HEPI: Στο “πάνω μισό” των αυξήσεων πανευρωπαϊκά η Αθήνα το Νοέμβριο – Τι δείχνουν τα στοιχεία για τις υπόλοιπες πρωτεύουσες
Άνοδο 3% κατέγραψαν οι λιανικές τιμές ρεύματος για τα ελληνικά νοικοκυριά τον Νοέμβριο, σύμφωνα με τη νέα έκθεση του Household Energy Price Index (HEPI). Η αύξηση της Αθήνας κατατάσσεται στις υψηλότερες μεταξύ των 33 ευρωπαϊκών πρωτευουσών που εξετάζει ο δείκτης και αποδίδεται εξ ολοκλήρου στη μεταβολή του ενεργειακού σκέλους, χωρίς παρεμβάσεις σε φόρους ή ρυθμιζόμενα τέλη.
Η μέση τελική τιμή στην ελληνική πρωτεύουσα διαμορφώθηκε στα 24,31 c€/kWh, παραμένοντας κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 (25,82 c€/kWh). Έτσι, η Αθήνα εξακολουθεί να βρίσκεται σε ανταγωνιστικό επίπεδο σε ονομαστικούς όρους παρά την αύξηση.
Ωστόσο, η σύγκριση μεμονωμένων αγορών δείχνει μια πιο σύνθετη εικόνα. Η Αθήνα παραμένει φθηνότερη από ακριβές αγορές όπως το Λονδίνο, το Δουβλίνο, η Κοπεγχάγη και η Βιέννη, αλλά ακριβότερη από πρωτεύουσες με παραδοσιακά χαμηλότερες χρεώσεις όπως η Λισαβώνα και η Στοκχόλμη.
Όταν η σύγκριση γίνεται με βάση την αγοραστική δύναμη (PPS), η θέση της Αθήνας επιδεινώνεται: το βάρος των τιμολογίων στο διαθέσιμο εισόδημα ανεβάζει την ελληνική πρωτεύουσα πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, υποδεικνύοντας ότι η επιβάρυνση στα νοικοκυριά είναι δυσανάλογη σε σχέση με πιο εύρωστες οικονομίες.
Πώς κινήθηκαν οι τιμές στην Ευρώπη – Πού τοποθετείται η Ελλάδα
Η Ελλάδα εντάσσεται στο «άνω μισό» των ευρωπαϊκών αυξήσεων για τον Νοέμβριο. Οι μεγαλύτερες μεταβολές στις πρωτεύουσες ήταν:
Αυξήσεις:
+15% Όσλο – Ισχυρός αντίκτυπος από ακριβή χονδρεμπορική
+9% Λιουμπλιάνα
+7% Ζάγκρεμπ
+4% Βρυξέλλες
+3% Αθήνα, Βιέννη
+2% Λονδίνο, Κοπεγχάγη, Δουβλίνο, Ελσίνκι
Μειώσεις:
-4% Βερολίνο
-4% Λισαβώνα
-3% Βουκουρέστι
-2% Μαδρίτη
Από τις 33 πρωτεύουσες που παρακολουθεί το HEPI, 11 κατέγραψαν αυξήσεις, 7 μειώσεις και οι υπόλοιπες παρέμειναν σταθερές.
Γιατί αυξήθηκε η τιμή στην Ελλάδα – Η επίδραση της χονδρικής
Η άνοδος οφείλεται αποκλειστικά στο ενεργειακό σκέλος, καθώς δεν σημειώθηκαν αλλαγές σε ρυθμιζόμενες χρεώσεις ή φορολογία. Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση συνδέεται άμεσα με:
την υψηλότερη χονδρεμπορική τιμή του Νοεμβρίου, το κόστος φυσικού αερίου, την ενισχυμένη χειμερινή ζήτηση και τη μεταβλητότητα της παραγωγής ΑΠΕ.
Δεδομένου ότι τα περισσότερα τιμολόγια στην ελληνική αγορά παραμένουν κυμαινόμενα, η μετακύλιση των χονδρεμπορικών διακυμάνσεων στη λιανική είναι σχεδόν άμεση.
Παρά την η αύξηση του Νοεμβρίου, το γενικότερο πλαίσιο δείχνει σταθεροποίηση σε σχέση με τα ακραία επίπεδα του 2022–2023. Παρόλα αυτά, η συγκριτικά χαμηλή αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών κρατά το βάρος των τιμών υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, ακόμη και όταν οι ονομαστικές χρεώσεις παραμένουν ανταγωνιστικές.
(φωτογραφία: freepik.com)