Κλιματική αλλαγή: Ιστορική θέση του Διεθνούς Δικαστηρίου με σοβαρές προεκτάσεις για την Ελλάδα
Αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κλιματικού κριτή που χρειάζονται τα κράτη, το Διεθνές Δικαστήριο εξέδωσε μια ιστορικής βαρύτητας γνώμη για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, δείχνοντας πως το διεθνές δίκαιο αρχίζει να παίρνει σοβαρά υπόψιν του την επιστήμη για το κλίμα. Το κείμενο ανοίγει νέους δρόμους για την κλιματική δικαιοσύνη και πρέπει να γίνει οδηγός για όλα τα κράτη και φυσικά για την Ελλάδα, η οποία ήδη καλείται να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης.
Για πρώτη φορά, η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης αναγνωρίζεται όχι μόνο ως ηθική και πολιτική υποχρέωση, αλλά και ως σαφής νομική δέσμευση των κρατών. Η απόφαση αυτή, που ζητήθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, στην οποία εκπροσωπούνται περισσότερες από 130 χώρες, ανοίγει τον δρόμο για την αναζήτηση ευθυνών – και μάλιστα δικαστικά – απέναντι σε κυβερνήσεις που δεν πράττουν ό,τι τους αναλογεί για το κλίμα.
Τα ερωτήματα που απάντησε το Διεθνές Δικαστήριο & η δέσμευση των κρατών στον στόχο του 1,5 oC
Το Δικαστήριο κλήθηκε να απαντήσει σε δύο απλά αλλά κρίσιμα ερωτήματα: ποιες είναι οι υποχρεώσεις των κρατών για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και ποιες οι νομικές συνέπειες αν αυτές οι υποχρεώσεις δεν τηρηθούν.
Οι απαντήσεις που έδωσαν οι διεθνείς δικαστές είναι κατηγορηματική: η κλιματική κρίση είναι ανθρωπογενής και κάθε κράτος έχει άμεση υποχρέωση να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, προς την κατεύθυνση της επίτευξης του στόχου του 1,5 °C που προβλέπει η Συμφωνία του Παρισιού. Για να επιτευχθεί η ευθυγράμμιση με τον στόχο του 1,5 οCκάθε κράτος υποχρεούται να περιορίσει την κλιματική κρίση (mitigation) και ταυτόχρονα να προσαρμοστεί σε αυτήν (adaptation). Όπως τονίζεται ωστόσο, η μείωση των εκπομπών δεν αρκεί. Τα κράτη οφείλουν παράλληλα να προστατεύουν το περιβάλλον και να διασφαλίζουν τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς το κλίμα, η φύση και η κοινωνία είναι αλληλένδετα και απειλούνται από την ίδια κρίση.
Ο στόχος του 1,5oC δεν αλλάζει
Η γνωμοδότηση, επίσης, αναγνωρίζει τις επιπτώσεις στις κοινωνίες ενδεχόμενης μη τήρησης του 1,5 °C. Έτσι, ορίζει ότι, αν ένα κράτος δεν επιτυγχάνει τον στόχο του 1,5 °C, δεν μπορεί να «κατεβάσει τον πήχη» και να υιοθετήσει έναν χαμηλότερο στόχο. Με άλλα λόγια, η υποχρέωση παραμένει σταθερή, καθώς ο στόχος ορίζεται με καθαρά επιστημονικούς όρους και δεν αποτελεί μια πολιτική επιλογή. Η μη συμμόρφωση μπορεί να επιφέρει σοβαρές νομικές συνέπειες για ένα κράτος, που κυμαίνονται από την άμεση παύση επιβλαβών πρακτικών μέχρι την επιβολή αποζημιώσεων και επανορθώσεων.
Κάθε κράτος έχει ευθύνη
Μια σημαντική πτυχή της γνώμης του Δικαστηρίου είναι, ότι το κάθε κράτος έχει την ευθύνη να ρυθμίζει τη συμπεριφορά των δημόσιων και ιδιωτικών φορέων στο χώρο του και να εφαρμόζει μηχανισμούς επιβολής και ελέγχου για να διασφαλίζεται η επίτευξη των στόχων για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Έτσι, ένα κράτος μπορεί να έχει νομικές συνέπειες όταν, για παράδειγμα, δεν επιδείξει επιμέλεια μη λαμβάνοντας τα μέτρα για να περιορίσει την ποσότητα των εκπομπών που προκαλούνται από ιδιωτικούς φορείς υπό τη δικαιοδοσία του. Η Ελλάδα, λοιπόν, όπως όλα τα κράτη, πρέπει να καιροφυλαχτεί σε όλα τα επίπεδα για τον περιορισμό της κλιματικής κρίσης, ώστε να αποφύγει ενδεχόμενες νομικές συνέπειες λόγω κωλύματος συγκεκριμένων φορέων.
Οι υποχρεώσεις του κράτους συνδέονται με τα ορυκτά καύσιμα
Το Διεθνές Δικαστήριο λέει ανοιχτά, ότι ο στόχος του 1,5 οCκάθε χώρας δεν συμβαδίζει με την παραγωγή ορυκτών καυσίμων, την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων, την χορήγηση αδειών εξερεύνησης ορυκτών καυσίμων ή την παροχή επιδοτήσεων ορυκτών καυσίμων. Αν το κράτος λοιπόν αποτύχει στις υποχρεώσεις του για το κλίμα (με τα παραπάνω ξεκάθαρα να συνδέονται με την κλιματική κρίση ως πηγές ανθρωπογενών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου), τότε η αποτυχία μπορεί να συνιστά διεθνώς παράνομη πράξη η οποία αποδίδεται στο εν λόγω κράτος. Είναι πλέον ξεκάθαρο, ότι οι εγκρίσεις που παρέχονται σε πετρελαϊκές για έρευνες και εξορύξεις υδρογονανθράκων στα θαλάσσια οικοσυστήματα του Ιονίου και της Κρήτης καθιστούν τη χώρα μας νομικά έκθετη.
Στην Ελλάδα έχει ήδη φτάσει η κλιματική κρίση
Εν κατακλείδι, η γνωμοδότηση του Διεθνούς δικαστηρίου έχει ιστορική σημασία, γιατί ανοίγει το δρόμο για να ζητούνται με νομικές οδούς ευθύνες από τα κράτη όσον αφορά το κλίμα. Γίνεται πλέον αντιληπτό ότι το διεθνές δίκαιο αρχίζει να συμβαδίζει με την επιστήμη στα θέματα της κλιματικής αλλαγής. Ουσιαστικά, το Διεθνές Δικαστήριο επαναπροσδιορίζει την έννοια της κρατικής δέσμευσης για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης με καθαρά επιστημονικά κριτήρια και δίχως πολιτικές περιστροφές. Η κάθε εθνική δέσμευση από πολιτική ή οικονομική επιλογή, που συχνά είναι ένα μαύρο κουτί, τώρα γίνεται και νομική, με αποτέλεσμα το κάθε κράτος που δεν επιτυγχάνει τη μετάβαση προς την κλιματική ουδετερότητα, να είναι υπόλογο.
Στην Ελλάδα το κλίμα ήδη αλλάζει με γρήγορους ρυθμούς κι η χώρα γίνεται πιο ευάλωτη. Η κλιματική αλλαγή πυροδοτεί πιο καταστροφικά φαινόμενα (πχ. καταιγίδες Daniel, Ianos, Elias) και φέρνει πιο μόνιμες αλλαγές (πχ άνοδος θερμοκρασίας ατμόσφαιρας και θάλασσας, κατάρρευση εποχιακών προτύπων), με σοβαρές συνέπειες σε πλήθος παραγωγικών τομέων, αλλά και στην κοινωνία. H Ελλάδα, λοιπόν, ακούγοντας το Διεθνές Δικαστήριο, χρειάζεται να εκτελέσει χωρίς άλλες καθυστερήσεις τη μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα του 1.5 οC γιατί είναι εθνικό συμφέρον της, το συμφέρον δηλαδή για τη βιωσιμότητα των πολιτών και του φυσικού πλούτου της χώρας. Είναι μια ευκαιρία έγκαιρης απαγκίστρωσης της ανάπτυξης από τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου ιδιαιτέρως σε τομείς (πχ. ενέργεια, μεταφορές, κτήρια) που, αν δεν πάρουν άμεσα καινούργια μορφή, φέρνουν τη χώρα προ ανεξέλεγκτων συνεπειών.
- του Κωνσταντίνου Χασάπη- Τασσίνη (υπεύθυνος πολιτικής κλιματικής αλλαγής, WWF Ελλάς)