Skip to main content
Menu
English edition

Τα «σκαμπανεβάσματα» στη χρέωση για τον Ειδικό Λογαριασμό ΑΠΕ «ζαλίζουν» τους προμηθευτές

Θοδωρής Παναγούλης

«Κλειστά αυτιά» φαίνεται ότι βρίσκει η υφέρπουσα διαμαρτυρία του κλάδου της προμήθειας ρεύματος σχετικά με την επιβάρυνση υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ. Παντελώς άσκοπη χαρακτηρίζουν την ανησυχία τους αρμόδιοι κυβερνητικοί παράγοντες που μίλησαν στο energypress και εκτιμούν ότι δεν μπορεί να μπεί, αλλά και δεν χρειάζεται να μπεί, κάποιο ανω όριο στη χρέωση αυτή.

Η χρέωση που έχει επιβληθεί - με το νόμο του καλοκαιριού για τις ΑΠΕ - στους προμηθευτές ρεύματος, προκειμένου να καλύπτονταi με ορθολογικό τρόπο τα ανοίγματα του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ του ΛΑΓΗΕ, υπήρξε τομή για τη λειτουργία της αγοράς, αφού αντιμετώπισε μια σοβαρή στρέβλωση που θα οδηγούσε, είτε στην κατάρρευση του συστήματος, είτε στην υπέρμετρη επιβάρυνση των καταναλωτών μέσω του ΕΤΜΕΑΡ.

Παρά τις αρχικές διαμαρτυρίες, ακόμα και οι «θιγόμενοι» προμηθευτές ρεύματος αποδέχτηκαν στην ουσία το νέο δεδομένο. Παρόλα αυτά, το τελευταίο διάστημα έχει επανέλθει η «γκρίνια» στις τάξεις των προμηθευτών, ενώ έχουν αρχίσει να διατυπώνονται απόψεις σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να τεθεί αίτημα για ανώτατο πλαφόν χρέωσης κ.λπ.

Η ανησυχία εδράζεται στο γεγονός ότι υπήρξε απότομη άνοδος της χρέωσης αυτής κατά τις δύο πρώτες εβδομάδες του Νοεμβρίου. Συγκεκριμένα, ενώ τον Οκτώβριο η χρέωση (η οποία σημειωτέον υπολογίζεται ανα εβδομάδα) ήταν μεσοσταθμικά 4,4 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, την πρώτη και τη δεύτερη εβδομάδα του Νοεμβρίου εκτοξεύτηκε στα 12 ευρώ ανά Μεγαβατώρα. Βεβαίως την τρίτη εβδομάδα του Νοεμβρίου (τη τελευταία για την οποία υπάρχουν στοιχεία) η χρέωση επανήλθε σε χαμηλά επίπεδα και κατέβηκε στα 3,4 ευρώ ανά Μεγαβατώρα.

Όπως εξηγούν παράγοντες που γνωρίζουν καλά τον τρόπο λειτουργίας του μηχανισμού, σημασία έχει η μέση τιμή της χρέωσης και όχι η εβδομαδιαία η οποία επηρεάζεται από συγκυριακούς παράγοντες, όπως μια πιθανή απόσυρση μονάδων, το ύψος της ζήτησης λόγω του καιρού κ.λπ.. Η μελέτη του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με βάση την οποία έγιναν οι υπολογισμοί της ΡΑΕ και ελήφθησαν οι αποφάσεις του ΥΠΕΝ «δίνει» επιβάρυνση για τους προμηθευτές σε ετήσια βάση περί τα 6,5 ευρώ ανα Μεγαβατώρα. Μέχρι σήμερα η εφαρμογή του μέτρου δικαιώνει απολύτως τη μελέτη του ΑΠΘ: Η μέση επιβάρυνση κινείται πράγματι στα 6,3 ευρώ ανά Μεγαβατώρα.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να είναι σαφές ότι η χρέωση στους προμηθευτές δεν είναι ένα διοικητικά καθοριζόμενο μέγεθος. Προκύπτει από τα δεδομένα της αγοράς, δηλαδή από το που κινείται η Οριακή Τιμή Συστήματος (ΟΤΣ) και από το που κινείται η Εικονική Οριακή Τιμή Συστήματος, δηλαδή η τιμή στην οποία θα έφτανε η ΟΤΣ εάν δεν υπήρχαν καθόλου ΑΠΕ στο σύστημα.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για μέθοδο μέσω της οποίας οι προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας (κατά κύριο λόγο η ΔΕΗ) «επιστρέφουν» μέρος των κερδών που αποκόμισαν από τη μείωση της Οριακής Τιμής Συστήματος (ΟΤΣ).

Άλλωστε η μείωση της ΟΤΣ, δηλαδή της χονδρεμπορικής τιμής στην οποία οι προμηθευτές ηλεκτρισμού αγοράζουν το ρεύμα, πρώτον οφείλεται στην είσοδο των ΑΠΕ στο σύστημα, δεύτερον αποτελεί βασικό παράγοντα των προβλέψεων του ΛΑΓΗΕ για εκτόξευση των ελλειμμάτων του Ειδικού Λογαριασμού λόγω του σχεδιασμού του συστήματος και τρίτον αυξάνει σημαντικά τα περιθώρια κέρδους των προμηθευτών ρεύματος.

Η λογική της μεθόδου που νομοθέτησε το ΥΠΑΝ είναι, αντί να πληρώνουν οι καταναλωτές τη μείωση της Οριακής Τιμής μέσω του ΕΤΜΕΑΡ, να πληρώνουν αυτοί που επωφελούνται, δηλαδή οι προμηθευτές.

Συνεπώς, κατά την εφαρμογή του μέτρου, όσο περισσότερο κερδίζουν οι προμηθευτές από την είσοδο των ΑΠΕ στο σύστημα, τόσο μεγαλύτερη χρέωση προμηθευτή θα έχουν. Όταν έχουν μικρότερη ωφέλεια θα πληρώνουν και μικρότερη χρέωση. Αυτό αντικατοπτρίζεται στην εβδομαδιαία τιμή για τη χρέωση που πληρώνουν, πότε υψηλότερη και πότε χαμηλότερη.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα