O ρόλος του ΑΔΜΗΕ στην επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης και στην ανάδειξη της Ελλάδας σε εξαγωγέα πράσινης ενέργειας
Το 2023 που φεύγει σε λίγες ημέρες, επιβεβαίωσε αυτό που γνωρίζουμε όλοι: τις επιπτώσεις τις κλιματικής αλλαγής και την ανάγκη χάραξης, υιοθέτησης και υλοποίησης πολιτικών με στόχο την αντιμετώπιση των επαναλαμβανόμενων ακραίων φαινομένων, όπως η άνοδος της θερμοκρασίας, η απερήμωση, η λειψυδρία, η περιβαλλοντική ρύπανση. Η επιβράδυνση και τελικά η αναστροφή της κλιματικής απορρύθμισης αποτελεί χρέος μας απέναντι στις επόμενες γενιές και καθιστά επιτακτική την πράσινη ενεργειακή μετάβαση, που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ενίσχυση και την επέκταση των δικτύων ηλεκτρισμού.
Για να αντιληφθούμε το μέγεθος των προκλήσεων που «γεννά» η κλιματική κρίση και τα φαινόμενα που προκαλεί, υπενθυμίζω ότι μέσα στο καλοκαίρι του 2023 , το Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας ήρθε αντιμέτωπο με αλλεπάλληλες ή ταυτόχρονες πυρκαγιές σε Αττική (Κουβαράς, Δερβενοχώρια), Κορινθία (Λουτράκι) και Θράκη.
Κατά τη διάρκεια αυτών των φυσικών καταστροφών, καταγράφηκαν συνολικά 1.400 λειτουργίες διακοπτών καθώς οι φλόγες έφτασαν κυριολεκτικά κάτω από τις Γραμμές Μεταφοράς. Παρόλα αυτά, το Σύστημα στάθηκε όρθιο και δεν διακόπηκε καθόλου η τροφοδότηση του δικτύου διανομής με ηλεκτρική ενέργεια.
Λόγω της κλιματικής κρίσης ήρθαμε αντιμέτωποι και με τις πρωτοφανείς πλημμύρες στη Θεσσαλία, με τις κακοκαιρίες Daniel και Elias. Τα φαινόμενα αυτά προκάλεσαν πτώση 2 πυλώνων (400 και 150 kV) λόγω καθίζησης του εδάφους, πλημμυρικά φαινόμενα σε Υποσταθμούς και την κατάρρευση δρόμου με υπόγεια καλώδια υψηλής τάσης. To Σύστημα άντεξε και ο ΑΔΜΗΕ αποκατέστησε γρήγορα τις βλάβες. Γνωρίζουμε ωστόσο πολύ καλά ότι για να διατηρήσουμε την αξιόπιστη λειτουργία των δικτύων επιβάλλεται να προχωρήσουμε σε περαιτέρω επενδύσεις και δράσεις. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται όχι μόνο το Πρόγραμμα Εκσυγχρονισμού Παγίων, ύψους 200 εκατ. ευρώ με ορίζοντα ολοκλήρωσης έως τον 2026 που υλοποιούμε, αλλά και τα αντιπλημμυρικά έργα στους Υποσταθμούς μας και η ενσωμάτωση καινοτόμων τεχνολογιών για την παρακολούθηση και συντήρηση του κρίσιμου εξοπλισμού.
Όμως, η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί όχι μόνο ενδυνάμωση της ανθεκτικότητας των δικτύων, αλλά και επέκτασή τους, κάτι που αναγνωρίζει πλέον ως προτεραιότητα και η βελγική προεδρία της ΕΕ που ξεκινά την 1η Ιανουαρίου 2024. Αυτό έρχεται σε συνέχεια του Σχεδίου Δράσης που παρουσιάστηκε πρόσφατα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το οποίο αναγνωρίζει ότι τα δίκτυα αποτελούν τον «χαμένο κρίκο»
της μετάβασης και περιγράφει συγκεκριμένες δράσεις ώστε να υλοποιηθούν οι επενδύσεις ύψους 600 δις. ευρώ που εκτιμάται ότι απαιτούνται έως το τέλος της δεκαετίας για να επιτευχθούν οι κλιματικοί στόχοι που έχει θέσει η ΕΕ.
Για να επιτευχθούν οι φιλόδοξοι ευρωπαϊκοί και διεθνείς στόχοι απαιτούνται επενδύσεις που αφορούν τόσο σε εθνικά δίκτυα όσο και σε διεθνείς ή διηπειρωτικές ηλεκτρικές διασυνδέσεις, οι οποίες θα επιτρέψουν τη μέγιστη αξιοποίηση της πράσινης ενέργειας, ανάμεσα σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές και κλιματικές ζώνες.
Ο ρόλος του ΑΔΜΗΕ
Προς αυτή την κατεύθυνση είναι καθοριστικός ο ρόλος του ΑΔΜΗΕ που υλοποιεί έργα τα οποία συμβάλλουν όχι μόνο στην περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα της χώρας -η οποία προσεγγίζει πλέον το 50%-, αλλά και προωθούν έναν από τους βασικούς στόχους της εθνικής ενεργειακής στρατηγικής: Να γίνει η Ελλάδα εξαγωγέας πράσινης ενέργειας προς την Κεντρική Ευρώπη, μέσα από το πρόγραμμα των διεθνών ηλεκτρικών διασυνδέσεων που στόχο έχουν να εξάγουν το πλεόνασμα της ηλεκτρικής ενέργειας που θα παραχθεί στη χώρα. Εδώ πρέπει να ληφθεί υπόψη ο σχεδιασμός για ανάπτυξη Υπεράκτιων Αιολικών Πάρκων ισχύος τουλάχιστον 2 GW έως το τέλος της δεκαετίας, ώστε να αξιοποιηθεί το ισχυρό ενδιαφέρον για επενδύσεις για ΑΠΕ, που υπερβαίνει κατά πολύ την εγχώρια ζήτηση.
Κεντρική θέση στο πρόγραμμα αυτό έχει η διασύνδεση Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ, φορέας υλοποίησης της οποίας είναι πλέον ο ΑΔΜΗΕ, μέσω της θυγατρικής εταιρείας ειδικού σκοπού που σύστησε με την επωνυμία Great Sea Interconnector.
Μάλιστα, στο περιθώριο των εργασιών της COP 28, υπογράψαμε Μνημόνιο Κατανόησης (MoU) με το Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας της Κύπρου και την TAQA, κρατικό επενδυτικό fund, με έδρα το Άμπου Ντάμπι. Ενδιαφέρον για συμμετοχή στο έργο έχει εκφράσει και το fund Aluma από το Ισραήλ, με το οποίο έχουμε ήδη υπογράψει προκαταρκτική συμφωνία, ενώ και άλλα επενδυτικά κεφάλαια από τις ΗΠΑ και αλλού, έχουν εκφράσει ενδιαφέρον για να συμμετάσχουν στο έργο.
Όλα αυτά είναι έμπρακτες αποδείξεις του ισχυρού επενδυτικού ενδιαφέροντος που υπάρχει, μετά την ανάληψη του ρόλου του project promoter από τον ΑΔΜΗΕ, που διαθέτει όλα τα τεχνικά και διαχειριστικά εχέγγυα για να φέρει εις πέρας με τον πιο αποδοτικό τρόπο ένα εξαιρετικά απαιτητικό έργο, που θα αρχίσει να κατασκευάζεται εντός του νέου έτους.
Έχοντας ως βασική προτεραιότητα τις εξαγωγικές διασυνδέσεις, δρομολογούμε την δεύτερη διασύνδεση HVDC με την Ιταλία 1000 MW, που θα τριπλασιάσει την ικανότητα μεταφοράς ηλεκτρισμού μεταξύ των δύο χωρών. Στο ίδιο κάδρο μπαίνουν η δεύτερη διασύνδεση με την Βουλγαρία που ολοκληρώθηκε πρόσφατα και η δεύτερη διασύνδεση με την Αλβανία που σχεδιάζουμε.
Την ίδια στιγμή θεωρούμε ότι οι συνθήκες έχουν ωριμάσει για την δημιουργία ενός άμεσου ηλεκτρικού διαδρόμου με την Κεντρική Ευρώπη, με καλύτερο σημείο απόληξης του διαδρόμου αυτού, τη νότια Γερμανία, αφενός επειδή διαθέτει ισχυρό ηλεκτρικό σύστημα και αφετέρου επειδή χαρακτηρίζεται από υψηλή ζήτηση για πράσινη ενέργεια.
Ο Green Aegean Interconnector όπως αποκαλείται ο ηλεκτρικός διάδρομος Ελλάδας-Νότιας Γερμανίας, έχει σημαντικές συνέργειες με τη διασύνδεση, Ελλάδας-Αιγύπτου (project GREGY με φορέα υλοποίησης την Elica του Ομίλου Κοπελούζου) που συνδράμουμε ενεργά, όπως και με ένα οραματικό έργο που έχουμε ξεκινήσει να σχεδιάζουμε: Ο λόγος για την ηλεκτρική διασύνδεση με τη Σαουδική Αραβία (Saudi Greek Interconnection), για την οποία συστήνουμε εταιρεία ειδικού σκοπού με τον Διαχειριστή της αραβικής χώρας National Grid που επιβεβαίωσε το έντονο ενδιαφέρον του για το έργο από το βήμα του συνεδρίου του Αραβο-Ελληνικού Επιμελητηρίου που πραγματοποιήθηκε πριν λίγες μέρες στην Αθήνα.
Τα έργα αυτά είναι κομβικής σημασίας γιατί προωθούν όχι μόνο την ενεργειακή μετάβαση της Ευρώπης, αλλά και την απεξάρτησή της από τη Ρωσία και την εξεύρεση νέων προμηθευτών ενέργειας που αποτελεί στόχο του REPower EU.
Στην αυγή του 2024, οφείλουμε να επιταχύνουμε το πέρασμα στην εποχή της καθαρής ενέργειας. Γιατί πρέπει να γίνει σαφές σε όλους ότι ο δρόμος της πράσινης μετάβασης, ίσως να μην είναι εύκολος, είναι όμως μονόδρομος.
* Ο κ. Μάνος Μανουσάκης είναι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του ΑΔΜΗΕ
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις προκλήσεις, τους φόβους και τις προσδοκίες στον ενεργειακό τομέα το 2024.