Στην Επίτροπο Ανταγωνισμού η επιστολή των βιομηχανιών Ελλάδας Βουλγαρίας Ρουμανίας – πρόταση για παράταση του TCTF – Αναλυτικά το κείμενο
Στην Ευρωπαία Επίτροπο Ανταγωνισμού και όχι στη Γενική Διεύθυνση Ενέργειας εστάλη χθες η επιστολή των τριών βιομηχανικών συνδέσμων Ελλάδας, Βουλγαρίας και Ρουμανίας για το θέμα των τιμών του ρεύματος. Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί την πρόθεση της βιομηχανίας να υπογραμμίσει το ανταγωνιστικό μειονέκτημα που δημιουργείται για τις βιομηχανίες της περιοχής. Μάλιστα στην επιστολή εκφράζεται η εκτίμηση ότι η κατάσταση προβλέπεται να επιδεινωθεί το επόμενο διάστημα λόγω των αναμενόμενων χαμηλών θερμοκρασιών, της αυξημένης ζήτησης από την Ουκρανία, των αυξημένων τιμών φυσικού αερίου, της έλλειψης παραγωγικών μονάδων και της κατάρρευσης της ανανεώσιμης παραγωγής.
Οι τρεις σύνδεσμοι υπογραμμίζουν ότι η βασική αιτία για τις επαναλαμβανόμενες ακραίες τιμές είναι η έλλειψη φυσικής ολοκλήρωσης της κοινής αγοράς.
Εκείνο που ζητείται από την Επιτροπή είναι να παραταθεί το Προσωρινό Πλαίσιο για την Κρίση και τη Μετάβαση TCTF ώστε να υποστηριχθεί η βιομηχανία της Ανατολικής Ευρώπης στη δύσκολη αυτή κατάσταση, και το TCTF να παραμείνει σε ισχύ μέχρις ότου ολοκληρωθεί η φυσική ολοκλήρωση της κοινής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και αποκατασταθούν οι ενεργειακές υποδομές της Ουκρανίας.
Αναλυτικά η επιστολή των τριών συνδέσμων έχει ως εξής:
Αξιότιμη Επίτροπε Ανταγωνισμού,
Από την αρχή του Νοεμβρίου, η βιομηχανία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη υφίσταται τεράστιες πιέσεις λόγω των εξαιρετικά υψηλών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Οι τιμές στην αγορά spot στην περιοχή είναι οι υψηλότερες στην ΕΕ – η τιμή στην Ουγγαρία είναι 177,89 ευρώ/MWh, στην Ελλάδα 135,96 ευρώ/MWh, ενώ στη Βουλγαρία υπολείπονται μόνο της Ρουμανίας (177,89 ευρώ/MWh στη Βουλγαρία, 182,01 ευρώ/MWh στη Ρουμανία για τις πρώτες δύο εβδομάδες του Νοεμβρίου).
Αυτά τα επίπεδα τιμών δημιουργούν επιπλέον πίεση στη βιομηχανία έντασης ενέργειας της περιοχής, η οποία ήδη είχε πληγεί σοβαρά από τις καλοκαιρινές αυξήσεις τιμών. Στις βιομηχανίες αυτές (μέταλλα, χημικά, λιπάσματα, γυαλί, τσιμέντο, κ.λπ.), το κόστος ενέργειας συνήθως αντιστοιχεί στο 20-60% του συνολικού κόστους παραγωγής. Με τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας να εκτοξεύονται, καθίσταται σχεδόν αδύνατο να διατηρηθεί οποιοδήποτε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα εντός της ΕΕ, πόσο μάλλον στις εξωτερικές αγορές.
Πιστεύουμε ακράδαντα ότι οι υψηλές αυτές τιμές, που επαναλαμβάνονται ιδιαίτερα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, οφείλονται στη κατακερματισμένη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας της Ευρώπης. Θεωρητικά, οι ζώνες υποβολής προσφορών λειτουργούν μέσω της λεγόμενης "σύζευξης αγορών" (market coupling), όπου θα έπρεπε να παρατηρείται σύγκλιση τιμών. Ωστόσο, λόγω έλλειψης επαρκών φυσικών διασυνδέσεων μεταξύ της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, οι χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης συχνά βρίσκονται σε μειονεκτική θέση, με υψηλότερες τιμές ενέργειας. Αυτό το πρόβλημα έχει τονιστεί αρκετές φορές κατά τη διάρκεια των αυξήσεων τιμών του καλοκαιριού, ενώ έχει επισημανθεί με αναφορές και προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το θέμα έχει τεθεί και από τα Υπουργεία Ενέργειας της Βουλγαρίας, της Ελλάδας και της Ρουμανίας στο υψηλότερο επίπεδο. Ωστόσο, μέχρι στιγμής, κανείς δεν έχει αντιμετωπίσει σοβαρά το ζήτημα.
Δεν είναι φυσιολογικό να υπάρχουν διαφορές τιμών 2 έως και 3 φορές μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, τη στιγμή που υπάρχει κοινή αγορά που υποτίθεται ότι λειτουργεί με στόχο τη σύγκλιση των τιμών. Η βιομηχανία της περιοχής όχι μόνο βρίσκεται σε εξαιρετικά μειονεκτική θέση, αλλά υποβάλλεται και σε εξωτερικές ανταγωνιστικές πιέσεις (η Νοτιοανατολική Ευρώπη αποτελεί σύνορο της ΕΕ) καθώς και σε πίεση για απανθρακοποίηση – μια διαδικασία που απαιτεί μεγάλα κεφάλαια, τα οποία η βιομηχανία αδυνατεί να εξασφαλίσει λόγω της οικονομικής αιμορραγίας από τους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας.
Προβλέπουμε ότι η κατάσταση θα επιδεινωθεί λόγω των αναμενόμενων χαμηλών θερμοκρασιών, της αυξημένης ζήτησης από την Ουκρανία (που θα ενταθεί το χειμώνα λόγω της αυξημένης μεταφορικής ικανότητας προς τη χώρα μετά την 1η Δεκεμβρίου 2024), των αυξανόμενων τιμών φυσικού αερίου, της έλλειψης παραγωγικών μονάδων και της κατάρρευσης της ανανεώσιμης παραγωγής. Κανένας από αυτούς τους παράγοντες δεν ελέγχεται από τους καταναλωτές ενέργειας.
Η περιοχή αντιμετωπίζει μειωμένη βιομηχανική παραγωγή, με αρκετούς συνεχόμενους μήνες αρνητικού δείκτη βιομηχανικής παραγωγής σε Ουγγαρία, Ρουμανία και Βουλγαρία. Η κατάσταση στη Βουλγαρία είναι η πλέον ζοφερή, με 20 συνεχόμενους μήνες αρνητικού δείκτη βιομηχανικής παραγωγής. Υπάρχουν ενδείξεις για μείωση παραγωγής ή ακόμα και προσωρινό κλείσιμο βιομηχανιών υψηλής κατανάλωσης ενέργειας στη Βουλγαρία. Παρόμοιες εξελίξεις θα ήταν επιζήμιες για τη βιομηχανία της Ευρώπης συνολικά και καταστροφικές για την οικονομία του λιγότερο ανεπτυγμένου μέρους της ΕΕ – τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Δεδομένου ότι η βασική αιτία για τις επαναλαμβανόμενες ακραίες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας βρίσκεται στην έλλειψη φυσικής ολοκλήρωσης της κοινής αγοράς, η οποία επιδεινώνεται από τις εξαγωγές ενέργειας προς την Ουκρανία, καλούμε την Επιτροπή να αναλάβει δράση και να σχεδιάσει μέτρα για την ανακούφιση του τεράστιου οικονομικού βάρους στη βιομηχανία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Όπως έχει ήδη επισημανθεί, η βοήθεια προς την Ουκρανία είναι απαραίτητη, αλλά αποτελεί μια κοινή ευρωπαϊκή δέσμευση. Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι το συνολικό βάρος πρέπει να επιμεριστεί στην ΕΕ στο σύνολό της. Διαφορετικά, το μεγαλύτερο βάρος επωμίζονται μόνο οι πιο αδύναμες οικονομίες της Ένωσης, που ήδη πλήττονται από τις υψηλότερες τιμές ενέργειας.
Για τον λόγο αυτό, επιμένουμε να παραταθεί το Προσωρινό Πλαίσιο για την Κρίση και τη Μετάβαση (TCTF) ώστε να υποστηριχθεί η βιομηχανία της Ανατολικής Ευρώπης στη δύσκολη αυτή κατάσταση, και το TCTF να παραμείνει σε ισχύ μέχρι να ολοκληρωθεί η φυσική ολοκλήρωση της κοινής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και να αποκατασταθούν οι ενεργειακές υποδομές της Ουκρανίας.
Είμαστε διαθέσιμοι για περαιτέρω συνεργασία στον σχεδιασμό κατάλληλων μέτρων για τη στήριξη της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την αποκατάσταση ίσων όρων ανταγωνισμού.
Με εκτίμηση, Wolfgang Indenhuck, Πρόεδρος, ACCER
Konstantin Stamenov, Πρόεδρος Δ.Σ., BFIEC
Αντώνιος Κοντολέων, Πρόεδρος Δ.Σ. ΕΒΙΚΕΝ