Είναι ευάλωτη η Ευρώπη στο ρωσικό αέριο;
των Arno Behrens και Julian Wieczorkiewicz

Είναι ευάλωτη η Ευρώπη στο ρωσικό αέριο;

14 03 2014 | 09:58

Η αύξηση των εντάσεων μεταξύ της Ουκρανίας και της Ρωσίας, αναπόφευκτα ξυπνάει μνήμες στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τις διακοπές στην παροχή αερίου τον Ιανουάριο του 2009. Τότε, η διαφωνία για το αέριο μεταξύ της Ρωσίας και της Ουκρανίας, οδήγησε σε μια σοβαρή πτώση της προσφοράς αερίου από τη Ρωσία στο μέσον του χειμώνα, που κατέληξε σε μεγάλες στρεβλώσεις τόσο στην βιομηχανική παραγωγή όσο και στη θέρμανση, ιδιαίτερα σε κάποιες χώρες-μέλη της ΕΕ στα ανατολικά. Το ερώτημα σήμερα είναι εάν η Ευρώπη το 2014 είναι εξίσου ευάλωτη σε ενδεχόμενες (εξαναγκαστικές ή εθελοντικές) περικοπές της προσφοράς ρωσικού αερίου, όσο ήταν πριν από πέντε χρόνια. Εξετάζονται δύο σενάρια εδώ. Πρώτον, θα μπορούσε η Ευρώπη να αντέξει μεγαλύτερης διάρκειας περικοπές στις προμήθειες αερίου από τη Ρωσία, είτε εθελοντικά στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών κυρώσεων είτε υποχρεωτικά ως αντίποινα εναντίον των ευρωπαϊκών κυρώσεων; Και δεύτερον, τι επίδραση θα είχαν οι διακοπές παράδοσης ρωσικού αερίου στην Ουκρανία, για την ΕΕ, που θα μπορούσαν να προκύψουν για πολιτικούς λόγους, και στη χειρότερη περίπτωση εξαιτίας ενός πολέμου. Ουσιαστικά υποστηρίζουμε ότι η Ρωσία είναι πολύ εξαρτημένη από τις εξαγωγές αερίου στην Ευρώπη, ενώ η Ευρώπη –τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα- μπορεί να καταφύγει σε εναλλακτικές του ρωσικού αερίου. Επιπλέον, η Ευρώπη είναι πολύ καλύτερα προετοιμασμένη για πιθανές διακοπές στην παροχή αερίου από ό,τι ήταν πριν από πέντε χρόνια.

Αντικαθιστώντας το ρωσικό αέριο: Μια πολιτική μόχλευση για την ΕΕ
Αναφορικά με την έκθεση της ευρωπαϊκής οικονομίας στο ρωσικό αέριο, περίπου το ένα τέταρτο του τρέχοντος ενεργειακού μείγματος της ΕΕ βασίζεται στο φυσικό αέριο, που κυρίως χρησιμοποιείται στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, στη θέρμανση και ως πρώτη ύλη στην βιομηχανική παραγωγή. Από το σύνολο του φυσικού αερίου που χρησιμοποιείται στην ΕΕ, περίπου το 23% παράγεται στα ρωσικά πεδία φυσικού αερίου. Αυτό σημαίνει ότι λιγότερο από το 6% του ενεργειακού μείγματος της ΕΕ εξαρτάται από το ρωσικό αέριο. Επιπλέον, το ποσοστό του ρωσικού αερίου στις συνολικές εισαγωγές αερίου της ΕΕ (συμπεριλαμβανομένου του LNG), έχει μειωθεί ελαφρώς από το 39% το 2009 στο 36% το 2012, παρά την αυξανόμενη συνολική εξάρτηση από τις εισαγωγές. Η απώλεια του μεριδίου αγοράς του ρωσικού φυσικού αερίου είναι συγκρίσιμη με την ετήσια κατανάλωση φυσικού αερίου της Τσεχίας.

Ενώ η εξάρτηση των εισαγωγών στην ΕΕ παραμένει υψηλή, οι εξαγωγές της Ρωσίας ίσως εξαρτώνται περισσότερο από το αέριο, από ό,τι εξαρτάται η ΕΕ για τις εισαγωγές της από τη Ρωσία. Περίπου το 53% των ρωσικών εξαγωγών αερίου πηγαίνουν στην ΕΕ, αξίας 24 δισ. δολαρίων. Επομένως η Gazprom και ο ρωσικός κρατικός προϋπολογισμός είναι ιδιαίτερα εξαρτημένοι από τις εξαγωγές στην ΕΕ, και περαιτέρω στρεβλώσεις στην παροχή, θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αύξηση των προσπαθειών από τα κράτη-μέλη της ΕΕ να αντικαταστήσουν το ρωσικό αέριο με άλλες εναλλακτικές. Αν και, ασφαλώς, θα ήταν δύσκολο για την ΕΕ να αντικαταστήσει πλήρως το ρωσικό αέριο βραχυπρόθεσμα, θα μπορούσε τουλάχιστον να αντικαταστήσει μέρος του αερίου της Ρωσίας με αέριο από το Κατάρ, την Αλγερία ή το νιγηριανό LNG, καθώς και με αέριο από τη Νορβηγία, η οποία έχει ακόμη δυνατότητες να αυξήσει τις εξαγωγές της προς την ΕΕ. Επιπλέον, ο άνθρακας και ο (εγχώριος) λιγνίτης θα μπορούσε να υποκαταστήσει το αέριο στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Μακροπρόθεσμα, υπάρχει περιθώριο για αύξηση της υποδοχής του LNG (υγροποιημένο φυσικό αέριο), έχοντας κατά νου ότι οι ΗΠΑ αυτή τη στιγμή προτίθενται να επενδύσουν σε εγκαταστάσεις εξαγωγής LNG. Εάν η Ρωσία κλιμακώσει περισσότερο τις γεωπολιτικές εντάσεις με την Ουκρανία, η προοπτική οι ΕΕ και ΗΠΑ να δώσουν μια συντονισμένη απάντηση αυτού του είδους, θα γινόταν ένα προφανές ζήτημα υπό σκέψη, παρά το ότι τέτοιες επενδύσεις θα κόστιζαν αρκετά και θα έπαιρναν χρόνο να υλοποιηθούν. Από την πλευρά της Ρωσίας ωστόσο, εάν το Κρεμλίνο προκαλέσει στα αλήθεια τη υλοποίηση τέτοιων επενδύσεων, θα υπονόμευε σοβαρά το βασικό περιουσιακό στοιχείο της οικονομίας της.

Η Ρωσία από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί εύκολα να διαφοροποιήσει τις διαδρομές εξαγωγών της από την ΕΕ. Σε αντίθεση με το πετρέλαιο, το αέριο δεν είναι ένα παγκόσμιο εμπόρευμα και μεταφέρεται κυρίως μέσω αγωγών. Το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγικών ικανοτήτων της Ρωσίας για το αέριο, κατευθύνεται στην ευρωπαϊκή αγορά. Καθώς οι μεγάλες διαδρομές προμήθειας στην Ασία δεν υπάρχουν, μια επανακατεύθυνση των ρωσικών εξαγωγών σε άλλες αγορές βραχύ-μεσοπρόθεσμα, είναι αδύνατη. Αυτό μπορεί να δώσει στην ΕΕ μια οικονομική μόχλευση έναντι της Ρωσίας η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εάν οι σχέσεις με τη Ρωσία επιδεινωθούν περαιτέρω.

Η ΕΕ είναι καλύτερα προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει διακοπές της διέλευσης φυσικού αερίου στην Ουκρανία
Ομοίως με το 2009, ενδεχόμενες διακοπές θα μπορούσαν να συμβούν και πάλι εάν η Ρωσία διακόψει τις παραδόσεις στην Ουκρανία για πολιτικούς λόγους και/ή λόγω των οφειλών της Ουκρανίας με τη Gazprom, οι οποίες φθάνουν περίπου τα 2 δισ. δολάρια. Επιπλέον, οι διακοπές των παραδόσεων στην ΕΕ θα μπορούσαν να συμβούν στη χειρότερη περίπτωση, εάν ξεσπάσει πόλεμος για τη χερσόνησο της Κριμαίας. Αν και το σύστημα μετάδοσης αερίου της Ουκρανίας παραμένει η κύρια δίοδος προκειμένου το ρωσικό αέριο να φθάνει στην ΕΕ, ακόμη και αν η μετάδοση των ρωσικών προμηθειών σταματούσε εντελώς, το σενάριο του 2009 είναι απίθανο να επαναληφθεί.

Για πρώτη φορά, η Ευρώπη βγαίνει από έναν σχετικά ήπιο χειμώνα όπου η χαμηλότερη ζήτηση για θέρμανση έχει αφήσει τα επίπεδα αποθήκευσης αερίου στην Ευρώπη, λίγο κάτω του 50%. Ενώ η ικανότητα αποθήκευσης είναι άνιση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, αυτό καθιστά την ΕΕ λιγότερο ευάλωτη σε σοκ βραχυπρόθεσμα, ιδιαίτερα καθώς η Ευρώπη μπαίνει σε θερμή περίοδο, που χαρακτηρίζεται από χαμηλότερη ζήτηση αερίου.

Επιπλέον, εν όψει των μεταβαλλόμενων αγορών φυσικού αερίου παγκοσμίως και εν μέρει ως απάντηση σε προηγούμενες διακοπές εφοδιασμού, η εσωτερική αγορά αερίου της ΕΕ έχει ενοποιηθεί περαιτέρω από το 2009 και είναι τώρα καλύτερα εξοπλισμένη να αντιμετωπίσει εξωτερικά σοκ. Συγκεκριμένα, επιπλέον διασυνδέσεις φυσικού αερίου, ικανότητες αντίστροφης ροής, αποθηκευτικοί χώροι και εγκαταστάσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου έχουν ήδη και θα ενισχύσουν περαιτέρω, την ασφάλεια των προμηθειών αερίου της ΕΕ. Ωστόσο, κάποιες περιοχές παραμένουν πιο ευάλωτες σε σχέση με άλλες, ιδιαίτερα τα κράτη-μέλη της Βαλτικής, τα οποία εξαρτώνται αποκλειστικά από τη Ρωσία και δεν συνδέονται με το δικτυο αγωγών της ΕΕ. Ωστόσο, οι αγορές αερίου αυτών των περιοχών/κρατών-μελών είναι σχετικά μικρές (Γράφημα 1). Εάν ενωθούν, η συνολική κατανάλωση της Βουλγαρίας, Σουηδίας, Φινλανδίας, Λιθουανίας, Λετονίας και Εσθονίας, ανέρχεται σε 12,2 bcm, δηλαδή περίπου το 16% της ζήτησης για φυσικό αέριο από τη Γερμανία.

Αυτό που ίσως είναι σημαντικό ωστόσο, είναι η μείωση της σημασίας της Ουκρανίας ως χώρα διέλευσης για τις ρωσικές εξαγωγές φυσικού αερίου την τελευταία δεκαετία. Ενώ το 2009 περίπου το 80% των ρωσικών εξαγωγών στην ΕΕ περνούσαν από την Ουκρανία, αυτό το ποσοστό έχει μειωθεί σε κάτω του 50% σήμερα. Ένας από τους κύριους λόγους για αυτό, είναι η προσθήκη των 55 δισ. κυβικών μέτρων άμεσης δυναμικότητας μεταφοράς μεταξύ της Ρωσίας και της Γερμανίας που παρέχεται από τον αγωγό Nord Stream, ο οποίος τέθηκε σε πλήρη λειτουργία το 2012. Αυτό σημαίνει ότι λιγότερο από το 12% της συνολικής κατανάλωσης αερίου της ΕΕ σήμερα εξαρτάται από τις διόδους της Ουκρανίας. Επομένως, οι βραχυπρόθεσμες διακοπές των δραστηριοτήτων διαμετακόμισης είναι πιθανό να είναι τέτοιας κλίμακας που να μπορούν να αντικατασταθούν από άλλες οδούς εφοδιασμού ή από άλλους προμηθευτές. Από αυτή την άποψη, θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τόσο ο αγωγός Nord Stream όσο και ο YAmal, με συνδυασμένη μέγιστη ικανότητα 88 δισ. κυβικά μέτρα, έχουν σήμερα ένα τεράστιο ποσοστό πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας που δεν χρησιμοποιείται.

Σε κάθε περίπτωση, με τις υποδομές διέλευσης να παραμένουν ανέπαφες, ενδεχόμενη διακοπή των προμηθειών αερίου που εισάγονται μέσω της Ουκρανίας, θα είναι παροδικής φύσης, δεδομένου του μεγέθους της ουκρανικής αγοράς αερίου, των υψηλών τιμών που χρεώνει η Gazprom την Naftogas και των μεγάλων εσόδων που προκύπτουν από τις εξαγωγές αερίου στην Ουκρανία. Με την Ουκρανία να είναι η δεύτερη μεγαλύτερη εξαγωγική αγορά για το ρωσικό φυσικό αέριο, αντίστοιχου μεγέθους με τη Γερμανία (περίπου 30 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως), οι διακοπές στον εφοδιασμό θα είχαν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις για την Gazprom. Ακόμη χειρότερα, η αξιοπιστία της Ρωσίας ως αξιόπιστος προμηθευτής αερίου είναι σε (περαιτέρω, μετά το 2009) κίνδυνο εάν τα μέτρα αυτά οδηγήσουν σε μείωση των παραδόσεων στην ΕΕ.

Προς το παρόν είναι αδύνατο να γνωρίζουμε πόσο μακριά σκοπεύει να προχωρήσει η Ρωσία σχετικά με την Ουκρανία, τόσο στην Κριμαία όσο και στην Ανατολική Ουκρανία. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, ακόμη και στην χειρότερη υπόθεση, είναι προφανές ότι το αέριο έχει χάσει το ατού του ως γεωπολιτικό όπλο για τη Ρωσία.

(των Arno Behrens και Julian Wieczorkiewicz, capital.gr)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM