Skip to main content
Menu
English edition

Στις… ένοπλες δυνάμεις η εθνική στρατηγική για τον ενεργειακό τομέα

Δημήτρης Κοιλάκος

Καθώς οι ανταγωνισμοί στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Μεσογείου ολοένα και οξύνονται κι ενώ οι εστίες έντασης πληθαίνουν, τα ζητήματα ασφάλειας βρίσκονται στον πυρήνα των στρατηγικών επεξεργασιών των διαφόρων επιτελείων.

Οι ενεργειακοί πόροι της περιοχής βρίσκονται στο επίκεντρο της προσοχής, καθώς στο παιχνίδι της αξιοποίησης και εκμετάλλευσης συγκρούονται πολλά συμφέροντα. Εξάλλου, η εντεινόμενη επιθετικότητα από τη μεριά του τουρκικού κράτους το τελευταίο διάστημα συσχετίζεται από πολλούς αναλυτές με τις επικείμενες γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ και συνολικότερα με τους ανταγωνισμούς για το φυσικό αέριο της περιοχής.

Είναι προφανές, λοιπόν, ότι οι ένοπλες δυνάμεις δε θα μπορούσαν να μην ενδιαφέρονται για τις εξελίξεις στα ενεργειακά ζητήματα της περιοχής. Άλλωστε, στην περιοχή υπάρχει ισχυρή ΝΑΤΟϊκή παρουσία, ενώ και μεγάλο μέρος από το πλήθος στρατιωτικών ασκήσεων που διεξάγονται, σχετίζονται και με τις εξελίξεις στα ενεργειακά.

Από μεριάς τους, τα επιτελεία των ενόπλων δυνάμεων της χώρας μας συμμετέχουν στους διάφορους σχεδιασμούς, διεκδικώντας το δικό τους μερίδιο και ρόλο. Γι’ αυτό και παρακολουθούν από κοντά τις εξελίξεις, εκπονούν τις δικές τους επεξεργασίες.

Δεν προξενεί εντύπωση, λοιπόν, ότι το ζήτημα της εθνικής ενεργειακής στρατηγικής και της ενεργειακής ασφάλειας απασχολεί έντονα τα υψηλά κλιμάκια της ιεραρχίας των ενόπλων δυνάμεων της χώρας. Αυτό που παρουσιάζει, όμως, ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι οι πλευρές που αναδεικνύονται από τις σχετικές μελέτες και επεξεργασίες.

Όπως είναι φυσικό, πολλά από τα σχετικά στοιχεία είναι διαβαθμισμένα κι ως εκ τούτου η πρόσβαση σε αυτά είναι περιορισμένη. Πρόσφατα, όμως, δημοσιεύτηκε από την Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου μια άκρως ενδιαφέρουσα μελέτη, η οποία συντάχθηκε από υψηλόβαθμο στέλεχος των ενόπλων δυνάμεων.

Το γεγονός ότι η μελέτη αυτή δόθηκε στη δημοσιότητα δείχνει ότι απηχεί πτυχές των θέσεων και του προβληματισμού που υιοθετούνται από τα υψηλότερα κλιμάκια της ιεραρχίας.

Από την άποψη αυτή, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η τοποθέτηση γύρω από διάφορα ζητήματα ενεργειακής στρατηγικής.

 Έντονος προβληματισμός για την αστάθεια στη ΝΑ Μεσόγειο

Η βαρύτητα την οποία προσδίδει στη χώρα μας η γεωγραφική της θέση, ως κομβικό σημείο συνένωσης τριών ηπείρων, καθώς και η γεωστρατηγική δυναμική που απορρέει από τις προσδοκίες εκμετάλλευσης των ενεργειακών πόρων αποτελούν την αφετηρία των σχετικών επεξεργασιών.

Άλλωστε, κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο στα πλαίσια της λειτουργίας και της αποστολής των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, στα πλαίσια της εξέλιξης των διακρατικών σχέσεων και των στρατιωτικο-πολιτικών συνεργασιών της χώρας.

Το ιδιαίτερο στρατιωτικό ενδιαφέρον για τις σχετικές εξελίξεις εξηγείται και από την αναφορά που γίνεται στη μελέτη σε γνωρίσματα της περιοχής της ΝΑ Μεσογείου όπως: πολιτικές αστάθειες, τρομοκρατικές δραστηριότητες, περίπλοκο και ανταγωνιστικό περιβάλλον, ύπαρξη ποσοτήτων υδρογονανθράκων.

Τα παραπάνω συνδυάζονται με το γεγονός ότι, μέσω του χώρου της ΝΑ Μεσογείου, διέρχονται σημαντικές διαδρομές που συνθέτουν το διαμετακομιστικό πλέγμα εφοδιασμού σε ενέργεια της Ευρώπης.

Όπως, λοιπόν, είναι αναμενόμενο βάσει των παραπάνω, η μελέτη εστιάζει στο σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον της ΝΑ Μεσογείου και τη θέση και το ρόλο της Ελλάδας σε αυτό.

Ως παράγοντας ιδιαίτερης σημασίας εντοπίζεται η πολιτική αστάθεια και η εγγύτητας στις πλούσιες πετρελαιοπαραγωγές χώρες της Μέσης Ανατολής, καθώς και το γεγονός ότι η περιοχή αποτελεί πεδίο διέλευσης των αγωγών και διαδρομών διοχέτευσης ενεργειακών προϊόντων προς τις ευρωπαϊκές αγορές.

Στη μελέτη επισημαίνεται ότι η ΝΑ Μεσόγειος παραμένει μια ιδιαιτέρως ταραχώδης και ασταθής περιοχή. Παράλληλα, εντοπίζει και μια σειρά ακόμα σημαντικά προβλήματα, όπως: η ανάδυση εύθραυστων κρατών, τα ασταθή και μη λειτουργικά ή ακόμα και αποτυχημένα κράτη, η πιθανότητα de facto αλλαγής συνόρων, ο ρόλος του πολιτικού Ισλάμ, η τρομοκρατική τζιχάντ, το προσφυγικό με τις επακόλουθες συνέπειές του, οι φιλοδοξίες που αναπτύσσονται από κράτη της περιοχής, ο ανταγωνισμός για ενεργειακές πηγές.

Η διαφοροποίηση του ενεργειακού εφοδιασμού και οι ενεργειακές σχέσεις ΕΕ-Ρωσίας

Ως βασικός παράγοντας προβληματισμού που διαπνέει τη μελέτη αναδεικνύεται η ενεργειακή πρόσδεση της χώρας σε αποκλειστικούς προμηθευτές του εξωτερικού, εξαιτίας της οποίας η  ενεργειακή ασφάλεια της χώρας καθίσταται εξαρτώμενη από τις μεταβολές στις διεθνείς αγορές.

Αναπαράγεται έτσι το αφήγημα που υιοθετείται από την πολιτική ηγεσία, σύμφωνα με το οποίο ο στόχος της ενίσχυσης της διαφοροποίησης των πηγών ενέργειας (που συνίσταται ουσιαστικά στη μείωση της εξάρτησης της ΕΕ από το ρωσικό φυσικό αέριο), συμπλέκεται με την προοπτική αξιοποίησης του όποιου δυναμικού σε εγχώριους υδρογονάνθρακες και την πολυδιάστατη ενεργειακή πολιτική.

Άλλωστε, στη μελέτη αναφέρεται ρητά ως ζήτημα που πρέπει να ληφθεί υπόψη το ότι η ΕΕ είναι σε υψηλό βαθμό εξαρτώμενη στην εισαγωγή πετρελαίου και αερίου, καθώς το 35% αυτού προέρχεται από τη Ρωσία.

Σε αυτή τη βάση αναδεικνύεται ως μείζον το ζήτημα της διαφοροποίησης του ενεργειακού εφοδιασμού της ΕΕ, με τη σχετική ανάλυση να εντοπίζει ότι μέσω του πολλαπλασιασμού των πηγών εφοδιασμού μειώνεται η αρνητική επίπτωση από μία πηγή λόγω ύπαρξης εναλλακτικών, και εξυπηρετώντας τους παραγωγούς και τους καταναλωτές με τη διατήρηση της εφοδιαστικής ενεργειακής αλυσίδας.

Η μελέτη υπογραμμίζει ότι το χαμηλό επίπεδο διαφοροποίησης υποβάλλει το κράτος σε υψηλά επίπεδα κινδύνου. Πέραν της διαφοροποίησης στις διάφορες πτυχές της, ως άλλα μέτρα που μπορούν να συμβάλλουν στην επαύξηση της ενεργειακής ασφάλειας αναφέρονται η διασφάλιση της πρόσβασης στις ενεργειακές πηγές, η κατανάλωση ενέργειας και η ενεργειακή αποδοτικότητα, οι τεχνολογικές καινοτομίες, τα ενεργειακά αποθέματα, η επαύξηση εγχώριας παραγωγής, η βελτίωση ενεργειακών εγκαταστάσεων, η επαύξηση της διεθνούς συνεργασίας μεταξύ των εισαγωγέων και η βελτίωση πολιτικών σχέσεων με τους εξαγωγείς.

Εντοπίζεται, έτσι, ένα περίπλοκο γεωστρατηγικό πλέγμα, εντός του οποίου θα πρέπει να προσδιοριστεί, μεταξύ άλλων, και ο ρόλος του στρατού.

Με μια προσεκτικά επιλεγμένη διατύπωση, ως στόχος προσδιορίζεται ο διαρκής και αδιάλειπτος ενεργειακός εφοδιασμός ανταποκρινόμενος στις επικρατούσες συνθήκες και προσαρμοσμένος στις μεταβολές του περιβάλλοντος αξιοποιώντας όλες τις διαθέσιμες δυνατότητες. Όπως εύκολα γίνεται κατανοητό, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον από στρατιωτικής σκοπιάς βρίσκεται στις «μεταβολές του περιβάλλοντος» και στις «διαθέσιμες δυνατότητες».

Γι’ αυτό, άλλωστε και ως καθοριστικός παράγοντας για την υλοποίηση της διαφοροποίησης εντοπίζονται, μεταξύ άλλων, οι οικονομικές, πολιτικές ή/και στρατιωτικές, όπως ρητά αναφέρεται, δυνατότητες που παρουσιάζονται, σε συνδυασμό με την προθυμία να πληρωθεί οποιοδήποτε κόστος ώστε να εξασφαλισθεί η πρόσβαση σε εναλλακτική πηγή εφοδιασμού.

Στο βαθμό που οι στρατηγικές επιλογές της Ελλάδας ταυτίζονται με τις προτεραιότητες της ΕΕ, η μελέτη συμπεραίνει ότι η επιτυχής υλοποίησή της αρχής της διαφοροποίησης θα περιορίσει τη γεωπολιτική αναβάθμιση της Ρωσίας με τη χρήση της ενεργειακής διπλωματίας.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εκτίμηση περί περιορισμένου ενδιαφέροντος των ΗΠΑ που, όπως αναφέρεται, σε συνδυασμό με τις δομικές δυσκολίες της ΕΕ επιτρέπουν σε νέους παίκτες, όπως η Ρωσία, να κάνουν δυναμικά την εμφάνισή τους.

Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο οι πρόσφατες εξελίξεις, όσο και η διαχρονική έντονη παρουσία και παρέμβαση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνει αυτή την εκτίμηση. Άλλωστε, αυτό δείχνουν και οι πυκνές το τελευταίο διάστημα παρεμβάσεις του πρέσβη των ΗΠΑ G. Pyatt και της αναπληρώτριας υφυπουργού Εξωτερικών και αρμόδιας για τη διπλωματία των ενεργειακών πόρων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ R. Dunningan. Το ίδιο και οι συχνές επαφές του υπουργού Εθνικής Άμυνας με στελέχη της πρεσβείας και της κυβέρνησης των ΗΠΑ.

Ίσως, βέβαια, η εκτίμηση που γίνεται στη μελέτη να μπορεί εν μέρει να δικαιολογηθεί σε περίπτωση που συντάχθηκε προτού ξεκαθαρίσουν κάποια πράγματα σχετικά με την τακτική της νέας διακυβέρνησης των ΗΠΑ υπό την προεδρία του Ντ. Τραμπ.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είναι σαφές ότι τόσο η ΕΕ και οι ΗΠΑ, όσο και άλλες δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα επιδεικνύουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στον ενεργειακό τομέα της χώρας μας και διεκδικούν το δικό τους μερίδιο σε αυτές.

Οι προτάσεις για την εθνική ενεργειακή στρατηγική

Η μελέτη διαπιστώνει ότι, ο ρόλος των κρατών-διακομιστών αναβαθμίζεται στα πλαίσια της προτεραιότητας που δίνει η στρατηγική της ΕΕ για τη διασφάλιση της μεταφοράς στο πλαίσιο εξασφάλισης της ενεργειακής ασφάλειας.

Από την άποψη αυτή, οι προτάσεις που διατυπώνονται για την εθνική ενεργειακή στρατηγική γίνονται στη βάση της διακηρυγμένης θέσης όλων των ελληνικών κυβερνήσεων των τελευταίων χρόνων περί ανάδειξης της Ελλάδας σε ενεργειακό κόμβο για την ενεργειακή  

Στη βάση της στρατηγικής επιλογής που δε φαίνεται προς το παρόν να αμφισβητείται από ευρύτερα τμήματα, η μελέτη τονίζει ότι η Ελλάδα ως κράτος-μέλος της ΕΕ αντιμετωπίζει τις ίδιες προκλήσεις και ταυτόχρονα είναι προσανατολισμένη προς την ΕΕ για την υλοποίηση της εσωτερικής και εξωτερικής ενεργειακής πολιτική της.

Ως βασική πρόκληση για το μέλλον εντοπίζεται ότι οι μέχρι τώρα ελλιπείς ή στην καλύτερη περίπτωση περιορισμένες, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, ενεργειακές δυνατότητες καθιστούν τη χώρα εξαρτώμενη ενεργειακά, με αποτέλεσμα να υποχρεώνεται να υλοποιήσει την αρχή της διαφοροποίησης, ώστε να διατηρήσει την συνεχή και αδιάλειπτη εφοδιαστική της αλυσίδα.

Η ανάλυση αυτή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η διασφάλιση του αδιάλειπτου ενεργειακού εφοδιασμού αποτελεί σημαντική δέσμευση του κάθε εθνοκρατικού και όχι μόνο δρώντα.

«Μεταφράζοντας» σε φυσική κι όχι «διπλωματική» γλώσσα το συγκεκριμένο συμπέρασμα, αυτό που καταλαβαίνει κανείς είναι ότι οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις προετοιμάζονται σε αυτή την κατεύθυνση. Αυτό, άλλωστε προκύπτει και από τα όσα πρόσφατα έγραψε το energypress για τη συμμετοχή των ενόπλων δυνάμεων της χώρας σε στρατιωτικές ασκήσεις στην περιοχή.

Με αφορμή, πάντως, την αναφορά και σε μη εθνοκρατικούς δρώντες, που προφανώς αφορά διακρατικές συμμαχίες, αξίζει να σημειωθεί ότι στη μελέτη δεν αναπτύσσεται η πτυχή που αφορά τη συμμετοχή της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ. Δεδομένου, όμως, ότι μεγάλο μέρος των ενεργειακών εξελίξεων στην περιοχή συντελείται στο φόντο των διαφορετικών προτεραιοτήτων που θέτουν Ελλάδα και Τουρκία, τότε δεν είναι προφανές πως η σύμπραξη στο ΝΑΤΟ αποτελεί παράγοντα ενίσχυσης της ενεργειακής - και όχι μόνο – ασφάλειας.

Επανερχόμενοι στα συμπεράσματα της μελέτης που δημοσιοποίησε η Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου, η αντιμετώπιση του ζητήματος της διασφάλισης του αδιάλειπτου ενεργειακού εφοδιασμού θα πρέπει να γίνει, όπως υπογραμμίζεται, με τρόπο συγκεντρωτικό και ιεραρχημένο, λαμβάνοντας όλους τους παράγοντες υπόψη. Αυτό, όπως σημειώνεται, οδηγεί στην αξιοποίηση της ενέργειας τόσο ως αγαθού, όσο και ως εργαλείου εξωτερικής πολιτικής.

Για τη χώρα μας, αυτός ο στόχος θεωρείται προσδεδεμένος στη στρατηγική της ΕΕ.

Πέρα από το επίπεδο των διακηρύξεων, όμως, η μελέτη δίνει έμφαση στο ότι η Ελλάδα θα πρέπει να διαμορφώσει τη δική της Εθνική Ενεργειακή Στρατηγική στη βάση του προαναφερθέντος γενικού πλαισίου. Μάλιστα, όπως επισημαίνεται, αυτή δεν θα πρέπει να αποτελέσει ένα ακόμα θεωρητικό έγγραφο, αλλά να είναι ένα σχέδιο το οποίο θα πρέπει να υλοποιηθεί πιστά και αποφασιστικά.

Η παραίνεση αυτή εκ μέρους στελεχών του στρατού αποκτά ιδιαίτερη σημασία, σε μια περίοδο που ολοένα και πιο συχνά και από πολλά στόματα ακούγονται διάφορα περί «ενεργειακής στρατηγικής». Αξίζει, δε, να σημειώσουμε ότι είμαστε εν αναμονή της ανακοίνωσης των σχετικών κυβερνητικών σχεδιασμών.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η εθνική στρατηγική θα πρέπει να κινείται σε δυο επίπεδα.

Αφενός να στοχεύει στην αξιοποίηση της γεωγραφικής θέσης της χώρας ως κύριας πύλης εισόδου ενεργειακών προϊόντων στην ΕΕ. Ο παράγοντας αυτός καταδεικνύει, σύμφωνα με τη μελέτη, την ανάγκη διαμόρφωσης ενός ενοποιημένου δικτύου μεταφοράς φυσικού αερίου και ίσως και πετρελαίου, το οποίο θα περιλαμβάνει το σύνολο των αγωγών που υπάρχουν στη χώρα αλλά και των σταθμών LNG.

Αφετέρου, θα πρέπει να εστιάζει στην αξιοποίηση του ενεργειακού δυναμικού της χώρας (αποθέματα πετρελαίου, φυσικού αερίου και ανανεώσιμες πηγές ενέργειες, οι οποίες, όπως αναφέρεται, μπορεί να τύχουν καλύτερης εκμετάλλευσης).

Αυτό που διαφαίνεται, λοιπόν, είναι ότι ο προβληματισμός για την εθνική ενεργειακή στρατηγική και την ενεργειακή ασφάλεια που αναπτύσσεται στα υψηλά κλιμάκια της ιεραρχίας του στρατεύματος συμβαδίζει με τις βασικές στρατηγικές επιλογές της χώρας, οι οποίες διατηρούνται ανεξαρτήτως κυβερνήσεων τα τελευταία χρόνια.

Σε αυτό το έδαφος, οι ένοπλες δυνάμεις παρακολουθούν σταθερά τις εξελίξεις και αναζητούν τον κατάλληλο προσανατολισμό της δικής τους προετοιμασίας μπροστά σε όλες τις ενδεχόμενες εξελίξεις.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A