LNG θα είναι κρίσιμη σε ένα μέλλον δίχως ρωσικό αέριο, εξ ου και η ανάγκη υποστήριξης των απαραίτητων έργων.
Όλα τα παραπάνω θα έχουμε την ευκαιρία να τα συζητήσουμε στην διοργάνωση του South Εast Europe Energy Forum 2024 από το ΕλληνοΑμερικανικό Επιμελητήριο και την Ελληνική Εταιρεία Ενεργειακής Οικονομίας (ΗΑΕΕ) στις 6 Σεπτεμβρίου, στο MET Hotel, στην Θεσσαλονίκη.
Το Φόρουμ θα φιλοξενήσει στις εργασίες του για πρώτη φορά το East Mediterranean Gas Forum σε συνεργασία με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, καθώς και υπουργούς ενέργειας στην ΝοτιοΑνατολική Ευρώπη και Μεσόγειο, πρέσβεις των ΗΠΑ στην περιοχή, δεκάδες ειδικούς, φορείς, στελέχη και ακαδημαϊκούς του εγχώριου και διεθνούς ενεργειακού τομέα.
Δρ. Κώστας Ανδριοσόπουλος, Καθηγητής Χρηματοοικονομικών & Ενεργειακής Οικονομίας στο Audencia Business School, Διευθύνων Σύμβουλος στην Akuo Energy Greece, Πρόεδρος της Επιτροπής Ενέργειας στο ΕλληνοΑμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο, Μέλος ΔΣ, ΗΑΕΕ