Skip to main content

Το World Energy Outlook 2016 του IEA

Το World Energy Outlook του IEA (Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας) για το 2016 αποτελεί το «ευαγγέλιο» για τις τάσεις και τις εξελίξεις της ενεργειακής οικονομίας παγκοσμίως.

Στη συνέχεια παρουσιάζουμε την επεξεργασία που έκανε η ομάδα των δημοσιογράφων του energypress πάνω σε 6 κεφάλαια του World Outlook και συγκεκριμένα στα σχετικά με πετρέλαιο, φυσικό αέριο, ηλεκτρική ενέργεια, άνθρακα, ΑΠΕ και ηλεκτρικά οχήματα.

ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ

Η ζήτηση για πετρέλαιο δεν θα κορυφωθεί πριν το 2040 - Ανθεκτικό στους τριγμούς το shale oil

Στο επίμαχο θέμα της εξέλιξης των πετρελαϊκών τιμών εν μέσω διαφωνιών ανάμεσα στους μεγάλους παραγωγούς εστιάζει ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας την προσοχή του στο φετινό World Energy Outlook, σε ότι αφορά την πετρελαϊκή αγορά. Παράλληλα, δίνει έμφαση στη σημασία της αμερικανικής παραγωγής που αποτέλεσε τον πιο κρίσιμο παράγοντα τα τελευταία χρόνια.

Οι μακροπρόθεσμες τάσεις

Σύμφωνα με το βασικό σενάριο «New Policies» του οργανισμού, οι δεσμεύσεις που ανέλαβαν τα κράτη στα πλαίσια της κλιματικής συμφωνίας του Παρισιού δεν πρόκειται να επιφέρουν κορύφωση της πετρελαϊκής ζήτησης πριν από το έτος 2040, καθώς δεν υπάρχουν ακόμη επαρκείς εναλλακτικές λύσεις στους τομείς των χερσαίων και αεροπορικών μεταφορών, αλλά και στα πετροχημικά. Χαρακτηριστικό είναι ότι η άνοδος της ζήτησης στους τρεις αυτούς τομείς είναι ανώτερη από ότι η αύξηση της ζήτησης για πετρέλαιο εν γένει. Στο γεωγραφικό σκέλος, η Ινδία προβλέπεται να γίνει η βασική οδηγός της ζήτησης στο μέλλον και η Κίνα θα ξεπεράσει τις ΗΠΑ ως μεγαλύτερη καταναλωτής στις αρχές της δεκαετίας του 2030.

Αναφορικά με την επίδραση των ηλεκτρικών οχημάτων, το σενάριο New Policies προβλέπει άνοδο του παγκόσμιου στόλου τους από το 1,3 εκατ. οχήματα το 2015 σε 30 εκατ. ως το 2025 και πάνω από 150 εκατ. το 2040, γεγονός που θα οδηγήσει σε μείωση της ζήτησης για πετρέλαιο κατά 1,3 εκατ. βαρέλια ανά ημέρα. Ο ΙΕΑ παρατηρεί επίσης ότι η πρόοδος της τεχνολογίας στην ηλεκτροκίνηση θα οδηγήσει σε μείωση του κόστους για μπαταρίες στο μισό σε σχέση με σήμερα. Προσθέτει ότι αν υιοθετηθούν πιο τολμηρές πολιτικές, όπως στο σενάριο «450», τότε ο παγκόσμιος στόλος θα φτάσει τα 710 εκατ. οχήματα ως το 2040, με εκτοπισμό 6 εκατ. βαρελιών πετρελαίου ημερησίως.

Στον τομέα της παραγωγής και των τιμών, ο ΙΕΑ τονίζει ότι η αμερικανική παραγωγή σχιστολιθικού πετρελαίου έχει γίνει πιο ανθεκτική στην πτώση των τιμών από ότι αναμενόταν αρχικά. Στο σενάριο New Policies, η αμερικανική παραγωγή αυτού του είδους προβλέπεται να κορυφωθεί στα τέλη της δεκαετίας του 2020 στα 6 εκατ. βαρέλια ανά ημέρα. Στη συνέχεια, με άξονα το 2040, τα μέτρα εξοικονόμησης καυσίμων προβλέπεται να εκμηδενίσουν την ανάγκη της χώρας για εισαγωγές πετρελαίου.

false

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η εξάντληση της παραγωγής στα υφιστάμενα κοιτάσματα αναμένεται να είναι ίση με την παραγωγή του Ιράκ κάθε δύο χρόνια. Χαρακτηριστικό είναι ότι το 2015 η έναρξη νέων παραγωγικών έργων στο συμβατικό πετρέλαιο μειώθηκε στο χαμηλότερο επίπεδο από τη δεκαετία του 1950 και φέτος αναμένεται αντίστοιχη εικόνα δεδομένων των χαμηλών τιμών. Ο οργανισμός σημειώνει ότι με βάση το σενάριο New Policies, η κατάσταση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε ευμετάβλητες τιμές και σε ένα νέο κύκλο έντονης αυξομείωσης στον κλάδο.

Επίσης, ο ΙΕΑ αναφέρει ότι μακροπρόθεσμα οι επενδύσεις στο πετρέλαιο και το αέριο παραμένουν σημαντικές για το παγκόσμιο ενεργειακό μείγμα, ακόμα και αν υιοθετηθούν πολιτικές ευρείας επέκτασης των ΑΠΕ και των εναλλακτικών καυσίμων.

Οι πρόσφατες εξελίξεις και η «μάχη του ΟΠΕΚ»

Ως βασικές αιτίες για τις χαμηλές τιμές αργού που έχουν επικρατήσει την τελευταία διετία, ο ΙΕΑ προβάλει την έντονη αύξηση της μη συμβατικής παραγωγής στις ΗΠΑ, αλλά και την αδυναμία συντονισμού των μελών του ΟΠΕΚ για περιορισμό της παραγωγής τους. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι τα μέλη του ΟΠΕΚ έχασαν περισσότερα χρήματα από τις χαμηλές τιμές, από όσα κέρδισαν μέσω της διατήρησης υψηλού όγκου παραγωγής.

Όπως τονίζει ο ΙΕΑ, η ανάπτυξη της αμερικανικής παραγωγής έχει πλέον παγώσει, αλλά οι επιδράσεις των παραπάνω εξελίξεων συνεχίζουν να επηρεάζουν την παγκόσμια αγορά και ιδίως τις επενδύσεις, οι οποίες υποχώρησαν από τα 780 δις. του 2014 σε 200 δις. το 2015 και εκτιμώμενα 140 δις. το 2016.

Τι γίνεται με τη ζήτηση, τα αποθέματα και την παραγωγή

Η κατάρρευση των τιμών οδήγησε σε αύξηση της διεθνούς ζήτησης το 2015 σε υψηλά πενταετίας τάση που προβλέπεται να συνεχιστεί και φέτος. Μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, πάντως, η αύξηση της ζήτησης αναμένεται να επιβραδυνθεί υπό το βάρος της χαμηλότερης οικονομικής ανάπτυξης στην Κίνα και της απομείωσης των επιδοτήσεων για ορυκτά καύσιμα σε αρκετές άλλες χώρες. Με βάση το σενάριο «Current Policies», η ζήτηση θα αυξάνεται κατά 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως ως το 2040. Με βάση το φιλόδοξο κλιματικά σενάριο «450», η πετρελαϊκή ζήτηση θα κορυφωθεί το 2040 στα 93 εκατ. βαρέλια.

Σε ότι έχει να κάνει με τα αποθέματα πετρελαίου διεθνώς, ο ΙΕΑ παρατηρεί ότι η πτώση των τιμών δεν είχε μέχρι τώρα σημαντική επίδραση, καθώς υποχώρησαν κατά λιγότερο από 3 δις. βαρέλια πέρυσι. Οι εκτιμήσεις της αμερικανικής γεωλογικής υπηρεσίας κάνουν λόγο για εκτιμώμενα αποθέματα 2060 δις. βαρελιών διεθνώς και ο ΙΕΑ τοποθετεί τον αριθμό στα 2050 δις. βαρέλια.

Σημειώνεται, πάντως, ότι οι ετήσιες ανακαλύψεις νέων κοιτασμάτων υποχώρησαν σημαντικά από το 2010 ως το 2014, παρά τις επενδύσεις-ρεκόρ που πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο αυτή. Το 2015, ο όγκος τους μειώθηκε σε χαμηλό 70 ετών.

Η πετρελαϊκή παραγωγή, απεναντίας, αυξήθηκε μεταξύ του 2010 και του 2015 με τον εντονότερο πενταετή ρυθμό από τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Η άνοδος αυτή βασίστηκε στις υψηλές τιμές εκείνης της περιόδου, που παρέμειναν πάνω από τα 90 δολάρια ανά βαρέλι. Χαρακτηριστικό είναι ότι πέρυσι η παραγωγή της Ρωσίας έφτασε τα 11,1 εκατ. βαρέλια, καθώς οι ρωσικές πετρελαϊκές προστατεύτηκαν από την πτώση των τιμών και κατάφεραν να διατηρήσουν ακόμα και τις επενδύσεις τους σταθερές.

Με βάση το σενάριο New Policies, οι καρποί των επενδύσεων της περιόδου 2010-2015 θα αρχίσουν να γίνονται αισθητoοί μέσα στην επόμενη πενταετία, ενώ οι τιμές προβλέπεται να ανακάμψουν από το 2020 οδηγώντας σε νέο κύκλο επενδύσεων. Γεωγραφικά, οι χώρες πλην του ΟΠΕΚ αναμένεται να σημειώσουν τη μεγαλύτερη αύξηση της παραγωγής. Παράλληλα, το συμβατικό πετρέλαιο αναμένεται να προσφέρει το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, αλλά σημειώνεται ότι η παραγωγή των σημερινών κοιτασμάτων θα περιοριστεί σε επίπεδα κάτω των 45 εκατ. βαρελιών/ημέρα ως το 2040, άρα είναι απαραίτητες οι επενδύσεις σε νέα συμβατική και μη συμβατική παραγωγή.

ΦΥΣΙΚΟ ΑΕΡΙΟ

Το φυσικό αέριο αντιμετωπίζει έντονο ανταγωνισμό στην ηλεκτροπαραγωγή

Στον ανταγωνισμό που αντιμετωπίζει το αέριο στην ηλεκτροπαραγωγή, στον ενισχυμένο ρόλο του LNG στο εξής, αλλά και στη διαμόρφωση των τιμών μελλοντικά δίνει έμφαση ο ΙΕΑ στο σχετικό κεφάλαιο της φετινής του ετήσιας έκθεσης για τον κλάδο της ενέργειας με τίτλο «World Energy Outlook 2016».

Ο οργανισμός εκτιμά μεταξύ άλλων ότι η ζήτηση στην Ευρώπη προβλέπεται να σημειώσει μικρή άνοδο από τα 418 δις. κ.μ. του 2014 σε 450 δις. κ.μ. ως το 2040. Παράλληλα, προβλέπει την εγκατάσταση μονάδων 170 γιγαβάτ με καύσιμο το φυσικό αέριο στη Γηραιά Ήπειρο.

Ζήτηση

Η ζήτηση για φυσικό αέριο προβλέπεται να αυξηθεί με ετήσιο ρυθμό 1,5% ως το 2040, δηλαδή χαμηλότερο από το 2,3% των τελευταίων 25 ετών. Παρόλα αυτά, χαρακτηρίζεται ως το ταχύτερα αναπτυσσόμενο ορυκτό καύσιμο και το μερίδιό του αναμένεται να φτάσει το 24% το 2040 έναντι 21% σήμερα. Αντιθέτως, στο πιο οικολογικό σενάριο «450», η χρήση φυσικού αερίου σταθεροποιείται νωρίτερα στη δεκαετία του 2030.

Η ηλεκτροπαραγωγή προβλέπεται να είναι ο μεγαλύτερος καταναλωτής αερίου και να συνεισφέρει το 34% της ανάπτυξης στη ζήτηση διεθνώς, αλλά ο ΙΕΑ σημειώνει ότι το αέριο αντιμετωπίζει ανταγωνισμό σε ορισμένες αγορές, ιδίως της Ασίας, όπου ο άνθρακας παραμένει ένας ισχυρός αντίπαλος. Χαρακτηριστικό είναι ότι ως το 2025 στην Ασία, οι μονάδες με καύσιμο το αέριο αναμένεται να γίνουν πιο ανταγωνιστικές από αυτές με άνθρακα μονάχα αν η τιμή του άνθρακα αγγίξει τα 150 δολάρια/τόνο.

Αναφορικά με το ρόλο της ηλεκτροπαραγωγής στη διαμόρφωση της ζήτησης για φυσικό αέριο, ο ΙΕΑ σημειώνει πως η χρήση αερίου αυξάνεται διαρκώς στη βιομηχανία, αλλά δεν παρατηρείται το ίδιο στην παραγωγή ηλεκτρισμού. Φέρει ως παράδειγμα την Ε.Ε., όπου η ασθενής οικονομική ανάπτυξη και η άνοδος των ΑΠΕ οδήγησαν σε ένα ασθενές σύστημα εμπορίας ρύπων (ETS), με αποτέλεσμα κερδισμένος να είναι ο άνθρακας. Η χρήση αερίου στην ευρωπαϊκή ηλεκτροπαραγωγή υποχώρησε κατά 12% ετησίως από το 2010 ως το 2014. Μάλιστα, το αέριο δυσκολεύεται να βρει χώρο στην ηλεκτροπαραγωγή ακόμα και χωρών με έντονη ζήτηση για ρεύμα, όπως η Κίνα. Στην περίπτωσή της, ο ρυθμός ανάπτυξης της ζήτησης αερίου μειώθηκε πολύ, ενώ οι εισαγωγές LNG παρέμειναν σταθερές το 2015.

false

Στην κατανάλωση, η ηλεκτροπαραγωγή είναι σήμερα ο μεγαλύτερος καταναλωτής αερίου, με το 40% των ποσοτήτων. Παράλληλα, η ηλεκτροπαραγωγή συνεισφέρει το 35% της ανόδου της ζήτησης, όσο και η βιομηχανία, αλλά είναι ταυτόχρονα και ο κλάδος με την πιο έντονη αβεβαιότητα λόγω του ανταγωνισμού από τις άλλες πηγές ενέργειας. Ως εκ τούτου, το μερίδιο της ηλεκτροπαραγωγής στην συνολική κατανάλωση αερίου αναμένεται να υποχωρήσει το 2040 στο 38%.

Με βάση το σενάριο New Policies, η Κίνα θα αναλάβει στο εξής το ρόλο του οδηγού της ζήτησης για φυσικό αέριο. Η συγκεκριμένη χώρα προβλέπεται να αυξήσει τις ανάγκες της κατά 420 δις. κ.μ. ως το 2040, δηλαδή μια ποσότητα αντίστοιχη με τη συνολική κατανάλωση της Ε.Ε. Με τον τρόπο αυτό, θα γίνει τρίτος μεγαλύτερος καταναλωτής αερίου διεθνώς, μετά τις ΗΠΑ και τη Μέση Ανατολή.

Τέλος, η ζήτηση στην Ευρώπη προβλέπεται να σημειώσει μικρή άνοδο από τα 418 δις. κ.μ. του 2014 σε 450 δις. κ.μ. ως το 2040. Στην ηλεκτροπαραγωγή, θα υπάρξει η δυνατότητα υψηλότερης διείσδυσης του αερίου λόγω της σταδιακής απόσυρσης παλαιών λιγνιτικών σταθμών. Μέσα στα επόμενα 25 χρόνια, ο ΙΕΑ προβλέπει την εγκατάσταση μονάδων 170 γιγαβάτ με καύσιμο το φυσικό αέριο στη Γηραιά Ήπειρο.

Παραγωγή

Οι ΗΠΑ και η Αυστραλία προβλέπεται να συνεισφέρουν τα δύο τρίτα της αύξησης της παγκόσμιας παραγωγής ως το 2020, αλλά στη συνέχεια ο ΙΕΑ αναμένει μια πιο ισορροπημένη κατάσταση με περισσότερους παραγωγούς σε πρωταγωνιστικό ρόλο και νέους παίκτες, όπως η Ανατολική Αφρική και η Αργεντινή.

Ο ΙΕΑ σημειώνει ότι το φυσικό αέριο είναι ένα σχετικά άφθονο καύσιμο και τα απολήψιμα αποθέματά του διεθνώς εκτιμώνται σε 800 τρις. κ.μ. Οι ποσότητες αυτές αρκούν για την κάλυψη της αυξημένης ζήτησης ως το 2040 και στα τρία σενάρια που επεξεργάστηκε ο οργανισμός. Επίσης, αναφέρει ότι τα μη συμβατικά αποθέματα συνιστούν το 45% του συνόλου, αν και υπάρχουν αβεβαιότητες στον υπολογισμό τους.

Στην περίπτωση της αμερικανικής σχιστολιθικής παραγωγής, ο ΙΕΑ αναφέρει ότι παρατηρούνται σημαντικές αβεβαιότητες λόγω των διαφόρων εκτιμήσεων, δημοσίων και ιδιωτικών, για τα αποθέματα. Ο ίδιος ο οργανισμός τοποθετεί τα αμερικανικά σχιστολιθικά αποθέματα σε 14-34 τρις. κ.μ.

Επίσης, παρατηρεί ότι λόγω της πτώσης στον αριθμό των γεωτρήσεων εξαιτίας των χαμηλών τιμών, οι αμερικανικοί παραγωγοί πρέπει πλέον να παράγουν περισσότερο από τις υφιστάμενες γεωτρήσεις ώστε να αντισταθμίσουν την παραγωγή που εξαντλείται. Το συμπέρασμα είναι ότι ο κλάδος δεν θα μπορέσει στο εξής να έχει τον υψηλό βαθμό ανάπτυξης των τελευταιών ετών. Στα χρόνια ως το 2040, αναμένεται σταθεροποίηση της παραγωγής.

Στην περίπτωση της Ρωσίας, ο ΙΕΑ αναφέρει ότι διαθέτει σήμερα περί τα 100 δις. κ.μ. αχρησιμοποίητης παραγωγής. Παρόλο που η χώρα έχει τεράστια αποθέματα, υπάρχουν και προβλήματα, όπως η στάσιμη εγχώρια ζήτηση. Επίσης, τονίζεται ότι η πτώση της ευρωπαϊκής ζήτησης για αέριο ξεπερνά την μείωση της ρωσικής παραγωγής, ενώ η παύση εισαγωγών από την Ουκρανία αποτελεί ένα ακόμη πρόβλημα για τη Μόσχα. Ως εκ τούτου, η πρόκληση για τη Ρωσία στο εξής είναι να «ξεκλειδώσει» νέες αγορές στην Ασία και να αναπτύξει εξαγωγές LNG.

LNG

Στον σημαντικό τομέα του LNG, ο ΙΕΑ εκτιμά ότι η υπερπροσφορά που παρατηρείται σήμερα θα αρχίσει να απομακρύνεται στα μέσα της επόμενης δεκαετίας. Παράλληλα, νέοι παίκτες θα κάνουν την είσοδό τους και οι τιμές θα ανακάμψουν. Επίσης, ο ΙΕΑ σημειώνει ότι καθώς οι υποδομές LNG θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται διεθνώς, θα γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη η υλοποίηση περίπλοκων σχεδίων για αγωγούς. Μάλιστα, το LNG προβλέπεται να φτάσει το 70% των νέων εμπορευόμενων ποσοτήτων φυσικού αερίου.

Τιμές

Αναφορικά με τις τιμές, ο ΙΕΑ παρατηρεί ότι στο εξής θα καθορίζονται περισσότερο από τις θεμελιώδεις δυνάμεις της αγοράς, λόγω της δημιουργίας νέων εμπορικών κόμβων και της απομάκρυνσης των περιορισμών στο εμπόριο. Ο οργανισμός τονίζει ταυτόχρονα ότι στα μέσα της δεκαετίας του 2020 θα έχει απομακρυνθεί η υπερπροσφορά LNG, οπότε θα χρειαστούν έγκαιρες παραγωγικές επενδύσεις για να μην σημειωθεί μεταβλητότητα στις τιμές.

Ο ΙΕΑ αναφέρει επίσης ότι για τις χαμηλές τιμές φυσικού αερίου που παρατηρούνται σήμερα, ευθύνονται το άφθονο LNG, η ασθενής ζήτηση, οι χαμηλές τιμές πετρελαίου και η μεγάλη διαθεσιμότητα σχιστολιθικού αερίου στη Βόρεια Αμερική. Το 2015, οι τιμές εισαγωγής στην Ευρώπη έφθαναν τα 7 δολάρια ανά MBtu και στην Ιαπωνία τα 10,3 δολάρια. Και στις δύο περιπτώσεις, υπήρξε μείωση 40% σε σχέση με τα επίπεδα του 2012. Ο ΙΕΑ υπογραμμίζει ότι παρόλα αυτά δεν παρατηρείται άνοδος της ζήτησης, καθώς το αέριο παραμένει μη ανταγωνιστικό έναντι των άλλων καυσίμων. Εξαίρεση αποτελούν οι ΗΠΑ, όπου το αέριο στοιχίζει μόλις 3 δολάρια και πολλοί ηλεκτροπαραγωγοί στρέφονται προς εκείνο.

Παρά τα παραπάνω προβλήματα, ο ΙΕΑ θεωρεί ότι το αέριο διατηρεί τα πλεονεκτήματά του ως ένα σχετικά καθαρό και ευέλικτο καύσιμο, ιδίως για χώρες που μπορούν να το εισάγουν εύκολα. Το αντίθετο ισχύει στις περιπτώσεις εκείνες που μια αγορά απέχει πολύ από τις πηγές του αερίου, καθώς τότε το αέριο δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τιμολογιακά τον άνθρακα.

false

Μεσοπρόθεσμα, ο ΙΕΑ αναμένει διατήρηση των χαμηλών τιμών και περιορισμένη επενδυτική δραστηριότητα στον κλάδο, καθώς θα χρειαστεί χρόνος για την εξισορρόπηση της αγοράς και την απομάκρυνση της υπερπροσφοράς. Ο ΙΕΑ τονίζει ότι πρώτα θα επανέλθει σε ισορροπία η αγορά πετρελαίου και θα ακολουθήσει η αντίστοιχη του αερίου.

Οι τιμές του αερίου στην Ευρώπη προβλέπεται να ανέλθουν σε 9,2 δολάρια το 2025 και μακροπρόθεσμα στα 11,5 δολάρια.

Επίσης, ο ΙΕΑ υπογραμμίζει ακόμα ένα σημαντικό στοιχείο: Ακόμα και αν οι τιμές του CO2 αυξηθούν στα 30 δολάρια/τόνο το 2025, το κόστος του άνθρακα θα εξακολουθήσει να είναι πιο χαμηλό από το αντίστοιχο του αερίου, όσον αφορά την  ηλεκτροπαραγωγή, όταν αναφερόμαστε σε υφιστάμενες μονάδες.

ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ

Αλλάζει η σχέση μεταξύ εγκατεστημένης ισχύος και ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια λόγω ΑΠΕ

Στην ετήσια έκθεσή του για τις εξελίξεις στην ενέργεια του 2016 (World Energy Outlook), ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΙΕΑ) επισημαίνει ότι στον τομέα του ηλεκτρισμού συντελείται κατά τι λιγότερο από το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης ενέργειας, την ώρα που το μερίδιό του αυξάνεται σταθερά σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Καθώς αυξάνεται το μερίδιο του τομέα των υπηρεσιών, όπως αυτός προσδιορίζεται από τα διεθνή στατιστικά πρότυπα, στην παγκόσμια οικονομία, το ποσοστό της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια στην τελική χρήση ενέργειας βαίνει επίσης αυξητικά.

Η αύξηση του μέσου εισοδήματος στις αναπτυσσόμενες χώρες είναι πιθανό να προκαλέσει αυξημένη ζήτηση υπηρεσιών ηλεκτρικής ενέργειας, π.χ. για κλιματισμό, ψύξη, φωτισμό και ψηφιακές υπηρεσίες.

Σε αυτή τη βάση προκύπτει ως βασική προτεραιότητα η επέκταση της παροχής αξιόπιστης ηλεκτρικής ενέργειας σε όλους τους κατοίκους των αναπτυσσόμενων χωρών, τη στιγμή που σήμερα περίπου 1,2 δισ. άνθρωποι στερούνται την πρόσβαση στο ηλεκτρικό ρεύμα.

Η αυξανόμενη σημασία του ηλεκτρικού τομέα

Ο ΙΕΑ κάνει τρεις βασικές παρατηρήσεις ως προς την αυξανόμενη σημασία του ηλεκτρικού τομέα στο διεθνή ενεργειακό χάρτη.

Α) Ενώ οι εισαγωγή νέας ισχύος στην ηλεκτροπαραγωγή αντιστοιχεί σε περίπου 40% των κύριων ενεργειακών απαιτήσεων σήμερα, το ποσοστό αυτό εκτιμάται ότι θα αντιστοιχεί περίπου στο μισό της χρήσης ενέργειας το 2040.

Β) Οι επενδύσεις σε μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, καθώς και σε δίκτυα μεταφοράς και διανομής εκτιμάται ότι θα αντιστοιχούν περίπου στο 47% των περίπου 15,3 τρισ. δολαρίων που θα επενδυθούν για την παροχή ενέργειας την επόμενη δεκαετία. Σε κάποιες χώρες, μεγάλο μέρος των παλαιών μονάδων παραγωγής είναι πολύ πιθανό να χρειαστούν αντικατάσταση, ενώ σε άλλες χώρες θα χρειαστεί να κατασκευαστούν νέες μονάδες, αλλά και νέες γραμμές μεταφοράς, προκειμένου να τροφοδοτηθεί η οικονομική ανάπτυξη και να ικανοποιηθούν οι ανάγκες της αναδυόμενης «μεσαίας τάξης».

Γ) Είναι δεδομένο ότι ο ηλεκτρικός τομέας βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των προσπαθειών της διεθνούς κοινότητας να από-ανθρακοποιηθεί το ενεργειακό σύστημα. Με τα σημερινά δεδομένα, οι ανθρακικές εκπομπές του ηλεκτρικού τομέα αντιστοιχούν στο 42% των συνολικών.

Ο ΙΕΑ υπογραμμίζει ότι την τελευταία δεκαετία έχει αυξηθεί σε πάνω από 150 (έναντι λιγότερων από 20 πριν από 10 χρόνια) ο αριθμός των κρατών που παρέχουν στοχευμένη στήριξη στην ανάτπυξη των ΑΠΕ. Η επίτευξη της συμφωνίας του Παρισιού για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής αναμένεται να προσδώσει ακόμα μεγαλύτερη ένταση στις προσπάθειες της διεθνούς κοινότητας να περιορίσει την συμμετοχή του άνθρακα στην ηλεκτροπαραγωγή.

Ο ΙΕΑ σημειώνει ότι το 2015 οι προσθήκες ισχύος από ΑΠΕ ξεπέρασαν, σε παγκόσμια βάση, αυτές από όλες τις υπόλοιπες πηγές ενέργειας αθροιστικά για πρώτη φορά στην ιστορία. Επίσης, η συνολικά εγκατεστημένη ισχύς από ΑΠΕ ξεπέρασε αυτή των ανθρακικών μονάδων.

Οι εξελίξεις στην ηλεκτροπαραγωγή

Σύμφωνα με τα στοιχεία που αποτυπώνονται στην έκθεση του ΙΕΑ, η ανάπτυξη της ηλεκτροπαραγωγής σημειώνει διακριτή επιβράδυνση από το 2013, καταγράφοντας ποσοστό μόλις 1,5% κατά μέσο όρο. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο ρυθμός αυτός αντιστοιχεί περίπου στο μισό του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ παγκοσμίως. Μάλιστα, το 2015 ο ρυθμός ήταν μόλις 1%.

Αντιθέτως, την περίοδο 1990-2012 η αύξηση της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια έφτανε το 3% ετησίως, ποσοστό που αντιστοιχεί σε παρόμοιο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ, το οποίο την ίδια περίοδο αυξανόταν με ρυθμό 3,4%.

Η επιβράδυνση στην ανάπτυξη της ζήτησης, σε συνδυασμό με την επέκταση της εγκατεστημένης ισχύος από ΑΠΕ, οδήγησε σε στασιμότητα της ηλεκτροπαραγωγής από ανθρακικά καύσιμα το 2014 και σε πτώση της κατά περίπου 3,5% το 2015, παγιώνοντας έτσι την αντιστροφή της ισχυρής τάσης σταθερής ανάπτυξης από τις αρχές του αιώνα.

Η ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο αυξήθηκε κατά περίπου 9% από το 2013 έως το 2015, με την ανάπτυξη των ΑΠΕ να είναι ακόμα πιο γρήγορη, με αποτέλεσμα οι μονάδες ΑΠΕ να προσπεράσουν τις μονάδες φυσικού ως προς τη συμμετοχή στο διεθνές ενεργειακό μίγμα.

Η αλληλεπίδραση μεταξύ πηγών ενέργειας χαμηλών εκπομπών και της ηλεκτροπαραγωγής από ορυκτά καύσιμα είναι ίσως το μείζον ζήτημα της εποχής, τουλάχιστον ως προς την ηλεκτρική ενέργεια.

Οι πολιτικές στήριξης νέων τεχνολογιών, όπως τα αιολικά και τα φωτοβολταϊκά συχνά οδηγούν σε προκαθορισμένη αύξηση του μεριδίου τους, με αποτέλεσμα, παρότι το κόστος του λιγνίτη και του φυσικού αερίου να είναι σε αρκετές περιπτώσεις χαμηλότερο, το μερίδιο της συμμετοχής των δυο αυτών καύσιμων να μειώνεται στην ηλεκτροπαραγωγή αρκετών χωρών και μάλιστα συχνά ανταγωνίζονται η μια την άλλη.

Επιπροσθέτως, οι χαμηλές τιμές στη χονδρική αγορά σε αρκετές χώρες προξενούν σημαντική αβεβαιότητα ως προς το κατά πόσο υπάρχει κίνητρο για επενδύσεις σε μονάδες θερμικής ισχύος.  

Οι προβλέψεις για το μέλλον

Εφόσον υιοθετηθούν όλα τα διακηρυγμένα, αλλά μη θεσπισμένα ακόμα μέτρα που έχουν εξαγγελθεί από διάφορες πλευρές για τη μετάβαση στην «καθαρή ενέργεια», ο ΙΕΑ εκτιμά ότι η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια θα αυξάνεται με ρυθμό 2% ετησίως, καταλήγοντας 66% πάνω από τα σημερινά επίπεδα το 2040, την ώρα που ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης αναμένεται να είναι της τάξης του 3,4%.

Μια τέτοια εξέλιξη συνιστά σημαντική αλλαγή σε σχέση με την περίοδο 1990-2014, όταν οι δυο ρυθμοί ουσιαστικά συνέπιπταν.

Η έκθεση σημειώνει ότι μέτρα για την ενίσχυση της ενεργειακής αποδοτικότητας, καθώς και μακροοικονομική και δημογραφικοί παράγοντες οδηγούν σε επιβράδυνση της ανάπτυξης της ηλεκτρικής ενέργειας σε αρκετές ώριμες οικονομίες.

Περίπου το μισό της παγκόσμιας αύξησης της ζήτησης καταγράφεται στην Κίνα και την Ινδία, όπου αφορά κυρίως ζήτηση σε οικίες (23%) και βιομηχανίες (21%).

Όλοι οι τελικοί καταναλωτές, εκτός των χωρών του ΟΟΣΑ βλέπουν το μερίδιό τους στην ηλεκτρική ενέργεια να αυξάνεται από 12% το 2000 σε 23% της τελικής χρήσης μέχρι το 20140.

Η έκθεση του ΙΕΑ αποτυπώνει τη διακριτή τάση διαφοροποίησης και από-ανθρακοποίησης της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας παγκοσμίως, με τις πηγές χαμηλών ανθρακικών εκπομπών να παίρνουν τα ηνία από τον άνθρακα μέχρι το 2020.

Συγκεκριμένα, το μερίδιο της ανθρακικής ηλεκτροπαραγωγής εκτιμάται ότι θα μειωθεί από 40% σήμερα σε 28% το 2040. Μέχρι τότε, το μερίδιο της παραγωγής από ΑΠΕ, και ιδίως από αιολικά, φωτοβολταϊκά και βιοενέργεια θα αυξηθεί από το σημερινό 6% στο 20%.

Σημειώνεται ότι η Κίνα ήδη παράγει σχεδόν όλη την επιπρόσθετη ισχύ της από ΑΠΕ, πυρηνικά και φυσικό αέριο.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, εκτιμάται ότι μέχρι το 2040 η παραγωγή μιας μονάδας ηλεκτρικού ρεύματος θα απαιτεί 33% λιγότερες ανθρακικές εκπομπές σε σχέση με σήμερα. Την ίδια στιγμή, πάντως, οι εκπομπές από την ηλεκτροπαραγωγή θα αυξάνονται κατά 6%.

Η σχέση μεταξύ ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια και εγκατεστημένης ισχύος αναμένεται να αλλάξει. Κάθε νέα μονάδα παραγωγής προβλέπεται ότι θα χρειάζεται περίπου 40% περισσότερη ισχύ σε σχέση με την περίοδο 1990-2010, καθώς το μερίδιο των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά.

Ο λόγος για αυτό είναι ότι ο συντελεστής ισχύος των φωτοβολταϊκών και των αιολικών είναι χαμηλότερος σε σχέση με τις θερμικές μονάδες, που ήταν η προτιμητέα επιλογή την προηγούμενη περίοδο. Συνακόλουθα, εκτιμάται ότι η εγκατεστημένη ισχύς θα πλησιάσει τις 11200GW το 2040, με τα 2/3 της αύξησης να αναλογούν στις ΑΠΕ.

Μια ακόμα ενδιαφέρουσα εκτίμηση που περιλαμβάνεται στην έκθεση του ΙΕΑ είναι ότι για την επέκταση και τη συντήρηση του ηλεκτρικού τομέα θα απαιτηθούν επενδύσεις ύψους 19,2 τρισ. δολαρίων μέχρι το 2040, με το 40% εκ αυτών να αφορά τη μεταφορά και τη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας. Περίπου το 35% των επενδύσεων θα κατευθυνθεί στην αντικατάσταση αποσυρόμενων μονάδων. Το 63% των επενδύσεων σε νέες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής θα αφορά μονάδες ΑΠΕ, περίπου το 25% θα αφορά μονάδες οι οποίες θα λειτουργούν με ορυκτά καύσιμα και το υπόλοιπο ποσοστό θα αφορά πυρηνικές μονάδες.

Σε περίπτωση που υιοθετηθούν τελικά οι πιο αποφασιστικές πολιτικές για τη μετάβαση στην «καθαρή ενέργεια» που έχουν προταθεί από διάφορες πλευρές, τα μέτρα για την ενίσχυση της ενεργειακής αποδοτικότητας αναμένεται να επιβραδύνουν την ανάπτυξη της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια κατά 30% πλέον του προηγούμενου σεναρίου.

Σε μια τέτοια περίπτωση, η ανάπτυξη στον τομέα των ηλεκτρικών οχημάτων δε θα αντισταθμίσει τη χαμηλότερη ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια προς οικιακή και βιομηχανική χρήση.

Στο ίδιο σενάριο, η ηλεκτροπαραγωγή με χρήση ορυκτών καυσίμων θα μειωθεί από το περίπου 66% του ενεργειακού μίγματος σήμερα σε περίπου 15% το 2040, ενώ το ποσοστό της μείωσης θα καλυφθεί από πηγές χαμηλών ανθρακικών εκπομπών, όπως ΑΠΕ, πυρηνικά, αλλά και μονάδες λιγνίτη και φυσικού αερίου με CCS. Στην περίπτωση αυτή, οι εκπομπές του τομέα ηλεκτρισμού θα μειωθούν στο 25% του σημερινού τους επιπέδου.

Έτσι λοιπόν, ο τομέας του ηλεκτρισμού θα συνεισφέρει κατά 60% επιπλέον στη μείωση των εκπομπών σε σχέση με το προηγούμενο σενάριο.

ΑΝΘΡΑΚΑΣ

Δυσοίωνες οι προοπτικές για τον άνθρακα με ορίζοντα το 2040, καθώς τον εγκαταλείπει η Κίνα

Οι ΑΠΕ θα ξεπεράσουν τον άνθρακα ως πρώτη πηγή ηλεκτροπαραγωγής κάποια στιγμή κοντά στο 2030, όπως υπολογίζει ο ΙΕΑ στην ετήσια έκθεσή του «World Energy Outlook». Παράλληλα, τονίζει ότι η Κίνα σημειώνει πολύ μεγάλη πρόοδο στην απανθρακοποίησή της, γεγονός που έχει μεγάλες συνέπειες για τον κλάδο του άνθρακα διεθνώς.

Ζήτηση

Η ζήτηση για άνθρακα υποχώρησε το 2015 για πρώτη φορά από τα τέλη της δεκαετίας του 1990. Στο βασικό σενάριο New Policies του ΙΕΑ, η παγκόσμια κατανάλωση προβλέπεται να αυξηθεί κατά 0,2% ετησίως μέχρι το 2040, ενώ στο σενάριο «450» που υποθέτει πιο φιλόδοξες κλιματικές πολιτικές, προβλέπεται να μειωθεί κατά 2,6% ετησίως.

Παράλληλα, ο ΙΕΑ τονίζει ότι υπό το βάρος των υφιστάμενων κλιματικών πολιτικών, η ζήτηση για άνθρακα στις ανεπτυγμένες οικονομίες της Ε.Ε. και των ΗΠΑ πρόκειται να υποχωρήσει κατά 60% και 40% αντίστοιχα, πάντα με βάση το σενάριο New Policies. Αντιθέτως, χώρες όπως η Ινδία, αναμένεται να χρησιμοποιήσουν τον άνθρακα για να στηρίξουν την οικονομική τους ανάπτυξη και ως εκ τούτου θα οδηγήσουν τη μελλοντική ανάπτυξη του καυσίμου.

false

Όσον αφορά την Κίνα, τα μέτρα καταπολέμησης της ρύπανσης, οδηγούν σε σταδιακή απομάκρυνση του άνθρακα από την ηλεκτροπαραγωγή και τη βιομηχανία. Το κεντρικό σενάριο του ΙΕΑ προβλέπει πτώση του μεριδίου του στην πρωτογενή ενεργειακή κατανάλωση της χώρας κατά 13% ως το 2040 σε σύγκριση με το 2013, ώστε να φτάσει το 45%. Συγκεκριμένα στην ηλεκτροπαραγωγή, η χρήση άνθρακα προβλέπεται να κορυφωθεί κοντά στο 2030.

Η αύξηση της κατανάλωσης διεθνώς προβλέπεται ασθενής στο βασικό σενάριο του ΙΕΑ, με τη ζήτηση να φτάνει τους 5.915 εκατ. τόνους ως το 2040, 300 εκατ. περισσότερους από σήμερα. Ένα σημαντικό στοιχείο που επισημαίνει ο ΙΕΑ είναι ότι στις ανεπτυγμένες χώρες, οι προοπτικές του άνθρακα έχουν πλέον αποσυνδεθεί εντελώς από τις προοπτικές για την οικονομική ανάπτυξη. Στο νέο αυτό μοντέλο τείνει να ενταχθεί και η Κίνα, καθώς η τάση γίνεται διεθνής. Χαρακτηριστικό είναι ότι η χώρα σημειώνει μεγάλη πρόοδο, καθώς το 2015 εγκατέστησε 63 γιγαβάτ ΑΠΕ, 8,2 γιγαβάτ πυρηνικών και 52 γιγαβάτ μονάδων με άνθρακα.

Η πτώση της ζήτησης για άνθρακα αναμένεται να φτάσει το 60% στην Ε.Ε. ως το 2040, το 40% στις ΗΠΑ και το 15% στην Κίνα.

Η ζήτηση άνθρακα για ηλεκτροπαραγωγή αναμένεται να αυξηθεί κατά 90 εκατ. τόνους ως το 2040 με τις σχετικές μονάδες στις 10.785 τεραβατώρες το 2040, από 9.700 το 2014. Το μερίδιό του, όμως, θα μειωθεί από 41% σε 28% στην ίδια περίοδο.

Τέλος, ο ΙΕΑ υπολογίζει ότι ο άνθρακας θα χάσει την θέση του ως υπ’ αριθμόν ένα πηγή στην ηλεκτροπαραγωγή από τις ΑΠΕ κοντά στο έτος 2030.

Παραγωγή-τιμές

Επίσης, ο ΙΕΑ σημειώνει ότι κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, ο άνθρακας πραγματοποίησε μια μεγάλη επιστροφή, με τη βοήθεια της Κίνας και της Ινδίας. Πιο αναλυτικά, η ζήτηση αυξήθηκε κατά 4,7% ετησίως από το 2000 ως το 2010 και ο άνθρακας έφτασε μερίδιο 41% στην παγκόσμια ηλεκτροπαραγωγή.

Πλέον, όμως, η εποχή αυτή τελείωσε και το 2015 η παγκόσμια ζήτηση υποχώρησε για πρώτη φορά από τη δεκαετία του ’90. Επίσης, η ζήτηση σταθεροποιήθηκε το 2014 στην Κίνα και εκτιμάται ότι υποχώρησε κατά 3% το 2015, λόγω της στροφής της χώρας προς πιο «πράσινες» πολιτικές και προς τον τομέα των υπηρεσιών.

Στο θέμα των τιμών, μετά από τέσσερα χρόνια πτώσης, πλέον παρατηρείται άνοδος, λόγω της χαμηλότερης παραγωγής στην Κίνα. Πάντως, ο ΙΕΑ σημειώνει ότι η παρατεταμένη περίοδος χαμηλών τιμών άφησε τα σημάδια της στον κλάδο διεθνώς.

Ως αποτέλεσμα της υπεπροσφοράς που παρατηρείται, ο κλάδος έχει υποστεί αρνητικές οικονομικές επιδράσεις τα τελευταία χρόνια. Χαρακτηριστικό είναι ότι στις ΗΠΑ, οι μισοί παραγωγοί βρίσκονται πλέον κοντά στη χρεοκοπία, ενώ το 80% των παραγωγών στην Κίνα σημείωσαν ζημιές το 2015. Η Κίνα μείωσε την παραγωγή της κατά 1 δις. τόνους, γεγονός που άσκησε ανοδική πίεση στις τιμές τους τελευταίους μήνες. Το σενάριο New Policies προβλέπει εξισορρόπηση της αγοράς στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, με σταδιακή ανάκαμψη των τιμών.

Οι προβλέψεις του ΙΕΑ για το μέλλον του άνθρακα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το τι θα πράξει η διεθνής κοινότητα για την κλιματική αλλαγή και τη μείωση των εκπομπών ρύπων στο εξής. Επίσης, μεγάλη σημασία έχει το κατά πόσο θα αποδειχτεί επιτυχημένη τεχνολογία το CCS.

Μεσοπρόθεσμα, ο οργανισμός προβλέπει περαιτέρω πτώση της παραγωγής διεθνώς, αλλά και ταυτόχρονη μείωση της ζήτησης, η οποία όμως θα ανακάμψει το 2020 στα επίπεδα του 2014, με τη βοήθεια της Ινδίας και της ΝΑ Ασίας.

Μακροπρόθεσμα, το βασικό σενάριο προβλέπει ετήσια αύξηση της κατανάλωσης κατά 0,2% στα επόμενα 25 χρόνια. Το σενάριο «450» προβλέπει πτώση 2,6% ετησίως στην ίδια περίοδο.

Δυσκολότερες είναι οι προβλέψεις για τις τιμές, καθώς το κάθε σενάριο του ΙΕΑ διαβλέπει διαφορετικές κατευθύνσεις. Ετσι, με ορίζοντα το 2040, η μέση τιμή εισαγωγής για τις χώρες του ΟΟΣΑ αναμένεται να είναι 90 δολάρια ανά τόνο με βάση το σενάριο New Policies.

ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ ΠΗΓΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

Ανάπτυξη των εγκαταστάσεων, μειωμένα κόστη και νέες πολιτικές στις ΑΠΕ

Στον πυρήνα κάθε προσπάθειας να απαντηθεί η πρόκληση της κλιματικής αλλαγής βρίσκονται αναντίρρητα οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η μετάβαση σε ένα μέλλον χαμηλών εκπομπών άνθρακα αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση που έχει αντιμετωπίσει ποτέ ο ενεργειακός τομέας.

Οι τεχνικές δυνατότητες για την ανάπτυξη των ΑΠΕ είναι τεράστιες και οι διαθέσιμοι παγκοσμίως πόροι θεωρητικά επαρκούν ώστε να ικανοποιηθεί εξ ολοκλήρου η ενεργειακή ζήτηση

Ο τελευταίος χρόνος χαρακτηρίζεται από ισχυρή ανάπτυξη των ΑΠΕ, ενίσχυση της απασχόλησης σε αυτό τον τομέα, μειωμένα κόστη και νέες πολιτικές, όπως σημειώνεται στην ετήσια έκθεσή του World Energy Outlook 2016. Πλέον, οι ΑΠΕ συνιστούν μια παγκόσμια βιομηχανία.

Ο τομέας του ηλεκτρισμού έχει τον πρώτο λόγο στη συντελούμενη αλλαγή, με τις ΑΠΕ να σπάνε τα προηγούμενα ρεκόρ σε επενδύσεις και νέες εγκαταστάσεις. Όμως, σε τομείς όπως η βιομηχανία, οι κατασκευές και οι μεταφορές οι πολιτικές στήριξης των ΑΠΕ υιοθετούνται με πιο βραδείς ρυθμούς.

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ΑΠΕ είναι μεγάλες. Κάποιες εξ αυτών είναι ήδη ανταγωνιστικές, ενώ άλλες απαιτούν επιπρόσθετη οικονομική στήριξη προκειμένου να μπορέσουν να καταστούν ανταγωνιστικές. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι προοπτικές τους είναι λαμπρές.

Η ανάπτυξη των ΑΠΕ το 2015

Το 2014 το μερίδιο των ΑΠΕ αυξήθηκε κατά 2,7% σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο, την ώρα που οι απαιτήσεις για ενέργεια αυξήθηκαν κατά 1,1%.

Συγκεκριμένα, το 2014, το μερίδιο των διάφορων τεχνολογιών ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή (σε TWh) είχε ως εξής:

Βιοενέργεια

495

Υδροηλεκτρικά

3894

Αιολικά

717

Γεωθερμία

77

Φωτοβολταϊκά

190

 

Το 2015 για πρώτη φορά οι εγκαταστάσεις ισχύος από συστήματα ΑΠΕ προσπέρασαν αυτές των παραδοσιακών καυσίμων.

Συγκεκριμένα, προστέθηκε νέα ισχύς 150GW από ΑΠΕ, που αποτελεί νέο ρεκόρ και μάλιστα είναι τετραπλάσιο του επιπέδου που είχε επιτευχθεί πριν από μια δεκαετία. Πλέον, η παραγόμενη από ΑΠΕ ισχύς ανέρχεται στα 1985GW, ενώ από άνθρακα στα 1950GW, αν και ακόμα από τις ΑΠΕ προέρχεται λιγότερο από 40% της ηλεκτροπαραγωγής, τομέας όπου οι ΑΠΕ είναι στη δεύτερη θέση.

Μέχρι στιγμής, μέτρια κρίνεται η συνεισφορά των ΑΠΕ στη θέρμανση και τις μεταφορές, όμως, παρότι η πρόοδος είναι βραδύτερη του αναμενομένου, παραμένουν τεράστια τα περιθώρια ανάπτυξης σε αυτούς τους τομείς.

Παρότι τα υδροηλεκτρικά και η βιοενέργεια παραμένουν η μεγαλύτερη δεξαμενή, τα αιολικά και τα φωτοβολταϊκά έχουν πάρει τα ηνία στην ανάπτυξη της εγκατεστημένης ισχύος από ΑΠΕ που έχει σημειωθεί το τελευταίο διάστημα.

Το μεγαλύτερο μέρος της νέας ισχύος από ΑΠΕ που εγκαταστάθηκε το 2015 προέρχεται από αιολικά. Συγκεκριμένα, εγκαταστάθηκαν 65GW, επίδοση που αποτελεί νέο ρεκόρ, 35% πάνω σε σχέση με πέρυσι. Περίπου το ήμισυ αυτής της ισχύος εγκαταστάθηκε στην Κίνα, με την ΕΕ (κυρίως τη Γερμανία) και τις ΗΠΑ να συμβάλλουν επίσης ώστε και οι τρεις συγκεντρωτικά να προσθέτουν το 80% της νέας ισχύος από αιολικά

Ρεκόρ σημείωσαν και τα φωτοβολταϊκά, με 49GW νέας ισχύος, με την Κίνα να προσθέτει τα 15GW εξ αυτών και να προσπερνά τη Γερμανία στην κατάταξη των χωρών με τη μεγαλύτερη εγκατεστημένη ισχύ από φωτοβολταϊκά. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα 7,3GW που εγκαταστάθηκαν στις ΗΠΑ ήταν για πρώτη φορά περισσότερα από τη νέα ισχύ από φυσικό αέριο, γεγονός αρκούντως εντυπωσιακό, αν ληφθεί υπόψη η χαμηλή τιμή του φυσικού αερίου. Σε ό,τι αφορά την ΕΕ, τα πρωτεία στην εγκατάσταση νέας ισχύος από φωτοβολταϊκά πήρε το Ηνωμένο Βασίλειο με 3,7GW, προσπερνώντας τη Γερμανία.

Σε ό,τι αφορά τα υδροηλεκτρικά, εγκαταστάθηκαν 31GW, σημειώνοντας πτώση κατά 30% σε σχέση με πέρυσι, κυρίως λόγω μειωμένης δραστηριότητας στην Κίνα, ενώ σημαντική αύξηση καταγράφτηκε στη Μέση Ανατολή, την Τουρκία και την Ινδία.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, οι υπαρκτές τεχνικές δυνατότητες για παραγωγή ισχύος από υδροηλεκτρικά φτάνουν έως και τις 14600TWh ετησίως, που αντιστοιχούν σε εγκατεστημένη ισχύ 3700GW, δηλαδή περίπου τριπλάσια από τη σημερινή. Το πλέον ενδιαφέρον είναι ότι οι μεγαλύτερες δυνατότητες απαντώνται σε χώρες με αυξανόμενη ζήτηση ηλεκτρικής ισχύος, ιδίως σε Ασία, Αφρική, Λατινική Αμερική. Σε αυτή τη βάση, ο ΙΕΑ εκτιμά ότι δεν αργεί ο καιρός που τα ηνία στην ανάπτυξη των υδροηλεκτρικών θα πάρουν χώρες που μέχρι στιγμής δεν έχουν δραστηριοποιηθεί έντονα σε αυτό τον τομέα.

Τέλος, εγκαταστάθηκαν περίπου 7GW βιοενέργειας, διατηρώντας τους ίδιους περίπου ρυθμούς από το 2010. Ο ΙΕΑ εκτιμά ότι, παρότι υπάρχει επάρκεια βιοκαυσίμων διεθνώς, απαιτούνται πιο δραστικές κυβερνητικές πρακτικές ώστε να καταστεί η ανάπτυξη του τομέα της βιομάζας βιώσιμη διεθνώς. Σε ό,τι αφορά τη γεωθερμία, που είναι μια ώριμη ενεργειακή τεχνολογία που θα μπορούσε να αποφέρει θετικά αποτελέσματα, ο ΙΕΑ παρατηρεί ότι υψηλής ποιότητας φυσικοί πόροι δεν είναι ευρέως διαθέσιμοι.

Επενδυτικές τάσεις, πολιτικές ενίσχυσης και η ανάπτυξη της αγοράς των ΑΠΕ

Σύμφωνα με τον ΙΕΑ, οι κυβερνητικές πολιτικές έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη των ΑΠΕ και μάλιστα η πολιτική σε σχέση με τις ΑΠΕ είναι το πιο δυναμικά αναπτυσσόμενο κομμάτι στον ενεργειακό τομέα. Έτσι, η ώθηση για την ανάπτυξη των ΑΠΕ δίνεται από κυβερνητικούς στόχους και πολιτικές υποστήριξής τους. Τέτοιες ενισχυτικές δράσεις εμφανίζονται με διάφορες μορφές, είτε, για παράδειγμα, με πριμοδότηση τεχνολογικών καινοτομιών, είτε με επιδότηση εγκατάστασης ΑΠΕ, έναντι συμβατικών μορφών.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως οι feed-in ταρίφες παραμένουν το μέσο που ενισχύει καθοριστικά την ανάπτυξη των ΑΠΕ, ενώ σημαντικά επεκτείνεται και το μέτρο των δημοπρασιών για την εγκατάσταση νέας ισχύος από ΑΠΕ: πάνω από 60 χώρες προχώρησαν στην εφαρμογή ενός τέτοιου μηχανισμού το 2015.

Μέχρι σήμερα, πάνω από 150 χώρες έχουν υιοθετήσει συγκεκριμένες πολιτικές ενίσχυσης των ΑΠΕ σε σχέση με την ηλεκτροπαραγωγή τους, 75 για τη θέρμανση και 72 για τις μεταφορές.

Σύμφωνα με τα υιοθετηθέντα μέχρι σήμερα μέτρα, οι ΑΠΕ θα προσφέρουν περί το 60% της νέας εγκατεστημένης ισχύος και θα γίνουν η μεγαλύτερη πηγή ηλεκτροπαραγωγής μέχρι το 2030, φτάνοντας τελικά τα 5170GW μέχρι το 2040.

Ως προς τις επενδύσεις σε ΑΠΕ, τη μερίδα του λέοντος πήραν τα αιολικά (37%), και ακολουθούν τα φωτοβολταϊκά (34%) και τα υδροηλεκτρικά (20%).

Η Κίνα επένδυσε 90 δισ. δολάρια το 2015, η ΕΕ 56 δισ. δολάρια (κυρίως αιολικά), οι ΗΠΑ 39 δισ. (κυρίως φωτοβολταϊκά και αιολικά) και η Ιαπωνία 30 (κυρίως σε φωτοβολταϊκά).

Η περίπτωση της Κίνας είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί στην αποφασιστική ανάπτυξη των ΑΠΕ, ενώ έπεται και συνέχεια. Άλλωστε, ήδη η εγκατεστημένη ισχύς των ΑΠΕ στην Κίνα έχει ξεπεράσει αυτή στην ΕΕ και είναι υπερδιπλάσια αυτής των ΗΠΑ.

Η Κίνα, επιδιώκοντας τη μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλότερης έντασης ενέργειας, έχει θέσει υψηλότερους στόχους εν όψει του 2020, προσβλέποντας σε αύξηση περί τα 30-50GW τόσο για τα αιολικά, όσο και για τα φωτοβολταϊκά, την ώρα που σχεδιάζεται μείωση κατά 55GW των υδροηλεκτρικών και κατά 15GW της βιομάζας.

Σε ό,τι αφορά την ΕΕ, η συμμετοχή των ΑΠΕ στο πρωτεύον ενεργειακό μίγμα ανέρχεται σήμερα στο 14% έναντι 6% το 2000, με τις προβλέψεις για το 2040 να φτάνουν έως και το 28%. Οι σχετικοί στόχοι της ΕΕ προβλέπουν τουλάχιστον 27% ανανεώσιμη ενέργεια και 45% ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ μέχρι το 2030. Το μοντέλο των ταρίφων feed-in, παρότι λειτούργησε αποτελεσματικά στη Γερμανία, αντικαταστάθηκε από ένα μοντέλο ανταγωνιστικών δημοπρασιών.

Αξίζει επίσης να αναφερθεί η περίπτωση της Ινδίας, η οποία διατηρεί τα ηνία στην επέκταση των ηλεκτρικών δικτύων σε απόλυτα μεγέθη, με τη συμμετοχή των ΑΠΕ, και ιδίως των φωτοβολταϊκών, στην ηλεκτροπαραγωγή να ενισχύεται αποφασιστικά μέσω των υιοθετούμενων πολιτικών και ιδίως των ανταγωνιστικών δημοπρασιών.

Οι ανταγωνιστικές δημοπρασίες αποτελούν ένα υποσχόμενο εργαλείο ενίσχυσης της σχεδιασμένης και ανταγωνιστικής, ως προς τις άλλες πηγές, συμμετοχής των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή. Η εισαγωγή τους σχετίζεται με την ωρίμανση των τεχνολογιών ΑΠΕ, όπως αυτή αποτυπώνεται στα χαμηλότερα κόστη και την υψηλότερη αποδοτικότητά τους. Παρόλα αυτά, ο ΙΕΑ εντοπίζει ότι θα μελετηθεί περαιτέρω ο μηχανισμός διαμόρφωσης των τιμών, μιας και στις διάφορες περιπτώσεις όπου έχει υιοθετηθεί, το μοντέλο εφαρμόζεται με διαφορετικούς τρόπους, π.χ. άλλοτε προϋπολογίζεται η κρατική ενίσχυση ή το κόστος σύνδεσης στο δίκτυο κι άλλοτε όχι.

Σύμφωνα με τον ΙΕΑ, αξίζει προσοχής η πολιτική στήριξης των ΑΠΕ στις ΗΠΑ, όπου η διάρκεια εφαρμογής δυο βασικών εργαλείων επεκτάθηκε κατά πέντε χρόνια, συντελώντας έτσι σε σημαντική θετική αλλαγή. Πρόκειται για το πρόγραμμα ITC, που αφορά φορολογικά κίνητρα για βιομηχανικούς καταναλωτές ενέργειας, μέσω του οποίου ενισχύονται κυρίως τα φωτοβολταϊκά, και για το πρόγραμμα PTC, που αφορά φορολογικά κίνητρα για παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, μέσω του οποίου στηρίζονται κυρίως τα αιολικά. Παρόλα αυτά, όμως, η εκκρεμότητα που παραμένει σε σχέση με την αναμενόμενη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου σχετικά με το Σχέδιο για την Καθαρή Ενέργεια επιφέρει αβεβαιότητα στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής στις ΗΠΑ.

Στην έκθεση εντοπίζεται ότι η μεγάλη μείωση του κόστους αρκετών τεχνολογιών που σχετίζονται με την ηλεκτροπαραγωγή, σε συνδυασμό με τις διάφορες ασκούμενες υποστηρικτικές πολιτικές έχουν ενισχύσει αποφασιστικά τη μεγάλη ανάπτυξη της αγοράς των ΑΠΕ στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής. Μάλιστα, πολλές είναι οι περιπτώσεις κατά τις οποίες επιχειρήσεις στον τομέα του ηλεκτρισμού στρέφονται σε τεχνολογίες μεγαλύτερης διασποράς της κατανομής της παραγόμενης ισχύος, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τα φωτοβολταϊκά οροφής. Αγορές όπως της Αυστραλίας και του Βελγίου ξεχωρίζουν ως προς την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών οροφής.

Ως προς τη μείωση του κόστους, ξεχωρίζει η περίπτωση των φωτοβολταϊκών, όπου, σε μεγάλες αγορές, το κόστος έχει μειωθεί ακόμα και κατά 40-75% σε σχέση με το 2010. Η πιο χαρακτηριστική, ίσως, περίπτωση καταγράφεται στην ευρωπαϊκή αγορά, λόγω του χαμηλού κόστους παραγωγής των φωτοβολταϊκών που κατασκευάζονται στην Κίνα και εισάγονται στην ευρωπαϊκή αγορά. Αντίθετα, στην αγορά των ΗΠΑ το κόστος παραμένει συγκριτικά υψηλό (όχι τόσο σε ότι αφορά τα ίδια τα συστήματα, όσο τις διαδικασίες αδειοδότησης, εγκατάστασης και συντήρησης), αν και καταγράφεται πτωτική τάση.

Στην περίπτωση των αιολικών καταγράφεται επίσης μείωση του κόστους, αλλά για διαφορετικούς λόγους. Είναι χαρακτηριστικό ότι το κόστος εγκατάστασης χερσαίων αιολικών για ηλεκτροπαραγωγή έχει μειωθεί περί το 1/3 μεταξύ 2008 και 2015, κυρίως λόγω ενίσχυσης της δυνατότητας ισχύος τους κι όχι τόσο λόγω του κόστους της επένδυσης ανά μονάδα.

Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, ότι, περίπου 8,1 εκατ. εργαζόμενοι απασχολούνται παγκοσμίως στον τομέα των ΑΠΕ, κυρίως στα φωτοβολταϊκά και δευτερευόντως σε βιοκαύσιμα και αιολικά.

Προβλέψεις για τις μελλοντικές προοπτικές των ΑΠΕ

Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΕΑ, κοινός τόπος σε όλα τα σενάρια για την εξέλιξη της διεθνούς ενεργειακής αγοράς, είναι η στόχευση στο να καταστεί το ενεργειακό σύστημα πιο βιώσιμο και ασφαλές, η επιβράδυνση στους ρυθμούς αύξησης της ενεργειακής ζήτησης και η αύξηση του μεριδίου των ΑΠΕ.

Ως σημείο-κλειδί αναδεικνύεται το αν και κατά πόσο θα καταστεί εφικτή η πορεία υλοποίησης των στόχων της συμφωνίας του Παρισιού, του Clean Power Plan στις ΗΠΑ και τις αναθεώρησης των στόχων για τις ΑΠΕ μέχρι το 2020 στην Κίνα. Δεδομένου ότι δεν είναι αβάσιμοι οι προβληματισμοί που διατυπώνονται ως προς το αν είναι επαρκείς οι προβλέψεις της συμφωνίας του Παρισίου για να επιτευχθεί ο στόχος περιορισμού της αύξησης της μέσης θερμοκρασίας στους 2ο Κελσίου, καθώς και ως προς το ότι οι εκπομπές ανθρακικών ρύπων θα αυξάνονται μέχρι το 2040, ως ζητούμενο τίθεται ο επαναπροσδιορισμός των στόχων για την ανάπτυξη και των περιορισμό τεχνολογιών.

Ο στόχος για πιο ταχείς ρυθμούς περιστολής των ανθρακικών εκπομπών είναι επιτεύξιμος μόνο με συνδυασμό πολιτικών ενίσχυσης των ΑΠΕ και αύξησης της ενεργειακής αποδοτικότητας.

Έτσι λοιπόν, στα διάφορα σενάρια, το μερίδιο των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή, σε περίπτωση απαρέγκλιτης τήρησης των ήδη υιοθετημένων πολιτικών (σενάριο Α), εκτιμάται στο 27% (8384 TWh) για το 2025 και στο 29% (12305 TWh) για το 2040. Εφόσον υιοθετηθούν και όλα τα διακηρυγμένα, αλλά μη θεσπισμένα ακόμα μέτρα που έχουν εξαγγελθεί από διάφορες πλευρές (σενάριο Β), τότε διαβλέπεται μερίδιο 30% (8960 TWh) για το 2025 και 37% (14271 TWh) για το 2040. Αν, όμως, υιοθετηθούν πιο αποφασιστικές πολιτικές (σενάριο Γ), τότε θα μιλάμε για 36% (9890TWh) το 2025 και 58% (19883 TWh) το 2040.

Σε αυτά τα τρία σενάρια, η συμμετοχή των διαφόρων τεχνολογιών (σε TWh) εκτιμάται ως εξής:

 

 

Σενάριο Α

Σενάριο Β

Σενάριο Γ

2025

2040

2025

2040

2025

2040

Βιοενέργεια

754

1151

785

1353

843

1899

Υδροηλεκτρικά

4817

5984

4887

6230

4994

6891

Αιολικά

1859

3132

2118

3881

2575

6127

Γεωθερμία

141

299

150

361

181

548

Φωτοβολταϊκά

761

1539

953

2137

1153

3209

 

Ως προς το μερίδιο των ΑΠΕ στην τελική κατανάλωση ενέργειας το 2040, στο σενάριο Α εκτιμάται ότι θα φτάσει στο 13%, στο σενάριο Β στο 16% και στο σενάριο Γ στο 26%.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις αυτές, ανεξαρτήτως σεναρίου, τα αιολικά και τα φωτοβολταϊκά θα έχουν την πιο ραγδαία ανάπτυξη, όμως τα υδροηλεκτρικά θα διατηρήσουν την κυρίαρχη θέση τους σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή.

Σύμφωνα με το ενδιάμεσο σενάριο (σενάριο Β), το μερίδιο των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή το 2040 θα ξεπεράσει το 80% στη Βραζιλία, το 50% στην ΕΕ, θα προσεγγίσει το 40% στην Αφρική και την Κίνα, ενώ σε ΗΠΑ και Ινδία, αλλά και στη ΝΑ Ασία, θα είναι λιγότερο ή περισσότερο πάνω από το 30%.

ΗΛΕΚΤΡΙΚΑ ΟΧΗΜΑΤΑ

Τι θα χρειαστεί για να κάνουν τη διαφορά τα ηλεκτρικά οχήματα

Ιστορικά τα ηλεκτρικά οχήματα χαρακτηρίζονταν από υψηλό κόστος και χαμηλή απόδοση, γεγονός που απέτρεπε την ευρεία υιοθέτησή τους από τους καταναλωτές και από τις αυτοκινητοβιομηχανίες. Ήδη από το 2015, όμως, η κατάσταση φαίνεται πως έχει ανατραπεί καθώς ο παγκόσμιος στόλος αυξήθηκε σε 1,3 εκατ. οχήματα, δηλαδή σχεδόν διπλάσια από ότι το 2014. Παρόλο που το ποσοστό των ηλεκτρικών οχημάτων είναι σήμερα μόλις 0,1% επί του συνόλου, ο ΙΕΑ υπογραμμίζει στην ετήσια έκθεσή του πως πρόκειται για σημαντική βελτίωση και τονίζει ότι το α’ εξάμηνο του 2016 οι ταξινομήσεις αυξήθηκαν κατά 20% στην Ε.Ε. και κατά 130% στην Κίνα σε σχέση με πέρυσι.

Σήμερα, η Κίνα είναι η μεγαλύτερη αγορά παγκοσμίως και ακολουθούν οι ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, παρατηρείται και επέκταση του δικτύου φόρτισης, καθώς ο αριθμός σημείων αυξήθηκε πέρυσι στα 190.000 παγκοσμίως από 110.000 το 2014.

Όπως αναφέρει ο ΙΕΑ, η άνοδος της ηλεκτροκίνησης έγινε εφικτή μέσω της τεχνολογικής προόδου και της υιοθέτησης κατάλληλων πολιτικών στήριξης. Από το 2008 ως σήμερα, η ενεργειακή πυκνότητα των μπαταριών τετραπλασιάστηκε και το κόστος τους υποχώρησε σε λιγότερο από 270 δολάρια ανά κιλοβατώρα για εκείνες που χρησιμοποιούνται στα υβριδικά plug-in οχήματα και στα 210 δολάρια για τα αμιγώς ηλεκτρικά οχήματα.

Στον τομέα των πολιτικών, σημειώνεται ότι οι χώρες εκείνες με τη μεγαλύτερη επιτυχία ήταν όσες επέλεξαν να προσφέρουν κίνητρα, όπως φοροελαφρύνσεις και επιδοτήσεις για την αγορά ηλεκτρικού αυτοκινήτου, ενώ παράλληλα επένδυσαν και στις υποδομές. Επιπλέον, σε πολλές περιπτώσεις υιοθετούνται συμπληρωματικά μέτρα, όπως η εξαίρεση από διάφορα τέλη, η ελεύθερη στάθμευση κτλ.

Όσον αφορά τη συνέχεια, οι αυτοκινητοβιομηχανίες εμφανίζονται ιδιαίτερα αισιόδοξες και στρέφουν την προσοχή τους ολοένα και περισσότερο προς την ηλεκτροκίνηση. Η αμερικανική Tesla Motors έχει θέσει στόχο πωλήσεων τα 500.000 οχήματα το 2018 από 50.000 το 2015, ενώ η Renault-Nissan στοχεύει 1,5 εκατ. ως το 2020 και η Volvo 1 εκατ. ως το 2025. Η Volkswagen πρόσφατα ανακοίνωσε στρατηγική στροφή προς τα ηλεκτρικά οχήματα με 30 νέα μοντέλα και πωλήσεις 2-3 εκατ. ως το 2025.

Βάσει του κεντρικού σεναρίου New Policies του ΙΕΑ, προβλέπεται άνοδος του παγκοσμίου στόλου κατά 50% ετησίως ώστε να φτάσει τα 10 εκατ. οχήματα ως το 2020 και 30 εκατ. ως το 2025. Με ορίζοντα το 2040, ο στόλος θα ξεπεράσει τα 150 εκατ., με τα δύο τρίτα εξ αυτών να είναι υβριδικά plug-in. Τα οχήματα αυτά, όμως, θα εκπροσωπούν μόλις το 8% του παγκόσμιου στόλου στην κατηγορία μικρών οχημάτων, με αποτέλεσμα να έχουν περιορισμένη επίδραση στην κατανάλωση πετρελαίου. Ως αποτέλεσμα του συγκεκριμένου παράγοντα, αυτή προβλέπεται να μειωθεί κατά 0,3 εκατ. βαρέλια ανά ημέρα το 2025 και 1,3 εκατ. βαρέλια το 2040.

false

Εντονότερη προβλέπεται να είναι η παρουσία της ηλεκτροκίνησης στις αγορές της βόρειας Ευρώπης και σε χώρες όπως η Δανία, η Φινλανδία, η Ισλανδία, η Νορβηγία και η Σουηδία, όπου το ποσοστό θα ξεπεράσει το 16% ως το 2040. Στη μεγαλύτερη αγορά, αυτή της Κίνας, προβλέπεται ως το 2040 να είναι ηλεκτρικό το ένα στα εννέα οχήματα. Επίσης, τονίζεται ότι σημαντικός παράγοντας είναι η φορολογία της κάθε χώρας στα καύσιμα. Με αυτό το δεδομένο, η Ιαπωνία προβλέπεται να φτάσει το 16% ως το 2040.

Στον τομέα της τεχνολογίας, ο ΙΕΑ σημειώνει ότι είναι δύσκολο να γίνουν προβλέψεις για τη μείωση του κόστους των μπαταριών και υιοθετεί μια τιμή για τα υβριδικά plug-in της τάξης των 125 δολαρίων ανά κιλοβατώρα ως το 2025 και 100 δολαρίων ως το 2040. Ο οργανισμός επισημαίνει, πάντως, ότι αυτές οι βελτιώσεις δεν επαρκούν για να καταστήσουν τα ηλεκτρικά οχήματα ανταγωνιστικά απέναντι στα συμβατικά. Σε ένα κόστος 125 δολαρίων ανά κιλοβατώρα, τα πρόσθετα κόστη που σχετίζονται με την ηλεκτροκίνηση, όπως η εγκατάσταση οικιακού φορτιστή, μεταφράζονται σε 6.500 δολάρια παραπάνω, δίχως να λαμβάνονται υπόψη οι επιδοτήσεις. Συγκριτικά, τα αντίστοιχα πετρελαιοκίνητα οχήματα στοιχίζουν κατά μέσο όρο 2.000 δολάρια ακριβότερα από τα βενζινοκίνητα. Το αποτέλεσμα είναι ότι για τα ηλεκτροκίνητα, η απόσβεση εξακολουθεί να χρειάζεται περισσότερα από τα 2-3 χρόνια που ο μέσος καταναλωτής είναι πρόθυμος να δεχτεί.

Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε ότι ο ΙΕΑ δεν αποκλείει ανάπτυξη του κλάδου πέραν των όσων ορίζει το σενάριο New Policies, αρκεί να υιοθετηθούν πιο φιλόδοξες πολιτικές ή να αλλάξουν οι καταναλωτές τις προσδοκίες τους. Στο σενάριο «450», ο στόλος προβλέπεται να αυξηθεί στα 710 εκατ. οχήματα ως το 2040, με εκτοπισμό 6 εκατ. βαρελιών πετρελαίου ημερησίως. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω αυξημένων επενδύσεων και καλύτερων επιλογών για τους καταναλωτές.

Ο ΙΕΑ προτείνει προς αυτή την κατεύθυνση αυστηρότερες προδιαγραφές κατανάλωσης καυσίμων, συμπληρωματικά μέτρα όπως η ελεύθερη στάθμευση, οικονομικά και φορολογικά κίνητρα, αλλά και ραγδεία επέκταση των υποδομών φόρτισης.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα