Skip to main content
Menu

Τα ψάρια θα εξαφανιστούν με πολύ ταχύτερους ρυθμούς από τις αρχικές εκτιμήσεις

Ταχύτερα απ' όσο υπολογίζονταν εξαφανίζονται τα ψάρια στους ωκεανούς, με την επιστημονική κοινότητα να κρούει εκ νέου τον κώδωνα του κινδύνου για την επερχόμενη απειλή. Τα στοιχεία που παρουσιάζει ο νέος Παγκόσμιος Άτλαντας Θαλάσσιας Αλιείας, είναι αποκαλυπτικά καθώς επισημαίνεται πως ο αριθμός των ψαριών που αλιεύθηκαν μεταξύ 1950 και 2010 που αναφέρει ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) ήταν στην πραγματικότητα υπερδιπλάσιος.

Ενδεικτικά, το σύνολο των αλιευμάτων θεωρείται ότι κορυφώθηκε το 1996, φτάνοντας τους 86 εκατομμύρια τόνους, αλλά οι συγγραφείς -οι ερευνητές Ντάνιελ Πώλι και Ντερκ Κέλλερ με στοιχεία δέκα ετών από 273 περιοχές και χώρες- υποστηρίζουν ότι ο αριθμός ήταν στην πραγματικότητα 130 εκατομμύρια τόνοι.

Ένας λόγος για την εντυπωσιακή διαφορά μεταξύ των δεδομένων του FAO και της έρευνας είναι ότι ορισμένες χώρες αναφέρουν χαμηλότερο αριθμό αλιευμένων ψαριών, έως και κατά 500% ή δεν αναφέρουν αλιεία για λόγους αναψυχής. Επίσης, δεν περιλαμβάνουν τα ψάρια που σκοτώθηκαν, αλλά στη συνέχεια πετάχτηκαν πίσω στον ωκεανό, τα οποία αντιπροσωπεύουν περίπου το ένα τέταρτο των ψαριών που αλιεύονται στον κόσμο. Η παράνομη αλιεία επίσης δεν υπολογίζεται, αλλά αντιπροσωπεύει περίπου το ένα στα πέντε ψάρια που αλιεύονται.

«Το ζήτημα της λανθασμένης αναφοράς είναι τεράστιο. Για παράδειγμα, ο Καναδάς αναφέρει μηδενικά αλιεύματα στην Αρκτική, παρά την παρουσία παραθαλάσσιων οικισμών. Αυτό, αν και δεν αντιπροσωπεύει τόσο μεγάλο νούμερο, δείχνει έλλειψη πραγματικού ενδιαφέροντος για την Αρκτική», δήλωσε ο Πώλι, επισημαίνοντας ότι η κλιματική αλλαγή επιδεινώνει την κατάσταση.

Αναμφισβήτητα, η αύξηση της οξύτητας των ωκεανών μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην αναπαραγωγική συμπεριφορά των ψαριών, αναφέρει νέα μελέτη. Η σχετική έρευνα έλαβε χώρα κοντά σε ηφαιστειακές οπές στα ανοικτά των ακτών της Νότιας Ιταλίας και έδειξε σημαντικές αναπαραγωγικές διαφορές σε είδη του ψαριού χειλούς ή λαπίνας (Symphodus ocellatus). Οι βασικές συμπεριφορές του ζευγαρώματος, όπως το φλερτ του κυρίαρχου αρσενικού και η προφύλαξη της φωλιάς, δεν διέφεραν μεταξύ των κανονικών περιοχών και αυτών με υψηλές συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα. Τα κυρίαρχα αρσενικά, ωστόσο, σημείωσαν σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά ωοτοκίας με το ζευγάρι τους σε υψηλά επίπεδα CO2, αλλά παράλληλα και σημαντική αύξηση στην επιτυχία του ζευγαρώματος τους.

Συγκεντρώσεις CO2

Η ωοτοκία μειώθηκε κατά σχεδόν δύο τρίτα στις περιοχές υψηλών συγκεντρώσεων CO2, με το χρόνο που δαπανάται για το φλερτ να μειώνεται επίσης σημαντικά. Ωστόσο, ο γενετικός έλεγχος έδειξε ότι η επιτυχία ζευγαρώματος αυξήθηκε από 38% σε 58%. Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι τα ψάρια εμφανίζουν μειωμένη αισθητική λειτουργία και διαταραχές συμπεριφοράς σε υψηλά επίπεδα οξύτητας των ωκεανών.

«Δεδομένης της σημασίας των ψαριών για την επισιτιστική ασφάλεια και τη σταθερότητα του οικοσυστήματος, τα αποτελέσματα αυτά υπογραμμίζουν την ανάγκη για περαιτέρω στοχευμένη έρευνα σχετικά με τις επιπτώσεις της ανόδου του διοξειδίου του άνθρακα στην αναπαραγωγή τους», δήλωσε ο καθηγητής Μάρκο Μιλάτσο του Πανεπιστημίου του Παλέρμο, επικεφαλής της έρευνας.

Το Symphodus ocellatus είναι ένα ευρέως διαδεδομένο είδος χειλούς στη Μεσόγειο, με ετήσια περίοδο αναπαραγωγής από τα τέλη Απριλίου μέχρι τον Ιούλιο. Αποτελείται από τρεις τύπους αρσενικών: τους κυρίαρχους, που χτίζουν τις φωλιές, φλερτάρουν τα θηλυκά και παρέχουν άμυνα, τους δορυφόρους, που συνεργάζονται με τα κυρίαρχα αρσενικά, και τους «ύπουλους», που περιφέρονται γύρω από τις φωλιές και προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τα θηλυκά κατά τη διάρκεια της ωοτοκίας.

Εξαφάνιση ειδών

Τα δύο τρίτα των άγριων ζώων σε όλο τον κόσμο μπορεί να έχουν εξαφανιστεί σε λιγότερο από πέντε χρόνια, σύμφωνα με έκθεση του WWF και της Ζωολογικής Εταιρείας του Λονδίνου.

Η έκθεση, που κυκλοφόρησε πρόσφατα προειδοποιεί ότι η απώλεια των ενδιαιτημάτων λόγω της καταστροφής του περιβάλλοντος, της υπερθέρμανσης του πλανήτη, του κυνηγιού, και της ρύπανσης, θα οδηγήσουν σε μια έκτη μαζική εξαφάνιση των ειδών. Χρησιμοποιώντας στοιχεία για τον πληθυσμό των ζώων από το 1970 ως μέτρο σύγκρισης, οι επιστήμονες αξιολόγησαν την κατάσταση της βιοποικιλότητας και προειδοποιούν τώρα ότι ο πλανήτης θα χάσει το 67% των ζώων του έως το 2020, εάν δεν καταβληθούν αμέσως σημαντικές προσπάθειες για την προστασία των άγριων πληθυσμών.

Η συγκεκριμένη ετήσια έκθεση υπολογίζει την κατάσταση της βιοποικιλότητας του πλανήτη αξιολογώντας τις πληθυσμιακές τάσεις των ζώων που ζουν στην ξηρά και τη θάλασσα. Η νέα έκθεση αναγνωρίζει ότι οι κίνδυνοι για τα ζώα σε όλο τον κόσμο αποτελούν μία παγιωμένη κατάσταση και όχι κάτι νέο. Εξάλλου, η συνολική μείωση των παγκόσμιων πληθυσμών θηλαστικών, πουλιών, ερπετών και ψαριών ήταν 58% μεταξύ 1970 και 2012. Αυτό μεταφράζεται σε απώλεια ειδών περίπου 2% κάθε χρόνο. Η περιβαλλοντική καταστροφή συνεχίζεται αμείωτη, τόσο άμεσα, με τη μορφή του κυνηγιού και της αποψίλωσης των δασών, καθώς και μέσω δευτερογενών παραγόντων, όπως η άνοδος της θερμοκρασίας του πλανήτη, καθιστώντας την απειλή για την επιβίωση των άγριων ζώων ακόμα πιο σοβαρή.

«Δεν είμαστε πια ένας μικρός κόσμος σε ένα μεγάλο πλανήτη. Αποτελούμε πλέον ένα μεγάλο κόσμο σε ένα μικρό πλανήτη, και έχουμε φτάσει σε ένα σημείο κορεσμού», δήλωσε ο καθηγητής Γιόχαν Ρόκστρεμ, προλογίζοντας την έκθεση.

Από όλα τα ζώα της γης, έχουν επηρεαστεί σοβαρότερα από την ανθρώπινη δραστηριότητα εκείνα που κατοικούν σε ποτάμια και λίμνες. Οι ζωικοί πληθυσμοί σε υγροτόπους γλυκού νερού έχουν μειωθεί κατά 81% από το 1970, γεγονός που αποδίδεται στην υπερβολική άντληση νερού, τη ρύπανση και τα φράγματα, αναφέρει η έκθεση. Η υπερθέρμανση του πλανήτη, η οποία αναγκάζει τα ζώα να προσαρμόσουν τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής τους, ενισχύει τις αρνητικές επιπτώσεις της ανθρώπινης δράσης και επιταχύνει την απώλεια των πληθυσμών.

Επίδραση στο ανοσοποιητικό

Ταυτόχρονα, οι περιβαλλοντικοί ρύποι που βρίσκονται στα ψάρια επηρεάζουν αρνητικά το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπινου σώματος, δυσχεραίνοντας την αποβολή των βλαβερών τοξινών. Οι ερευνητές από το Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας Σκριπς του πανεπιστημίου προτείνουν ότι τα ευρήματα της έρευνας πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την καλύτερη αξιολόγηση των κινδύνων για την υγεία του ανθρώπου από την κατανάλωση μολυσμένων θαλασσινών.

Μια πρωτεΐνη που βρίσκεται στα κύτταρα σχεδόν όλων των φυτών και ζώων, με την ονομασία P-gp, είναι υπεύθυνη για την αποβολή ξένων χημικών ουσιών από το σώμα. Για να καθορίσει το πόσο αποτελεσματική είναι αυτή η πρωτεΐνη στην αποβολή των βιομηχανικών και γεωργικών ρύπων που βρίσκονται στα θαλασσινά, η ερευνητική ομάδα πραγματοποίησε μια βιοχημική ανάλυση πρωτεϊνών από ανθρώπους και ποντίκια.

Οι επιστήμονες επικεντρώθηκαν σε δέκα οργανικούς ρύπους που εντοπίζονται συχνότερα στο ανθρώπινο αίμα και τα ούρα, καθώς και σε μυϊκούς ιστούς του άγριου τόνου. Οι ρύποι περιλαμβάνουν υπολείμματα παλιών φυτοφαρμάκων, όπως το DDT, καθώς και νεότερα βιομηχανικά χημικά προϊόντα, όπως επιβραδυντικά φλόγας.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι και οι δέκα ρύποι εμποδίζουν την P-gp να προστατεύει τα κύτταρα, λειτουργώντας με παρόμοιο τρόπο όπως διάφορα φάρμακα, αλλά αντί να μεταφέρονται έξω από το κύτταρο, οι ρύποι δεσμεύονται στην πρωτεΐνη και αναστέλλουν την ικανότητά της να εκτελεί την ωφέλιμη λειτουργία της. «Όταν τρώμε μολυσμένα ψάρια, μειώνουμε την αποτελεσματικότητα αυτού του κρίσιμου αμυντικού συστήματος του οργανισμού μας», δήλωσε ο Άμρο Χαμντούν, επικεφαλής της μελέτης. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα νεογνά και οι προνύμφες των ψαριών είναι δύο από τους πιο ευάλωτους πληθυσμούς. Τα νεογνά είναι ιδιαίτερα ευάλωτα δεδομένου ότι εκτίθενται σε υψηλές συγκεντρώσεις οργανικών ρύπων στο μητρικό γάλα, και διαθέτουν χαμηλές ποσότητες της προστατευτικής πρωτεΐνης P-gp. Οι προνύμφες ψαριών διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο, δεδομένου ότι η συσσώρευση των ρύπων μπορεί να επιβραδύνει το αμυντικό σύστημα του οργανισμού για την καταπολέμηση άλλων θαλάσσιων ρύπων, όπως οι υδρογονάνθρακες.

Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι περιβαλλοντικές χημικές ουσίες πρέπει εκτός των άλλων να δοκιμάζονται απαραίτητα για το εάν εμποδίζουν την αποτελεσματικότητα του φυσικού αμυντικού συστήματος του σώματος να τις αποβάλει αυτές, μαζί με άλλες ξένες χημικές ουσίες. «Είμαστε το μόνο είδος που μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη την τροφική αλυσίδα και τους βιότοπους, και για αυτό οφείλουμε να δράσουμε πιο υπεύθυνα στο σχεδιασμό και τη χρήση των χημικών ουσιών στο περιβάλλον, κατανοώντας τις επιπτώσεις αυτών των χημικών ουσιών στα θαλασσινά, και τους εαυτούς μας», δήλωσε ο Τζέικομπ Τζέιμς, διευθυντής του ιδρύματος που χρηματοδότησε την έρευνα.

(του Κοσμά Ζακυνθινού, Ημερησία)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A