Καθημερινές λύσεις για τη διαχείριση των απορριμάτων
Καινοτόμες λύσεις, όπως η ανακύκλωση ρούχων εκτός από γυαλιού, πλαστικού και χαρτιού, σε συνδυασμό με την τοποθέτηση διαφορετικών κάδων για κάθε ένα από τα παραπάνω υλικά, υιοθετούν όλο και περισσότερες χώρες της Ευρώπης στον τομέα της διαχείρισης των απορριμάτων.
Ποια θα μπορούσε λοιπόν να είναι σήμερα στην Ελλάδα η καλύτερη περιβαλλοντικά πολιτική στη διαχείριση απορριμμάτων; Είναι εφικτό να ελαχιστοποιήσουμε τα σκουπίδια για τελική διάθεση; Η απάντηση είναι «ναι», αν ακολουθήσουμε μία συνεπή πολιτική λένε η Οικολογική Εταιρεία Ανακύκλωσης, η Greenpeace, το WWF και το Δίκτυο Μεσόγειος SOS.
Πρόσφατα, οι τέσσερις αυτές οργανώσεις παρουσίασαν με βάση και την ευρωπαική εμπειρία, ένα πακέτο από μέτρα που θα μπορούσαν να υιοθετηθούν, και να μας οδηγήσει μεσοπρόθεσμα σε λύση του προβλήματος.
Το πρώτο και πιο προχωρημένο απ' αυτά, που εφαρμόζεται ήδη σε κάποιες ευρωπαικές χώρες, είναι να αποσυνδεθούν τα δημοτικά τέλη από τα τετραγωνικά μέτρα της κατοικίας μας, και να συνδεθούν με την ποσότητα των απορριμμάτων που παράγουμε, ώστε να ισχύσει και στην πράξη η περίφημη αρχή της «ανταποδοτικότητας».
Αντίστοιχα τα τέλη τελικής διάθεσης, που πληρώνουν οι ΟΤΑ για τη χρήση των Χώρων Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων, θα μπορούσαν να συνδεθούν με τις ποσότητες που θάβει κάθε Δήμος, ώστε να ισχύσει η αρχή «Ο Ρυπαίνων Πληρώνει".
Επαναχρησιμοποίηση
Το δεύτερο, αφορά στην επαναχρησιμοποίηση, που δεν θα πρέπει να αφορά μόνο στις συσκευασίες αναψυκτικών, νερού και μπύρας, αλλά και πολλών άλλων τυποποιημένων προϊόντων.
Αυτό βέβαια προϋποθέτει τη δημιουργία υποδομών σχετικά με τη διαχείριση και επαναχρησιμοποίηση ηλεκτρικών συσκευών, παλαιών επίπλων, ρουχισμού και άλλων προϊόντων, που σήμερα καταλήγουν στα απορρίμματα. Ειδικά, η ανακύκλωση ρούχων, θεωρείται από τις μεθόδους με τα μεγαλύτερα οφέλη για το περιβάλλον, αφού υπολογίζεται ότι περίπου 10 εκατομμύρια τόνοι υφασμάτων σε Αμερική και Ευρώπη καταλήγουν στα σκουπίδια κάθε χρόνο.
Οικιακή κομποστοποίηση...
Τρίτη αποτελεσματική λύση, θεωρείται η οικιακή κομποστοποίηση. Τα οικιακά οργανικά αποτελούν ως και το 50% των απορριμμάτων μας και μπορούν εύκολα και οικονομικά να κομποστοποιηθούν στις κατοικίες μας. Ένα νοικοκυριό μπορεί με ένα ειδικό κάδο να παράγει κομπόστ (δηλαδή λίπασμα) από τα οικιακά οργανικά του απόβλητα, που θα αξιοποιεί στο κήπο ή σε φυτά του μπαλκονιού του. Εάν μάλιστα η πολιτεία θεσπίσει την τοποθέτηση κάδων οικιακής κομποστοποίησης στα κτίρια και ξεκινήσει την υλοποίηση μαζί με τους ΟΤΑ, θα έδινε ουσιαστική ώθηση στο μέτρο.
Διαλογή με 4 κάδους
Αποτελέσματα έχει φέρει, όπου ίσχυσε, και η διαλογή στην πηγή των απορριμμάτων με 4 κάδους – αντί του ενός, των δύο ή των τριών, που εφαρμόζεται σήμερα για τη συλλογή των απορριμμάτων και υπολοίπων υλικών.
Ο πρώτος κάδος μπορεί να αφορά μόνο στο χαρτί, που θα οδηγείται χωρίς άλλη διαλογή για ανακύκλωση, ο δεύτερος θα δέχεται όλα τα υπόλοιπα ανακυκλώσιμα υλικά (πλαστικά, γυαλί, μέταλλα, ξύλο), ο τρίτος μόνο τα υπόλοιπα οργανικά και βιοαποδομήσιμα υλικά (όσα δηλαδή δεν αξιοποιούνται στην οικιακή κομποστοποίηση), και ο τέταρτος κάδος θα δέχεται τα υπολείμματα τα οποία θα οδηγούνται για τελική διάθεση σε Χώρους Υποδοχής Υπολειμμάτων. Εχει αποδειχθεί, ότι όπου εφαρμόζεται το μοντέλο των 4 κάδων, η διαλογή των υλικών λειτουργεί πολύ πιο ικανοποιητικά, καθώς οδηγείται για διαλογή το 20-25% των συνολικών ποσοτήτων απορριμμάτων, έναντι μονοψήφιου ποσοστού σήμερα…
Διαδημοτικά Κέντρα Ανακύκλωσης
Επιπλέον, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν διαδημοτικά Κέντρα Ανακύκλωσης σε όλη την Ελλάδα, σαν ένας χώρος προσωρινής ταξινόμησης - με αποθηκευτικούς χώρους (κυρίως κοντέϊνερ) για όλα τα εν δυνάμει διαχειρίσιμα υλικά- μέχρι τη μεταφορά τους για τη τελική διαχείριση ή ανακύκλωση. Όλα τα παραπάνω δεν είναι ουτοπικά. Ήδη, αρκετές χώρες όπως Γερμανία, Ολλανδία, Αυστρία, Βέλγιο, Μεγάλη Βρετανία κ.α., έχουν προχωρήσει σημαντικά προς αυτή την κατεύθυνση και πλησιάζουν το τέλος του δρόμου έχοντας πετύχει μεγάλα ποσοστά μείωσης και εναλλακτικής διαχείρισης των απορριμμάτων τους.
Ανακύκλωση χρησιμοποιημένων λαδιών
Σημαντική σύμβολή στην υπόθεση της ανακύκλωσης παίζουν φυσικά τα τρόφιμα, με πρώτα και καλύτερα τα χρησιμοποιημένα έλαια. Αν και αποτελούν τη πρώτη ύλη για την παραγωγή βιοντίζελ και βιολιπαντικών, εντούτοις καταλήγουν στον νεροχύτη, αντί να αναγεννώνται, καθώς η ανακύκλωσή τους δεν είναι υποχρεωτική από την ισχύουσα νομοθεσία. Ελαιόλαδο, πυρηνέλαιο, καλαμποκέλαιο, ηλιέλαιο, βαμβακέλαιο, ρυπογόνα «καμένα» λάδια καταλήγουν στο αποχετευτικό δίκτυο ή στους χώρους υγειονομικής ταφής απορριμμάτων, προκαλώντας ζημιές στις υποδομές.
Από την απόρριψη των μαγειρικών λαδιών φράζουν τα αποχετευτικά δίκτυα, με αποτέλεσμα η ΕΥΔΑΠ να ξοδεύει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ ετησίως για την απόφραξή τους, ενώ και στις μονάδες βιολογικού καθαρισμού των αστικών λυμάτων δημιουργούν προβλήματα, εφόσον μπλοκάρουν την αερόβια διαδικασία. Διότι το λάδι έχει την ιδιότητα να απλώνεται σε ένα λεπτό στρώμα και να καλύπτει τεράστιες ποσότητες νερού. Το νερό κάτω από το λάδι σταματάει να οξυγονώνεται με αποτέλεσμα να σταματούν οι αερόβιες διαδικασίες. Αυτό έχει δυσμενέστατη επίδραση στους βιολογικούς καθαρισμούς, αλλά και γενικότερα στο οικοσύστημα.
Ωστόσο, όταν τα λάδια έχουν χρησιμοποιηθεί τόσο ώστε να είναι πια ακατάλληλα για τηγάνισμα, αντί να ακολουθήσουν τη διαδικασία των αποβλήτων με τις γνωστές σε όλους μας περιβαλλοντικές συνέπειες, μπορούν να καλύψουν ενεργειακές και λιπαντικές ανάγκες. Δηλαδή, τα μαγειρικά λάδια μπορούν να μετατραπούν σε βιοντίζελ και βιολιπαντικά, που είναι πιο φιλικά για το περιβάλλον, αφού ρυπαίνουν λιγότερο από τα συμβατικά.
Κι όμως, η κατανάλωση βρώσιμων λαδιών στην Ελλάδα υπολογίζεται σε 470.000 τόνους ετησίως, αλλά δεν ανακτάται ούτε το 4% αυτής της ποσότητας, σύμφωνα με τις εταιρείες οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα. Κάποια πάντως εστιατόρια, με δική τους πρωτοβουλία, εφαρμόζουν συστήματα ανακύκλωσης των χρησιμοποιημενων μαγειρικών τους ελαίων, ενώ υπάρχουν εξιδεικευμένες εταιρείες, που αναλαμβάνουν τη συλλογή τους, από δημόσιους φορείς, δήμους, αλυσίδες σούπερ μάρκετ και εστίασης κ.ά. Τα έλαια που συλλέγονται από τις εν λόγω εταιρείες αποδίδονται εν συνεχεία σε μονάδες παραγωγής βιοντίζελ, τα περιβαλλοντικά οφέλη από τη χρήση του οποίου είναι πολλά.