Skip to main content
Menu
English edition Live Blog Weekly Issues

Χάρης Φλουδόπουλος: Τι σημαίνει το πράσινο φως της ΕΕ για τη Συμπαραγωγή

Σε μείζον θέμα των ημερών έχει αναδειχθεί για την ενεργειακή «πιάτσα» η μεταχείριση της τεχνολογίας Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (ΣΗΘΥΑ) που επιφύλαξε ο Έλληνας νομοθέτης το καλοκαίρι, στο περίφημο ενεργειακό νομοσχέδιο. Για το θέμα λοιπόν που ακουμπά την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στο σύνολό της, καθώς επηρεάζεται η λειτουργία του συστήματος τόσο των θερμικών μονάδων των ιδιωτών και της ΔΕΗ, όσο και η λειτουργία των ΑΠΕ, χθες το βράδυ έγινε γνωστή η επίσημη τοποθέτηση των Βρυξελλών, από τον αρμόδιο ενεργειακό Επίτροπο Γκ. Όττινγκερ. Ο λόγος για την απάντηση της Κομισιόν, στην «αιχμηρή» ερώτηση που είχε καταθέσει ο ευρωβουλευτής των οικολόγων πράσινων, Μιχάλης Τρεμόπουλος, ο οποίος απευθύνθηκε στην επιτροπή με τρία ερωτήματα:

Κατ΄ αρχάς εάν είναι σύμφωνη με την ευρωπαϊκή πολιτική η υποστήριξη μονάδων ΣΗΘΥΑ με όρους ευνοϊκότερους ακόμα και εκείνων για τις ΑΠΕ.

Δεύτερον πως διασφαλίζεται η απορρόφηση της παραγωγής ΑΠΕ κατά προτεραιότητα ανώτερη από τη ΣΗΘΥΑ και

Τρίτον ζήτησε να πληροφορηθεί εάν συμφωνεί η Κομισιόν με την αποπληρωμή των μονάδων ΣΥΘΗΑ από το λεγόμενο τέλος ΑΠΕ και να συνδέεται η εγγυημένη τιμή με την τιμή του φυσικού αερίου.

Απαντώντας λοιπόν στα παραπάνω ερωτήματα, η Κομισιόν και ο αρμόδιος ευρωπαίος επίτροπος αρμόδιος για τα ενεργειακά Γκίντερ Όττιγνκερ αναφέρει τα εξής σημεία:

1. Στην οδηγία για τις ΑΠΕ ορίζονται δεσμευτικοί στόχοι για την αύξηση των ΑΠΕ, αλλά δε ρυθμίζονται τα καθεστώτα στήριξης και το κάθε κράτος μέλος ρυθμίζει τα καθεστώτα στήριξης

2. Η ΕΕ παρακολουθεί την πρόοδο για την επίτευξη των εθνικών στόχων και την εφαρμογή των μέτρων και η πρώτη έκθεση προόδου θα συνταχθεί τον αμέσως επόμενο χρόνο δηλαδή το 2012

3. Τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να προβλέπουν εθνικά προγράμματα στήριξης, όχι μόνο για τις ΑΠΕ αλλά και για τη συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης, σύμφωνα με τους κανόνες τις συνθήκης, ιδίως όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις και την ελεύθερη κυκλοφορία. Στην εν λόγω οδηγία δεν καθορίζεται, ούτε απαγορεύεται συγκεκριμένο μέσο στήριξης.

Από το κείμενο της απάντησης καθίσταται σαφές ότι η ΕΕ δεν κάνει κανένα διαχωρισμό μεταξύ μονάδων παραγωγής από ΑΠΕ και μονάδων ΣΗΘΥΑ παραπέμποντας στην Οδηγία για τις ΑΠΕ (2009/28/ΕΚ) και τους δεσμευτικούς στόχους των κρατών-μελών για το εθνικό ενεργειακό μείγμα μέχρι το 2020.

Σύμφωνα με την Κομισιόν, ουσιαστικά η αντιμετώπιση των ΑΠΕ και της συμπαραγωγής είναι κοινή και όμοια, έστω και εάν η Συμπαραγωγή συντελεί στην επίτευξη του στόχου της εξοικονόμησης ενέργειας, που αποτελεί το περίφημο δεύτερο 20άρι, του στόχου του 20 – 20 – 20 δηλαδή της θεμελιώδους αρχής για την ενεργειακή πολιτική της Ένωσης (20% παραγωγή πράσινης ενέργειας – 20% μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης μέχρι το 2020).

Τέλος η απάντηση του Επιτρόπου ως προς τα εθνικά καθεστώτα στήριξης, καθιστά σαφές ότι εναπόκειται στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών να επιλέξουν το είδος της στήριξης, που σε κάθε περίπτωση είναι υποχρεωτική για τη συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης. Γίνεται δε αναφορά στις εκθέσεις προόδου που θα συνταχθούν από το 2012 και στις οποίες θα κριθεί η συμμόρφωση των κρατών μελών με τις σχετικές οδηγίες για τις ΑΠΕ και την εξοικονόμηση ενέργειας.

Πηγές του εγχώριου κλάδου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ωστόσο, με αφορμή την απάντηση Όττινγκερ, επανέρχονται στις ανακοινώσεις που είχαν εκδώσει το καλοκαίρι για το ζήτημα, τονίζοντας ότι δεν αμφισβητούν το ότι θα πρέπει η συμπαραγωγή να υποστηριχθεί με βάση το κοινοτικό δίκαιο. Εκεί που εκφράζουν αντιρρήσεις, αναφέρουν οι ίδιες πηγές, είναι στο ότι η Συμπαραγωγή θα πληρώνεται μέσω του μηχανισμού του τέλους ΑΠΕ, το οποίο κρίνεται ως αποτυχημένος μηχανισμός που δεν αποτυπώνει την πραγματική συνεισφορά και αξία της πράσινης ενέργειας. Η Συμπαραγωγή δεν είναι ΑΠΕ, λένε χαρακτηριστικά και ως εκ τούτου δεν μπορεί να πληρώνεται μέσω του τέλους ΑΠΕ.

Ανεξάρτητα από τις μεθοδολογικές ενστάσεις πάντως, η Ε.Ε. δεν αφήνει περαιτέρω περιθώρια αμφισβητήσεων ως προς το ζήτημα. Εκεί που υπάρχουν περιθώρια για αμφισβητήσεις είναι στην καθυστέρηση που παρατηρείται από την πλευρά του ελληνικού κράτους, διαχρονικά, να εναρμονιστεί με τους νόμους και τους κανονισμούς της ΕΕ, γεγονός που δημιουργεί σημαντικό κόστος στους επενδυτές και εν τέλει καθηλώνει την ανταγωνιστικότητα της χώρας.

(Capital, 16/9/2011)



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα