Λύση για τη λαίλαπα κόκκινων δανείων αναζητούν παραγωγοί ΑΠΕ και τράπεζες – Συνάντηση ΠΟΣΠΗΕΦ με την Ελληνική Ένωση Τραπεζών
«Σήμα» για την ανησυχία και των πιστωτικών ιδρυμάτων για τη διαρκή συρρίκνωση των εσόδων των φωτοβολταϊκών επενδύσεων, εκπέμφθηκε στη χθεσινή συνάντηση της ΠΟΣΠΗΕΦ με την Ελληνική Ένωση Τραπεζών, καθώς γίνεται ολοένα πιο ορατός ο κίνδυνος το πρόβλημα των περικοπών και των μηδενικών ή αρνητικών τιμών να μετατραπεί σε κύμα μη εξυπηρετούμενων δανείων. Με δεδομένο ότι μεγάλος αριθμός έργων ΑΠΕ αναπτύχθηκε με σημαντική τραπεζική μόχλευση, η συνέχιση της σημερινής κατάστασης χωρίς παρεμβάσεις απειλεί να καταστήσει μη βιώσιμα business plans τα οποία, όταν χρηματοδοτήθηκαν, στηρίζονταν σε εντελώς διαφορετικές παραδοχές για την παραγωγή και τα έσοδα των πάρκων.
Αυτή ακριβώς η διάσταση εξηγεί και το ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο εκπροσώπησης στη χθεσινή συνάντηση της Ομοσπονδίας με την Ένωση, η οποία πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία της ΠΟΣΠΗΕΦ. Σύμφωνα με πληροφορίες του energypress, στη συνάντηση συμμετείχαν υψηλόβαθμα στελέχη από όλα τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα, ενώ το «παρών» έδωσε και η διοίκηση της ΕΕΤ, στοιχείο που αποτυπώνει το αυξανόμενο προβληματισμό του τραπεζικού συστήματος για τις οικονομικές επιπτώσεις από τις απορρίψεις «πράσινης» παραγωγής, στα φωτοβολταϊκά με Συμβάσεις Ενίσχυσης Διαφορικής Προσαύξησης.
Κεντρικό σημείο της παρουσίασης της ΠΟΣΠΗΕΦ αποτέλεσε η μελέτη του καθηγητή του ΑΠΘ και συμβούλου της Ομοσπονδίας, Παντελή Μπίσκα, η οποία ποσοτικοποιεί το οικονομικό πλήγμα στα φωτοβολταϊκά έργα αυτής της κατηγορίας. Σύμφωνα με τη μελέτη, μέσα στο 2026 το ποσοστό απώλειας εσόδων εκτιμάται ότι θα ανέλθει περίπου στο 42%-43%.
Με ετήσια μείωση 39% «τρέχει» το 2026
Όπως αναδεικνύει μάλιστα η ανάλυση, το ακόμη πιο ανησυχητικό μήνυμα για παραγωγούς (και τα πιστωτικά ιδρύματα) είναι ότι η πίεση δεν αποτελεί παροδικό φαινόμενο. Η ίδια μελέτη εκτιμά πως το 2027 η απώλεια εσόδων θα φθάσει στο 49%-50%, το 2028 θα κινηθεί κοντά στο 44% και το 2029 περίπου στο 48%. Για ολόκληρη την περίοδο 2026-2031, η μέση απώλεια εσόδων υπολογίζεται στο 41%-42%, ποσοστό που είναι προφανές ότι ανατρέπει βασικές παραμέτρους πάνω στις οποίες «χτίστηκαν» τα αρχικά χρηματοοικονομικά μοντέλα πολλών επενδύσεων.
Παράλληλα, τα μέλη της Ομοσπονδίας παρουσίασαν στους εκπροσώπους των τραπεζών πραγματικά στοιχεία από την εξέλιξη των χρηματοροών μέσα στο 2026. Έτσι, αναλύθηκε η περίπτωση cluster φωτοβολταϊκών σταθμών Ενεργειακής Κοινότητας, όπου οι πραγματικές εισροές καταγράφουν απώλειες της τάξης του 39% σε ετήσια βάση. Ως συνέπεια, επιβεβαιώνεται ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε θεωρητικές προβολές για τα επόμενα χρόνια, αλλά έχει ήδη αποτυπωθεί στα «ταμεία» των παραγωγών.
Σύμφωνα με την ΠΟΣΠΗΕΦ, δεν θα πρέπει να υπάρξει εφησυχασμός από το γεγονός ότι η κατάσταση έχει εμφανίσει βελτίωση από τον Αύγουστο, καθώς η εποχική μεταβολή των συνθηκών στην αγορά, αλλά και η γεωπολιτική κρίση, έχουν επιτρέψει στα έσοδα των έργων να ανακάμψουν. Ωστόσο, όπως επισήμανε η Ομοσπονδία, πρόκειται απλώς για μία πρόσκαιρη «ανάσα», η οποία στην καλύτερη περίπτωση θα διαρκέσει μέχρι την επόμενη άνοιξη.
Έρχεται νέα επιδείνωση
Τότε, η συνεχιζόμενη προσθήκη νέας φωτοβολταϊκής ισχύος, χωρίς να ακολουθεί με αντίστοιχους ρυθμούς η ανάπτυξη των μονάδων αποθήκευσης, θα εντείνει ξανά (και ακόμη περισσότερο) τις ώρες υπερπαραγωγής και κατ’ επέκταση τις περικοπές. Έτσι, οι απώλειες εσόδων εκτιμάται ότι θα επανέλθουν δριμύτερες, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τις εισροές των παραγωγών. Είναι χαρακτηριστικό ότι η μελέτη του Καθηγητή του ΑΠΘ δείχνει κορύφωση των απορρίψεων «πράσινης» παραγωγής μέσα στο 2027.
Αποτιμώντας την κατάσταση όπως έχει διαμορφωθεί, αρκετοί εκπρόσωποι των πιστωτικών ιδρυμάτων επισήμαναν, σύμφωνα με πληροφορίες, ότι οι σημερινές αρνητικές συνθήκες διαμορφώθηκαν ουσιαστικά ερήμην των παραγωγών. Αντίστοιχα, ούτε οι ίδιες οι τράπεζες μπορούσαν κατά τον χρόνο χρηματοδότησης των έργων να προβλέψουν ότι σημαντικό μέρος της παραγόμενης ενέργειας δεν θα αποζημιωνόταν στην πορεία.
Με άλλα λόγια, παραγωγοί και τράπεζες δύσκολα θα μπορούσαν να προβλέψουν πως τα έσοδα των πάρκων αντί για εγγυημένα, ενείχαν τόσο μεγάλη αβεβαιότητα – όχι γιατί στην πορεία θα «διορθώνονταν» οι ταρίφες, αλλά επειδή θα εφαρμοζόταν τόσο δραστικό «μαχαίρι» στην παραγωγή των πάρκων για την οποία αυτά αμείβονται.
Στο τραπέζι εμπροσθοβαρής αύξηση και παράταση των συμβάσεων
Σε αυτό το πλαίσιο, από τη συνάντηση διαφάνηκε ότι οι τράπεζες αντιμετωπίζουν πολύ θετικά τα μέτρα που θα μπορούσαν να προσφέρουν οικονομική «ανάσα» στις επενδύσεις και να αποτρέψουν τη δημιουργία μίας νέας γενιάς κόκκινων δανείων. Στην πρώτη γραμμή βρίσκεται η πρόταση για εμπροσθοβαρή αύξηση της ταρίφας των έργων, η οποία θα συνδυάζεται με μηχανισμό claw-back, ώστε η ενίσχυση να ανακτάται σε μεταγενέστερο χρόνο.
Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία φαίνεται να έχει για αρκετά τραπεζικά ιδρύματα η διάρκεια των συμβάσεων λειτουργικής ενίσχυσης. Όπως προέκυψε από τη συζήτηση, για να μπορέσουν ορισμένες τράπεζες να προχωρήσουν σε επιμήκυνση της διάρκειας των δανείων, και επομένως σε μείωση των μηνιαίων δόσεων, θεωρούν απαραίτητο να υπάρχει αντίστοιχη επέκταση του χρονικού ορίζοντα των εγγυημένων εσόδων.
Για τον λόγο αυτό, οι εκπρόσωποι των πιστωτικών ιδρυμάτων εμφανίστηκαν να συντάσσονται με το αίτημα της ΠΟΣΠΗΕΦ για πενταετή παράταση της διάρκειας της λειτουργικής ενίσχυσης. Μία τέτοια παρέμβαση θα μπορούσε να δημιουργήσει τον απαιτούμενο χώρο για επιμήκυνση των δανείων, περιορίζοντας τον κίνδυνο αδυναμίας εξυπηρέτησής τους. Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, ότι ακόμη και με την 5ετή επέκταση, αρκετά τραπεζικά στελέχη παρέπεμψαν τη δυνατότητα επιμήκυνσης στο «πράσινο φως» των ευρωπαϊκών αρχών που εποπτεύουν τα ιδρύματα.
Όσον αφορά την Ελληνική Ένωση Τραπεζών, το επόμενο βήμα θα είναι το ζήτημα να τεθεί σε επικείμενη συνεδρίαση του Διοικητικού της Συμβουλίου. Αν υπάρξει έγκριση από το Δ.Σ. (κάτι πυο συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες), η ΕΕΤ θα προχωρήσει σε κατάλληλες ενέργειες προς το ΥΠΕΝ, μεταφέροντας πλέον και από την πλευρά του χρηματοπιστωτικού συστήματος την ανάγκη να βρεθεί άμεσα λύση, πριν η οικονομική ασφυξία των φωτοβολταϊκών μετατραπεί σε πρόβλημα όχι μόνο των παραγωγών αλλά και των πιστωτικών ιδρυμάτων.