Skip to main content
Menu
English edition

Παρούσα στους ανταγωνισμούς για τους φυσικούς πόρους της Αρκτικής η ΕΕ

Ενίσχυση των θέσεών της στον αυξανόμενο ανταγωνισμό για τον έλεγχο των πλούσιων φυσικών πόρων και των θαλάσσιων οδεύσεων στην περιοχή της Αρκτικής επιδιώκει συστηματικά τα τελευταία χρόνια η ΕΕ, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το πρόσφατο ψήφισμα που ενέκρινε το Ευρωκοινοβούλιο, με το οποίο καλείται η Επιτροπή να αναλάβει πρωτοβουλίες από τα ζητήματα της αλιείας και της «προστασίας των δικαιωμάτων των αυτόχθονων κοινοτήτων» μέχρι τα θέματα της ασφάλειας και της εξόρυξης υδρογονανθράκων.

Τεράστιοι ανεκμετάλλευτοι φυσικοί πόροι

Στην Αρκτική, δηλαδή την περιοχή γύρω από τον Βόρειο Πόλο, οι χώρες οι οποίες έχουν άμεσα συμφέροντα λόγω γειτνίασης, ΗΠΑ, Καναδάς, Ρωσία, Νορβηγία, Σουηδία, Φινλανδία, Ισλανδία και Γροιλανδία, που ανήκει στη Δανία, έχουν σχηματίσει το λεγόμενο «Αρκτικό Συμβούλιο», όπου η ΕΕ επιθυμεί να αποκτήσει καθεστώς «παρατηρητή» ως πολιτική οντότητα, πέρα από τα κράτη - μέλη της που, ξεχωριστά το καθένα, είναι ενταγμένα με πλήρη δικαιώματα, αλλά και τις Νορβηγία και Ισλανδία που διατηρούν ειδική σχέση με την ΕΕ.

Είναι γνωστό ότι η περιοχή αυτή κατά τα τελευταία χρόνια συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των πιο ισχυρών καπιταλιστικών κρατών εξαιτίας του ιδιαίτερου στρατηγικού και οικονομικού της ρόλου, καθώς το σταδιακό λιώσιμο των πάγων δημιουργεί νέα δεδομένα στη ναυσιπλοΐα, στην έρευνα και εξόρυξη υδρογονανθράκων αλλά και άλλων ορυκτών πόρων.

Εντονη κινητικότητα τα τελευταία χρόνια δείχνει η Ρωσία, η οποία έχει διακηρύξει επίσημα την πρόθεσή της να εκμεταλλευτεί και να αναπτύξει περαιτέρω τις ανεξερεύνητες μέχρι σήμερα δυνατότητες όσον αφορά τα ορυκτά και τις πρώτες ύλες στην περιοχή. Σύμφωνα μάλιστα με τα στοιχεία του υπουργείου Φυσικών Πόρων της Ρωσίας, όπως παρουσιάστηκαν σε ειδικό συνέδριο για την Αρκτική, που έγινε τον περασμένο Νοέμβρη στη Μόσχα, με θέμα την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της περιοχής, το ανεκμετάλλευτο δυναμικό υδρογονανθράκων της Αρκτικής ζώνης αγγίζει το 91% σε υπεράκτιες περιοχές και το 53% στην ξηρά.

Η στάση της Ρωσίας καταγράφεται ειδικότερα στο ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου που θα δούμε στη συνέχεια, όπως επίσης και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που επιδεικνύει η Κίνα για τις νέες θαλάσσιες οδούς που δημιουργούνται στην Αρκτική, τις οποίες επιθυμεί να εκμεταλλευτεί για την ενίσχυση του εξωτερικού της εμπορίου, μέσω της σύναψης εταιρικών συμφώνων με κράτη που ασκούν κυριαρχικά δικαιώματα στον Αρκτικό Κύκλο.

Εξίσου μεγάλο είναι και το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την περιοχή. Η πιο γνωστή μελέτη της Γεωλογικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ αναφέρει την ύπαρξη τουλάχιστον 90 δισ. βαρελιών πετρελαίου και άνω των 1,3 τρισ. κ.μ. φυσικού αερίου.

Περιοχή μεγάλης «γεωπολιτικής σημασίας»

Στην αιτιολογική έκθεση του ψηφίσματος επισημαίνεται ευθύς εξαρχής η διευρυνόμενη γεωπολιτική σημασία της Αρκτικής, ενώ σημειώνεται επιπρόσθετα ότι ο αυξανόμενος ανταγωνισμός για την πρόσβαση στην Αρκτική και τους φυσικούς της πόρους, όπως επίσης και οι αυξανόμενες οικονομικές δραστηριότητες «έχουν δημιουργήσει ευκαιρίες αλλά και κινδύνους στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένων των προβλημάτων ασφαλείας...», γι' αυτό είναι «...εξαιρετικά σημαντικό να παραμείνει η Αρκτική περιοχή χαμηλών εντάσεων».

Σήμερα, τρία κράτη-μέλη της ΕΕ - Δανία, Φινλανδία και Σουηδία - είναι πλήρη μέλη του οκταμελούς Αρκτικού Συμβουλίου και άλλα επτά κράτη-μέλη - Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Κάτω Χώρες, Πολωνία, Ισπανία και Ηνωμένο Βασίλειο - είναι παρατηρητές. Με δεδομένο ότι επί μακρό χρονικό διάστημα η ΕΕ «είναι ο κύριος χρηματοδότης στην Αρκτική θα ήταν απόλυτα εύλογο να αναβαθμιστεί το καθεστώς της στο Αρκτικό Συμβούλιο και να γίνει παρατηρητής», επισημαίνεται στην αιτιολογική έκθεση.

Με σαφή τη διάθεση να σταλούν μηνύματα προς πάσα κατεύθυνση, επισημαίνεται ακόμη ότι η ΕΕ έχει την ικανότητα να συμβάλει «με πολλαπλούς τρόπους στην αντιμετώπιση πιθανών προβλημάτων ασφαλείας και στην αποτροπή των συγκρούσεων» και ταυτόχρονα «εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι η ΕΕ θεωρεί απαραίτητο τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου στην Αρκτική και τάσσεται υπέρ ενός ισχυρού ρόλου της ΕΕ στην προώθηση αποτελεσματικών πολυμερών ρυθμίσεων και μιας παγκόσμιας τάξης βασισμένης σε κανόνες».

Την ίδια στιγμή που η ΕΕ επικαλείται τον σεβασμό του «διεθνούς δικαίου» στην Αρκτική, παράλληλα επισημαίνει τις σημαντικές περιβαλλοντικές αλλαγές που συντελούνται στην περιοχή κατά τα τελευταία 50 χρόνια και ιδιαίτερα από το 1980 μέχρι σήμερα που «οι θαλάσσιοι πάγοι της Αρκτικής μειώνονται κατά 13,4% ανά δεκαετία και η χιονοκάλυψη συνεχίζει να μειώνεται κάθε χρόνο». Γεγονός που δημιουργεί νέα δεδομένα οικονομικής δραστηριότητας στην περιοχή, όπως προαναφέραμε, άσχετα αν η ΕΕ στηρίζει θεωρητικά την «αγωνία» της για παρέμβαση στην περιοχή επάνω στην «κλιματική αλλαγή», στην «προστασία του οικοσυστήματος» αλλά και των «αυτόχθονων πληθυσμών». Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, αφού «αραδιάζει» μια σειρά ζητήματα που άπτονται των προηγούμενων «ευαισθησιών», έρχεται στη συνέχεια να προτείνει ένα μοντέλο «βιώσιμης ανάπτυξης» της Αρκτικής, το οποίο περιλαμβάνει την οικονομική δραστηριότητα επιχειρήσεων «...για τη βελτίωση των δικτύων μεταφοράς, επικοινωνίας και ηλεκτρισμού, και για την ανάπτυξη καινοτόμων λύσεων καθαρής τεχνολογίας σε συνθήκες χαμηλής θερμοκρασίας»...

«Παγκόσμιος παράγοντας» η ΕΕ...

Πιο συγκεκριμένες σε σχέση με την επιδιωκόμενη οικονομική δραστηριότητα στην περιοχή γίνονται οι επιδιώξεις στο κείμενο του ψηφίσματος που τιτλοφορείται «Σχετικά με μια ολοκληρωμένη πολιτική της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την Αρκτική» [2016/2228 (INI)]. Εκεί, ευθύς εξαρχής σημειώνεται με κατηγορηματικό τρόπο ότι «η ΕΕ είναι παγκόσμιος παράγοντας», ο οποίος επιπλέον διαθέτει «παγκόσμια στρατηγική για την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας», όπως συμπυκνώνεται στη σχετική Εκθεση για την «Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Αμυνας» που εγκρίθηκε τον περασμένο Οκτώβρη.

Με αυτό ως δεδομένο, όπως επίσης και τη γεωπολιτική σπουδαιότητα της περιοχής για την «ασφάλεια της ΕΕ», καλεί την Επιτροπή «να προωθήσει αυστηρά προληπτικά ρυθμιστικά πρότυπα στον τομέα της περιβαλλοντικής προστασίας και ασφάλειας σε ό,τι αφορά την εξερεύνηση, αναζήτηση και παραγωγή πετρελαίου» αλλά και «την απαγόρευση της εξόρυξης πετρελαίου στα παγωμένα ύδατα της Αρκτικής που ανήκουν σε χώρες της ΕΕ και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (σ.σ. αφορά τη Νορβηγία και την Ισλανδία)» και να «προωθήσει» ανάλογα «πρότυπα» για τα υπόλοιπα παράκτια κράτη της Αρκτικής. Η προτροπή αυτή σχετίζεται άμεσα με τις διεκδικήσεις της Ρωσίας επί μιας τεράστιας έκτασης στη Αρκτική, συνολικού εμβαδού 1,2 εκατ. τετραγωνικών χιλιομέτρων, διεκδικήσεις που αποτελούν σημείο συνεχούς τριβής και σε επίπεδο ΟΗΕ αλλά και διμερών σχέσεων της Ρωσίας με τα υπόλοιπα κράτη που έχουν κυριαρχικά δικαιώματα στην Αρκτική, δηλαδή τις ΗΠΑ, τον Καναδά, τη Δανία και τη Νορβηγία.

Στο ψήφισμα τονίζεται η στάση της Ρωσίας που από το 2015 μέχρι σήμερα, σε διάστημα δηλαδή δύο μόλις χρόνων, «έχει εγκαταστήσει έξι τουλάχιστον νέες βάσεις βόρεια του Αρκτικού Κύκλου, συμπεριλαμβανομένων έξι λιμένων βαθέων υδάτων και 13 αεροδρομίων, ενώ αυξάνει την παρουσία χερσαίων δυνάμεων στην Αρκτική». Για την αντιμετώπιση της ρωσικής τακτικής, το Ευρωκοινοβούλιο καλεί σε «συνέχιση του διαλόγου» στο πλαίσιο της «περιφερειακής συνεργασίας» της Αρκτικής, αλλά και ειδικότερα της διασυνοριακής συνεργασίας ΕΕ - Ρωσίας, την ίδια όμως στιγμή «τονίζει την ανάγκη να προβάλει η ΕΕ περαιτέρω τα συμφέροντά της έναντι της Ρωσίας με τη χρήση μιας επιλεκτικής εμπλοκής», επιδιώκοντας επίσης «πρόοδο σε ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος στα οποία υπάρχει περιθώριο για παγκόσμιες λύσεις...».

Τέλος, δεν θα μπορούσε να απουσιάσει κάποια αναφορά στην Κίνα καθώς το ψήφισμα τονίζει επίσης το «αυξανόμενο ενδιαφέρον» της Κίνας για την περιοχή της Αρκτικής, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση σε θαλάσσιες διαδρομές και την ύπαρξη ενεργειακών πόρων, ενώ επισημαίνει τη σύναψη συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου μεταξύ της Ισλανδίας και της Κίνας, εφιστώντας την προσοχή στην Επιτροπή «να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τις επιπτώσεις που αυτή μπορεί να έχει όχι μόνο για τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη της ισλανδικής πλευράς της Αρκτικής, αλλά και για την οικονομία και την εσωτερική αγορά της ΕΕ».

(Ριζοσπάστης)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα