Skip to main content

Βασίλης Τριανταφυλλίδης: Μείωση ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας και δίκαιο κρατικών ενισχύσεων

Το υψηλό ενεργειακό κόστος συγκεκριμένων τομέων της ευρωπαϊκής,  όπως και της ελληνικής, βιομηχανίας (π.χ. οικοδομικών υλικών, χημικών, υαλικών, μεταλλευμάτων, χάλυβα, χαρτιού) αποτελεί κατά κοινή ομολογία ένα βασικό ανταγωνιστικό μειονέκτημά τους έναντι της αντίστοιχης βιομηχανίας τρίτων κρατών, τα οποία προσφέρουν φθηνότερη ενέργεια στις επιχειρήσεις τους είτε μέσω επιδοτήσεων είτε επειδή επενδύουν σε λιγότερο «καθαρές», παραδοσιακές μορφές ενέργειας. Ο παράγων ενεργειακό κόστος αποτελεί άλλωστε έναν από τους συχνά αναφερόμενους λόγους αποδημίας ευρωπαϊκών επιχειρήσεων σε τρίτες χώρες.

Η μείωση του ενεργειακού κόστους των ενεργοβόρων παραγωγικών κλάδων της βιομηχανίας αποτελεί λοιπόν πάγιο και - για λόγους διεθνούς ανταγωνιστικότητας των κλάδων αυτών αλλά και διασφάλισης των αντίστοιχων θέσεων εργασίας - δικαιοπολιτικά εύλογο αίτημα. Στην προσπάθειά τους να ρυθμίσουν το πρόβλημα αυτό και λόγω της έλλειψης μέχρι προσφάτως κεντρικού ευρωπαϊκού σχεδιασμού στον τομέα αυτό, πολλά κράτη μέλη προέβησαν, ωστόσο, σε αποσπασματικές ρυθμίσεις αμφίβολης συμβατότητας με το ευρωπαϊκό δίκαιο κρατικών ενισχύσεων.

Κάποιες ευρωπαϊκές έννομες τάξεις προέβλεψαν για παράδειγμα νομοθετικές απαλλαγές ή ελαφρύνσεις από συγκεκριμένες χρεώσεις του τιμολογίου του ηλεκτρικού ρεύματος υπέρ των ενεργοβόρων επιχειρήσεων. Μια τέτοια μερική απαλλαγή προβλέφθηκε στη Γερμανία σχετικά με μια επιβάρυνση του λογαριασμού ηλεκτρικού ρεύματος αντίστοιχη του ΕΤΜΕΑΡ (τη λεγόμενη “EEG-Umlage”, εισφορά EEG). Σύμφωνα με την αρχική γερμανική ρύθμιση, ενεργοβόρες επιχειρήσεις μπορούσαν να αιτηθούν τη μερική απαλλαγή από την εισφορά EEG, εφόσον κατανάλωναν τουλάχιστον 1 GWh και το κόστος της κατανάλωσης ρεύματος ξεπερνούσε το 14% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της επιχείρησης. Αλλά και στην Ελλάδα το ΕΤΜΕΑΡ υπολογίζεται ουσιωδώς μειωμένο για τις επιχειρήσεις υψηλής τάσης σύμφωνα με το άρθρ. 143 παρ. 2 περ. γ’ Ν. 4001/2011 και τις κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσες ΥΑ και αποφάσεις της ΡΑΕ.

Σε περιπτώσεις όπως οι ως άνω η καταβολή μειωμένων τελών από ορισμένους (μεγάλους) καταναλωτές, η οποία συνιστά βέβαια ένα επιλεκτικό πλεονέκτημα για τις επιχειρήσεις αυτές, προβλέπεται σε νομοθετικές ρυθμίσεις και καλύπτεται συνήθως από μια αντίστοιχη αύξηση των τελών για τους υπόλοιπους (μικρομεσαίους) καταναλωτές. Τίθεται επομένως εύλογα το ερωτημα, εάν αυτή η ελάφρυνση συνιστά κρατική ένισχυση προς τις ευνοούμενες επιχειρήσεις.

Ως προς την μείωση της εισφοράς EEG το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ έκρινε με την υπ’ αριθμ. Τ-47/15 απόφασή του (της 15.6.2016) ότι συνιστά πράγματι κρατική ενίσχυση προς τις γερμανικές επιχειρήσεις, επικυρώνοντας σχετική προγενέστερη απόφαση της Επιτροπής. Ωστόσο, μετά από σχετικό σχέδιο προσαρμογής που πρότεινε η Γερμανία, κρίθηκε ότι το μέτρο αυτό συμβιβάζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του με την εσωτερική αγορά (κατ’ άρθρ. 107 παρ. 3 περ. γ’ ΣΛΕΕ) με βάση τις νέες «Κατευθυντήριες Γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στους τομείς του περιβάλλοντος και της ενέργειας (2014-2020)» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Στο μέτρο αντιθέτως που δεν συμβιβάζονται με τις Κατευθυντήριες Γραμμές, οι σχετικές ενισχύσεις θα πρέπει να επιστραφούν. Η Γερμανία έχει βέβαια ήδη ασκήσει αναίρεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του ΔικΕΕ (C-405/16 P).

Σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Γραμμές μπορούν να εγκριθούν ως συμβατές με την εσωτερική αγορά μειώσεις του ενεργειακού κόστους για την «πράσινη» ενέργεια και για επιχειρήσεις από συγκεκριμένους τομείς. Συγκεκριμένα επιτρέπεται μια μείωση στο 15% της εκάστοτε επιβάρυνσης (τέλους, εισφοράς κλπ.), η οποία ωστόσο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να φθάσει μέχρι το 0,5% όχι όμως της επιβάρυνσης αλλά της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της συγκεκριμένης επιχείρησης. Η ενίσχυση επιτρέπεται υπό μορφήν είτε μείωσης των τελών, είτε αντισταθμιστικού μέτρου (π.χ. επιστροφή φόρου).      

Οι Κατευθυντήριες Γραμμές συνιστούν μια πανευρωπαϊκή και πραγματιστική λύση στο πρόβλημα της ελάφρυνσης του ενεργειακού κόστους για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, η οποία αφορμάται από την παραδοχή ότι η αυξημένη ενεργειακή επιβάρυνση της βαριάς ευρωπαϊκής βιομηχανίας αποτελεί σε μεγάλο βαθμό απότοκο της ευρωπαϊκής πολιτικής ενίσχυσης των ΑΠΕ. Η θέσπισή τους συμβάλλει σαφώς στην ασφάλεια δικαίου και στην προσέγγιση των σχετικών εθνικών ρυθμίσεων. Η συμμόρφωση της εθνικής νομοθεσίας με τις Κατευθυντήριες Γραμμές θα αποβεί επομένως προς όφελος τόσο των κρατών μελών όσο και της εκάστοτε εθνικής βιομηχανίας.

Το ΣτΕ με την υπ’ αριθμ. 3366/2015 απόφαση της Ολομελείας του επικύρωσε τη συνταγματικότητα των υπουργικών αποφάσεων και αποφάσεων της ΡΑΕ αναφορικά με τις χρεώσεις ΕΤΜΕΑΡ του έτους 2013, χωρίς εντούτοις να εξετάσει τις επίδικες ρυθμίσεις από την οπτική του ευρωπαϊκού δικαίου κρατικών ενισχύσεων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρεται βεβαίως να εξετάζει ήδη τη συμβατότητα της σχετικής ελληνικής ρύθμισης με τα άρθρ. 107 επ. ΣΛΕΕ. Απομένει να δούμε ποια θα είναι η τελική ρύθμιση του ζητήματος που θα προκύψει από τη συνεργασία των ελληνικών αρχών με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κι αν θα ικανοποιεί προσηκόντως τα συμφέροντα των ημεδαπών επιχειρήσεων.

 

Δρ.Ν. Βασίλης Τριανταφυλλίδης

Δικηγόρος – ΔΜΣ, LL.M.

Συνεργάτης της Δικηγορικής Εταιρείας «ΛΙΑΠΠΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ»

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα