Σύνοδος Κορυφής 24-25 Μαρτίου : Η προσδοκία Αθήνας και Νότου για μια γενναία ευρωπαϊκή απάντηση αυτή την εβδομάδα στην ενεργειακή ακρίβεια- Το χάσμα με το Βορρά
Περιμένοντας να βγει «λευκός καπνός» από την Σύνοδο Κορυφής της Πέμπτης και της Παρασκευής τελούν η Αθήνα και άλλες χώρες, κυρίως του Νότου, γνωρίζοντας ότι μόνο η Ευρώπη μπορεί να δώσει λύση στον παρατεταμένο ενεργειακό τους εφιάλτη.
Με τον «άερα» της συνόδου των τεσσάρων και τη συμφωνία για κοινή γραμμή, οι Μητσοτάκης, Ντράγκι, Σάντσεθ και Κόστα προετοιμάζονται για το κρίσιμο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αυτής της εβδομάδας, προσδοκώντας ότι δεν θα περιοριστεί σε καλές προθέσεις, όπως το άτυπο, προ δεκαπέντε ημερών.
Μόνο που το τοπίο παραμένει αρκετά θολό, ενώ δεν είναι σίγουρο ότι αρκούν δεκαπέντε ημέρες για να γεφυρώσουν τις διαφορές που δεν επέτρεψαν στο προηγούμενο Συμβούλιο να καταλήξει σε εκείνες τις αποφάσεις που θα αντιμετωπίζουν το ενεργειακό πρόβλημα στην ρίζα του.
Χαρακτηριστική η δυστοκία ως προς την απόφαση για χρηματοδότηση μιας κοινής δράσης μέσω ενός νέου κοινού δανεισμού, του λεγόμενου ευρωομολόγου, αλλά και η συζήτηση για ριζοσπαστικές παρεμβάσεις στην ευρωπαϊκή χονδρεμπορική αγορά ενέργειας.
Κάποιοι δεν αποκλείουν η Σύνοδος Κορυφής του διημέρου 24-25 Μαρτίου να εξελιχθεί σε θρίλερ, ανάλογο με εκείνο του Ιουλίου 2020, όταν στην καρδιά της πανδημίας, απαιτήθηκαν συνολικά πέντε ημέρες διαβουλεύσεων, προκειμένου η ευρωπαϊκή οικογένεια να ανάψει τελκικά το πράσινο φως στο Ταμείο Ανάκαμψης. Άλλοι πάλι, θεωρούν ότι η παρουσία Μπάιντεν στην κοινή Σύνοδο ΕΕ - ΝΑΤΟ, σε συνδυασμό με την επικείμενη ρωσική κλιμάκωση στην Ουκρανία θα επισκιάσουν αναπόφευκτα τις συζητήσεις για παρεμβάσεις στην αγορά ενέργειας, παραπέμποντας το φλέγον θέμα αντιμετώπισης της ενεργειακής ακρίβειας σε μια επόμενη συνεδρίαση.
Η Αθήνα πάντως ποντάρει πολλά στην επικείμενη σύνοδο. Σε κοινή γραμμή με τις τρεις χώρες του Νότου, προσέρχεται σε αυτήν, στην λογική ότι καμία χώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνη της αυτή την κρίση, ότι χρειάζονται επειγόντως ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες απέναντι στις κερδοσκοπικές τάσεις, καθώς και ότι ο ενεργειακός εφιάλτης μπορεί ανά πάσα στιγμή να ξυπνήσει τον εφιάλτη του λαϊκισμού στην Ευρώπη.
Αιχμή των προτάσεων Μητσοτάκη, με τις οποίες φέρονται να συντάσσονται εκτός από τους τρεις του Νότου και άλλες χώρες, είναι :
- Η επιβολή πλαφόν στη χονδρική τιμή του φυσικού αερίου.
- Ημερήσιο όριο τιμών, δηλαδή ένα εύρος διακύμανσης στις τιμές του TTF, της τάξεως του +/- 10%.
- Καθορισμός τιμών στο TTF, ως μέτρο έκτακτης ανάγκης στην περίπτωση που υπάρξουν ανακοινώσεις για τις ροές φυσικού αερίου μέσω αγωγών από τη Ρωσία.
- Πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους της χονδρικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, για παράδειγμα της τάξεως του 5%, βάσει της παρακολούθησης του κόστους παραγωγής από τους ρυθμιστές της αγοράς και το σταθμισμένο κόστος παραγωγής ενέργειας των μονάδων.
Τι εξετάζει η Κομισιόν
Πέραν του πλαφόν στο φυσικό αέριο, στο τραπέζι των Βρυξελλών βρίσκεται και μια γενικότερη συζήτηση ως προς το κατά πόσο υπάρχει κερδοσκοπία στο μεγαλύτερο κόμβο φυσικού αερίου της Ευρώπης, τον ολλανδικό TTF και πως μπορεί αυτή να τιθασευτεί, ώστε να εξορθολογιστούν. Συζητείται για παράδειγμα να μη μπορεί κάποιος να συμμετέχει στις χρηματιστηριακές συναλλαγές για τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης με φυσική παράδοση, εφόσον διαθέτει μόνο τον τίτλο, χωρίς να έχει στα χέρια του και την ανάλογη ποσότητα φυσικού αερίου.
Επίσης στο τραπέζι βρίσκεται και η φορολόγηση των υπερκερδών των εταιρειών (windfall profits), έτσι όπως αυτές διαμορφώνονται από τις υψηλές τιμές του φυσικού αερίου. Το ίδιο το μοντέλο λειτουργίας της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας που έχει ως αποτέλεσμα η μέση χονδρική τιμή να διαμορφώνεται από το πανάκριβο φυσικό αέριο, δημιουργεί «ουρανοκατέβατα κέρδη» για συγκεκριμένες τεχνολογίες (windfall profits), και συγκεκριμένα για ΑΠΕ, υδροηλεκτρικά και πυρηνικά, θέμα που έχει ήδη θέσει η Κομισιόν. Έχει δώσει μάλιστα στα κράτη -μέλη το «οκ» να τα φορολογήσουν βραχυπρόθεσμα, ενώ το μέτρο φαίνεται ότι θα αποτελέσει τμήμα της νέας εργαλειοθήκης της Κομισιόν, η οποία παρουσιάστηκε προ ημερών στο πλαίσιο του Repower EU.
Έχει κλείσει το χάσμα Βορρά - Νότου ;
Το ερώτημα ωστόσο ως προς το αν έχει γεφυρωθεί το χάσμα Βορρά- Νότου απέναντι στην ανάγκη ριζοσπαστικών παρεμβάσεων στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, μένει να απαντηθεί. Κρίνοντας από τη Handelsblatt, το χάσμα παραμένει, με την Γερμανία να φοβάται ότι ένα πλαφόν στις τιμές του φυσικού αερίου θα λειτουργούσε αποτρεπτικά για τις εισαγωγές LNG από τρίτες χώρες, τις οποίες ωστόσο έχει ανάγκη η ΕΕ, εάν επιδιώκει να απεξαρτηθεί σταδιακά από το ρωσικό φυσικό αέριο.
Ταυτόχρονα, η Γαλλία, που μέχρι τώρα ακολουθούσε συνήθως κοινή πορεία με τις χώρες του Νότου, ακόμη δεν έχει εκφράσει σαφή θέση. Κατά την γερμανική εφημερίδα, ελλοχεύει ξανά ο κίνδυνος να διευρυνθεί το χάσμα ανάμεσα στις βόρειες και τις νότιες χώρες της ΕΕ όσον αφορά την ασφάλεια της ενεργειακής τροφοδοσίας, ζήτημα για το οποίο υπήρχαν διαφορές και πριν τον πόλεμο.
Τα τρία σενάρια
Κάθε μέρα ωστόσο που περνά και η Ευρώπη δεν λαμβάνει γενναίες πρωτοβουλίες, διατηρούνται ή και ενισχύονται τα αρνητικά σενάρια για την φετινή πορεία των τιμών στο ρεύμα. Στο «καλό» σενάριο, ο πόλεμος θα διαρκέσει μέχρι τα τέλη Μαρτίου, μετά τον οποίο οι τιμές στην ενέργεια θα παγιωθούν σε υψηλά, αλλά διαχειρίσιμα επίπεδα. Στην πράξη αυτό μεταφράζεται σε μια μέση ετήσια τιμή χονδρικής στο ρεύμα μεταξύ 80- 100 ευρώ / MWh (από 238,67 σήμερα), που πολλαπλασιαζόμενη με 55 TWh, όσο η ετήσια κατανάλωση της Ελλάδας, δίνει μια ετήσια δαπάνη ύψους 4,5 - 5,5 δισ ευρώ. Δηλαδή μεταξύ 1,1 - 2,2 δισ. επιπλέον των περίπου 3,3 δισ. ευρω που πληρώναμε ως χώρα για ρεύμα στην αγορά χονδρικής προ κρίσης. Κόστος μεγάλο μεν, αντιμετωπίσιμο δε, μέσα από νέα κρατικά «δίχτυα προστασίας» τους επόμενους μήνες και με διαχειρίσιμες επιπτώσεις για τον προϋπολογισμό.
Στο δεύτερο σενάριο, ο πόλεμος παρατείνεται μέχρι το Πάσχα, η ασύμμετρη απειλή για την Ευρώπη μεγαλώνει και μαζί με την διεθνή αστάθεια παγιώνονται και υψηλότερες ετήσιες μεσοσταθμικές τιμές ενέργειας, π.χ. στα 130- 150 ευρώ / ΜWh. Σε μια τέτοια περίπτωση, η ετήσια δαπάνη της Ελλάδας για το ρεύμα μόνο στην αγορά χονδρικής, θα μπορούσε να διαμορφωθεί μεταξύ 7 και 8,2 δισ ευρώ.
Στο τρίτο και καταστροφικό σενάριο, ο πόλεμος κρατά ακόμη μήνες, η Ευρώπη θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με τον κίνδυνο ενός νέου κύματος κρίσεων χρέους, ενώ η μέση ετήσια τιμή χονδρικής του ρεύματος στην Ελλάδα θα διατηρηθεί στα σημερινά επίπεδα, δηλαδή μεταξύ 200-250 ευρώ / ΜWh ή και περισσότερο. Δηλαδή, η ετήσια δαπάνη, μόνο σε επίπεδο χονδρικής, θα ήταν σε μια τέτοια περίπτωση για την Ελλάδα ανάμεσα στα 11 και στα 14 δισ ευρώ. Είναι προφανές ότι τέτοια χρήματα, όπως και αυτά του προηγούμενου σεναρίου, δεν μπορούν να βρεθούν από πουθενά, εξ ου και η αναγκαιότητα μιας μεγάλης ευρωπαϊκής παρέμβασης για να πέσουν οι τιμές.