Κέντρο Ερευνών της Κομισιόν: Το αέριο θα συνεχίζει να καθορίζει την χονδρική ρεύματος στην Ελλάδα ακόμα και το 2030 – Ο ρόλος των διασυνδέσεων
Την «κυριαρχία» του φυσικού αερίου στη διαμόρφωση της οριακής τιμής συστήματος στην ευρωπαϊκή αγορά το 2030 σε ανάλογα επίπεδα με σήμερα και παρά την πολύ πιο αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα διαπιστώνει νεότερη μελέτη του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Κομισιόν.
Ειδικότερα, τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι από μια κατάσταση το 2022, όπου οι μονάδες φυσικού αερίου καθόρισαν την τιμή στο 55% των ωρών, καλύπτοντας το 19% της συνολικής ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας της ΕΕ, μεταβαίνουμε το 2030 σε μια «εικόνα» της αγοράς, όπου οι μονάδες φυσικού αερίου θα συνεχίσουν να καθορίζουν την τιμή σε αντίστοιχο εύρος ωρών, συνεισφέροντας στην κάλυψη της ζήτησης μόλις με 11%.
Αξίζει να σημειωθεί όπως αποτυπώνεται στο παρακάτω διάγραμμα, ότι η ελληνική αγορά συνιστά το πλέον αντιπροσωπευτικό δείγμα της παραπάνω διαπίστωσης με το φυσικό αέριο να καθορίζει την οριακή τιμή συστήματος σε ποσοστό ωρών άνω του 80%.
Αναλυτικότερα, όπως αναφέρεται στη σχετική έκθεση, το «price-setting» της ηλεκτρικής ενέργειας το 2030 συνεχίζει να κυριαρχείται από τις μονάδες ορυκτών καυσίμων με πρωταρχικό ρόλο να παίζουν οι μονάδες φυσικού αερίου, δεδομένου ότι οι τελευταίες αναμένεται να υποκαταστήσουν τις πιο ρυπογόνες μονάδες λιγνίτη και άνθρακα.
Την ίδια στιγμή, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ βαίνει αυξανόμενη στην πορεία προς το 2030 με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για ανάπτυξη μεριδίου από 46% σε 67% μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Η αύξηση, ωστόσο, της «πράσινης» ηλεκτροπαραγωγής δεν επηρεάζει τον όγκο ωρών που διαμορφώνουν τιμή από τα ορυκτά καύσιμα και ο οποίος παραμένει στα επίπεδα του 2022. Το εν λόγω παράδοξο οφείλεται στο γεγονός ότι οι μονάδες αερίου αποτελούν την οριακή τεχνολογία βάσει του συστήματος merit-order effect και της αυξανόμενης διασυνδεσιμότητας της ΕΕ. Παρά την σταδιακή απόσυρση των άνθρακα και λιγνίτη, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας από μόνες τους δεν μπορούν να καλύψουν το σύνολο της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας της ΕΕ. Το υπολοιπόμενο ωριαίο φορτίο – ζήτηση μείον της παραγωγής των ΑΠΕ – θα συνεχίσει να καλύπτεται από τις πιο ακριβές θερμικές μονάδες αερίου στην συντριπτική πλειοψηφία των κρατών μελών, ιδιαίτερα κατά τις ώρες αιχμής στη διάρκεια του 24ώρου.
Επιπρόσθετα, οι συντάκτες της έκθεσης διαπιστώνουν ότι στην πορεία προς το 2030 και με την αύξηση της διασυνδεσιμότητας των αγορών, ολοένα και λιγότερο, η διαμόρφωση των τιμών χονδρικής ρεύματος αποτελεί κατά κύριο λόγο «εθνική υπόθεση».
Σύμφωνα με το παρακάτω διάγραμμα, σε μια σειρά αγορές, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, οι τιμές χονδρικής διαμορφώνονται ως επί το πλείστον από τις εγχώριες μονάδες αερίου, πράγμα που ωστόσο, βαίνει μειούμενο αν συγκρίνουμε τα δεδομένα του 2022 με την εκτίμηση του 2030. Ωστόσο αξίζει να σημειωθεί ότι η αναλογία στην περίπτωση της Ελλάδας και το 2030 παραμένει περίπου 60-40%, πράγμα που υπογραμμίζει και από αυτή την σκοπιά την σημασία των διασυνδέσεων.
«Η αυξανόμενη διασυνοριακή διασυνδεσιμότητα στην ΕΕ θα οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές χονδρικής και σε σύγκλιση τιμών στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής αγοράς. Αυτό επίσης σημαίνει ότι η διαμόρφωση των χονδρεμπορικών τιμών θα ξεφύγει από τα στενά σύνορα της εγχώριας αγοράς και ολοένα και περισσότερο θα καθορίζεται από οριακές μονάδες παραγωγής εκτός συνόρων. Όπως φαίνεται και στο παραπάνω διάγραμμα, καταγράφεται μια συνολική αύξηση των ωρών που καθορίζονται από «εκτός συνόρων παραγωγή» το 2030. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα ορατό στην Ιταλία, τη Σουηδία, την Ελλάδα και σε μικρότερο βαθμό σε Γαλλία και Γερμανία.
Συμπερασματικά, οι συντάκτες της έκθεσης σημειώνουν ότι τα παραπάνω – ως προς την διατήρηση της σημασίας του αερίου στη διαμόρφωση της οριακής τιμής – δεν συνιστούν «συναγερμό» για την πορεία της ενεργειακής αγοράς προς το 2030. «Αυτό δεν θα πρέπει να σημαίνει συναγερμό καθώς το αυξανόμενο μερίδιο των ΑΠΕ και τα πυρηνικά δεν θα αμείβονται σε τιμές εκκαθάρισης της αγοράς. Ένας διευρυμένος ρόλος των PPAs και των συμβολαίων επί της διαφοράς δύναται να εξασφαλίσει σταθερότητα επενδύσεων σε αυτές τις τεχνολογίες». Συμπληρώνουν ακόμη ότι η αύξηση της διασυνδεσιμότητας στο μέλλον θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη σύγκλιση των τιμών με χαμηλότερες διαφορές στις τιμές ανάμεσα στα κράτη-μέλη.

