Το καυτό θέμα των πρώτων υλών
Οι πρώτες ύλες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην καθημερινότητά μας. Χωρίς αυτά, τα έξυπνα τηλέφωνα, οι υπολογιστές, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και τα ηλεκτρικά οχήματα θα εξακολουθούσαν να είναι εφευρέσεις επιστημονικής φαντασίας. Αν θέλουμε η Ευρώπη να πρωτοστατήσει στην ψηφιακή επανάσταση αυτού του αιώνα και να παραμείνει η πιο πράσινη βιομηχανία στη Γη, χρειαζόμαστε στοχευόμενες καινοτομίες, αποδοτική χρήση των πόρων, ανακύκλωση, καθώς και βιώσιμο εφοδιασμό πρώτων υλών στην ευρωπαϊκή οικονομία. Επιπλέον, νευραλγικοί κλάδοι της Ευρωπαϊκής οικονομίας, όπως η βιομηχανία των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτώμενη από τις πρώτες ύλες. Αυτές οι πρώτες ύλες είναι θεμελιώδους σημασίας για την ανάπτυξη των πράσινων τεχνολογιών και του ψηφιακού θεματολογίου. Το πρόγραμμα Ευρωπαϊκών Συμπράξεων Καινοτομίας στοχεύει στην μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές πρώτων υλών και στην βελτίωση των συνθηκών του εφοδιασμού τους από χώρες εντός Ε.Ε αλλά και έκτος των Ευρωπαϊκών συνόρων.
Καθώς η διαθεσιμότητα των πρωτογενών και δευτερογενών πρώτων υλών βαίνει ανησυχαστικά μειούμενη με, ήδη, ορατές επιδράσεις στις τρέχουσες και τις μελλοντικές τεχνολογικές εξελίξεις, πιστεύουμε ότι η τριτοβάθμια εκπαίδευση μπορεί να παίξει ουσιαστικό ρόλο στο καθορισμό του μέλλοντος των πρώτων υλών στην Ευρώπη. Η μελέτη των πρώτων υλών περιλαμβάνει διάφορους τομείς που εκτείνονται σε όλη την αλυσίδα παραγωγής των φυσικών πόρων π.χ. οι εξερευνήσεις, οι εξορύξεις, η επεξεργασία, η ανακύκλωση, η αποκατάσταση και η υποκατάσταση.
Επί του παρόντος, η Ευρώπη σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από τις τρίτες χώρες για τον ενεργειακό εφοδιασμό της, καθώς και για την προμήθεια των πρώτων υλών που είναι κρίσιμες για τις βιομηχανικές και οικονομικές επιδόσεις της Ευρώπης. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 90% του παγκόσμιου εφοδιασμού των πρώτων υλών προέρχεται από χώρες εκτός της Ε.Ε. Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής πρώτων υλών παγκοσμίως, ωστόσο πολλές άλλες χώρες αποτελούν σημαντικούς προμηθευτές όπως π.χ. η Βραζιλία και οι ΗΠΑ. Σχετικά με την ΕΕ, η πρωτογενής προμήθεια των πρώτων υλών εντός της Ε.Ε υπολογίζεται κοντά στο 9%. Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής στρατηγικής για την αναβιομηχανοποίηση της Ευρώπης, η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε) οφείλει να ανοίξει εκ νέου τις συζητήσεις για την εκμετάλλευση των ενδογενών πηγών και πόρων και να επικεντρωθεί στην δημιουργία μιας πιο παραγωγικής Ευρώπης. Η μελλοντική βιομηχανική δύναμη και σημασία της Ε.Ε έγκειται σε μια στρατηγική για την αναγέννηση της βιομηχανίας για μια βιώσιμη Ευρώπη, η οποία επιδιώκει την τεχνολογική, επιχειρηματική και κοινωνική καινοτομία προς την κατεύθυνση μιας τρίτης βιομηχανικής επανάστασης η οποία ενισχύει την ευρωπαϊκή βιομηχανία στο σύνολο της και λειτουργεί ως απάντηση στις αναδυόμενες κοινωνικές προκλήσεις. Πρέπει να φέρουμε την Ευρώπη στην πρώτη γραμμή στον τομέα των πρώτων υλών. Αυτό θα προσφέρει νέες θέσεις εργασίας για τους νέους, ιδιαίτερα στον τομέα των καινοτομιών, της τεχνολογίας και της προστασίας του περιβάλλοντος.
Τί έχει κάνει η Ε.Ε μέχρι στιγμής; Το 2011, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε ένα έγγραφο στρατηγικής που καθορίζει στοχευμένα μέτρα για τη διασφάλιση και τη βελτίωση της πρόσβασης στις πρώτες ύλες για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Με βάση μια προσέγγιση τριών πυλώνων, αποσκοπεί στη βελτίωση της πρόσβασης στις πρώτες ύλες:
1. οργανώνοντας μια δίκαιη και βιώσιμη προμήθεια πρώτων υλών από τις διεθνείς αγορές
2. προωθώντας τον βιώσιμο εφοδιασμό εντός της Ε.Ε
3. ενισχύοντας την αποδοτικότητα των πόρων και προωθώντας την ανακύκλωση.
Σημειώνεται ότι η σημασία του ζητήματος των πρώτων υλών σε επίπεδο Ευρωπαϊκό αποδεικνύεται σαφώς με τη συμπερίληψή του στο νέο χρηματοδοτικό πρόγραμμα της ΕΕ για την έρευνα και την καινοτομία - ‘Ορίζοντας 2020’ - με προϋπολογισμό περίπου 70 δισ. ευρώ για την περίοδο 2014-2020.
Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικές πρώτες ύλες. Αυτές, σε συνδυασμό με τις μεγάλες δυνατότητες της Ελλάδας στον ενεργειακό τομέα (υδρογονάνθρακες και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας), μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά την χώρα. Αυτό που χρειάζεται όμως, είναι η ενημέρωση του κοινού, για τους ενδεδειγμένους κανόνες εξόρυξης, με την στήριξη της πανεπιστημιακής κοινότητας. Όταν επενδύσεις για πρώτες ύλες έχουν λάβει περιβαλλοντική έγκριση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλλει για την περιβαλλοντική ευαισθησία της Ένωσης. Και όταν η πανεπιστημιακή μας κοινότητα συμβάλει με την αντικειμενική της άποψη, τότε η χώρα θα προχωρήσει με ορθολογισμό σε αυτόν τον τόσο σημαντικό για την οικονομία μας τομέα.
* Η κα Νίκη Τζαβέλα είναι ευρωβουλευτής
(capital.gr)