Ψηφιακή βάση κλιματικών δεδομένων για τις προστατευόμενες περιοχές αναπτύσσει η Ακαδημία Αθηνών με το ΥΠΕΝ και τον ΟΦΥΠΕΚΑ
Τις δυνάμεις τους με την Ακαδημία Αθηνών ενώνουν το ΥΠΕΝ και ο ΟΦΥΠΕΚΑ, προκειμένου να βελτιστοποιηθούν οι προϋποθέσεις για την αποτελεσματική διαχείριση και μετριασμό των συνεπειών της κλιματικής κρίσης για τις προστατευόμενες περιοχές της χώρας.
Η συνεργασία αφορά τη δημιουργία ψηφιακής Εθνικής Βάσης Κλιματικών δεδομένων για τις προστατευόμενες περιοχές της Ελλάδας και η σχετική προγραμματική σύμβαση υπεγράφη προ ημερών, στις 30 Οκτωβρίου.
Η βάση θα συμβάλλει στη διαχείριση των προστατευόμενων περιοχών, που είναι και οι πιο ευάλωτες στις συνδεόμενες με την κλιματική κρίση μεταβολές των ακραίων κλιματικών φαινομένων όπως κυμάτων καύσωνα, ξηρασίας, και ραγδαίων βροχοπτώσεων. Θα είναι διαθέσιμη για τη διεξαγωγή μελετών σκοπιμότητας και την τροφοδότηση πιο εξειδικευμένων μοντέλων, όπως π.χ. υδρολογικών μοντέλων, μοντέλων αστικής κλίμακας κ.α.
Λόγω του μεγέθους των περισσοτέρων από τις προστατευόμενες περιοχές, καθώς και της σύνθετης τοπογραφίας, θα παρέχεται υποκλιμάκωση των κλιματικών μοντέλων σε τοπική κλίμακα (της τάξης του 1×1 km). Η χρήση μεθόδων υποκλιμάκωσης κρίνεται ιδιαίτερα αναγκαία σε περιοχές με έντονο ανάγλυφο και σύνθετα μορφολογικά χαρακτηριστικά, όπως η χώρα μας, που παρουσιάζει έντονη εναλλαγή ορεινών και πεδινών περιοχών, απότομη υψομετρική κλίση από την ακτή προς την ηπειρωτική χώρα, εκτεταμένη ακτογραμμή και πολλά μικρά νησιά.
Τα στοιχεία που αναφέρονται στην προγραμματική σύμβαση δείχνουν ότι, βάσει των μέσων όρων που προκύπτουν από μια σειρά προσομοιώσεων, εκτιμάται πως η επικείμενη αύξηση της θερμοκρασίας για την Ελλάδα μπορεί να φτάσει τους 1,2 °C έως το 2050 και τους 4,3 °C προς το τέλος του 21ου αιώνα, ενώ τάσεις της θέρμανσης αναμένεται να είναι ακόμη υψηλότερες στο ηπειρωτικό τμήμα της χώρας κατά τους θερινούς μήνες.
Σε ό,τι αφορά τις βροχοπτώσεις, σε ετήσια βάση, προβλέπεται να μειωθούν οριακά στην Ελλάδα κατά - 3% στο εγγύς μέλλον, αλλά προς το τέλος του 21ου αιώνα εκτιμάται μείωση 6% έως 16%, ανάλογα με το σενάριο. Επιπλέον εκτιμάται ότι, μολονότι αναμένεται τάση μείωσης της βροχής, η ένταση των ακραίων βροχοπτώσεων θα είναι μεγαλύτερη.
Σε αυτή τη βάση, κρίνεται απαραίτητη η χρήση μελλοντικών κλιματικών μοντέλων υψηλής ανάλυσης για να υποστηριχθούν οι τοπικές/περιφερειακές μελέτες επιπτώσεων από την ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή, με στόχο βέλτιστες στρατηγικές περιφερειακής προσαρμογής και μετριασμού των επιπτώσεων.