Skip to main content
Menu
English edition

Το νομικό πλαίσιο της διαπραγμάτευσης για την απομείωση δανειακών υποχρεώσεων ενεργειακών επιχειρήσεων

Το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν οι περιπτώσεις επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται ως παραγωγοί ή προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας, όπως επίσης και επιχειρήσεων των οποίων η συναλλακτική δραστηριότητα καθοιονδήποτε τρόπο συνδέεται με την εγχώρια ενεργειακή αγορά, οι οποίες αντιμετωπίζουν έντονες ή και ανυπέρβλητες δυσχέρειες να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις προς τις Τράπεζες. Οι λόγοι ανάγονται προφανώς στην ευρύτερη ύφεση και οικονομική κρίση της χώρας αλλά και σε ενδογενείς παράγοντες της συγκεκριμένης αγοράς σχετιζόμενους με προβληματικές πολιτικές και νομοθετικές παρεμβάσεις καθώς και με την παντελή απουσία ορθολογικού και συγκροτημένου προληπτικού πολιτικορυθμιστικού προγραμματισμού (χαρακτηριστικό είναι εδώ το παράδειγμα της ακολουθηθείσας πολιτικής στον τομέα των ΑΠΕ).

Σε αυτό το ήδη ασφυκτικό πλαίσιο συχνά προστίθεται η ακαμψία των τραπεζικών ιδρυμάτων, τα οποία, παρά το γεγονός ότι προέβησαν σε χρηματοδότηση ενεργειακών επενδύσεων υπό το καθεστώς όλως διαφορετικών δεδομένων σε σχέση με τις οικονομικές προοπτικές και τις προσδοκίες κερδοφορίας των υποκείμενων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, τα οποία (δεδομένα) ανετράπησαν μονομερώς από τη θέσπιση δυσμενών νομοθετικών διατάξεων, εντούτοις εμμένουν ενίοτε σε καταχρηστικές πρακτικές έναντι των συναλλασσομένων επιχειρήσεων, μη προσαρμοζόμενα στα νέα αυτά δεδομένα. Συχνά μάλιστα παρατηρείται το φαινόμενο οι ενεργειακές επιχειρήσεις να καταβάλουν επιμελείς προσπάθειες προκειμένου να χαρακτηρισθούν ως «συνεργάσιμοι δανειολήπτες», παρέχοντας λεπτομερέστατες πληροφορίες στα πιστωτικά ιδρύματα για την οικονομική τους κατάσταση σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία (βλ. λχ Ν. 4224/2013), ενώ η απόκριση των Τραπεζών αντιστοίχως να είναι λίαν πλημμελής ή και αρνητική.

Ειδικότερα, αναφορικά με τον τομέα των ΑΠΕ, ποσοστό άνω του 92% των εγκαταστάσεων ΑΠΕ έχει υλοποιηθεί με τραπεζικό δανεισμό, ο οποίος ανέρχεται στις περισσότερες περιπτώσεις περί το 75% του συνολικού κόστους εγκατάστασης. Για την εξασφάλιση των τραπεζικών ιδρυμάτων, πλέον των προσωπικών ενοχικών εγγυήσεων αλλά και εμπραγμάτων εξασφαλίσεων επί ακίνητης περιουσίας των παραγωγών, που κατά περίπτωση χορηγήθησαν, οι παραγωγοί προέβησαν κατόπιν αιτήματος των τραπεζικών ιδρυμάτων τόσο στην ενεχυρίαση του τεχνολογικού εξοπλισμού του σταθμού τους, όσο και στη σύσταση ενεχύρου και (κατ’ επέκταση) στην εξασφαλιστική εκχώρηση των απαιτήσεων που απορρέουν από τη συναφθείσα με τον αρμόδιο διαχειριστή (ΛΑΓΗΕ Α.Ε., ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.) σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, πολλαπλάσιας αξίας από το σύνολο του δανεισμού τους.

Παράλληλα, τα τραπεζικά ιδρύματα επιβαρύνουν κατά κανόνα υπέρμετρα τους δανειολήπτες – παραγωγούς με υψηλότατες προμήθειες για υπηρεσίες σχετικές με τη «διαχείριση» του συσταθέντος ενεχύρου ή για «έξοδα φακέλου», όπως συνήθως ονομάζουν τις σχετικές χρεώσεις, χωρίς όμως να εξειδικεύουν σε τί συνίστανται οι ενέργειες «διαχείρισης» ή από πού απορρέουν τα «έξοδα διαχείρισης ενεχύρου» ή τα «έξοδα φακέλου». Οι χρεώσεις αυτές, στο μέτρο που δεν καθορίζονται νομοθετικά ή δεν προβλέπονται κατά συγκεκριμένο τρόπο στα συμβατικά κείμενα που έχουν συνάψει οι δανειολήπτες και δεν αιτιολογούνται επαρκώς από τις Tράπεζες, υπερβαίνουν σαφώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη αλλά και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη. Για το λόγο αυτό, αυτές οι αθέμιτες πρακτικές οφείλουν να τυγχάνουν εγκαίρως στοχευμένης νομικής αντιμετώπισης και απόκρουσης ανάλογα με τις πραγματολογικές ιδιαιτερότητες εκάστης περίπτωσης και ανάλογα με το ειδικότερο περιεχόμενο των εξατομικευμένων συμβατικών κειμένων.

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά στον τρόπο «διαχείρισης» από τα τραπεζικά ιδρύματα του συσταθέντος ενεχύρου επί των απαιτήσεων των παραγωγών από τις συναφθείσες συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, έχει παρατηρηθεί προσφάτως –σε συνδυασμό και με την επίταση των υπερημεριών στις πληρωμές των παραγωγών - ότι τα τραπεζικά ιδρύματα προβαίνουν μη νόμιμα, κατά αυθαίρετο και καταχρηστικό τρόπο, σε «ολική» δέσμευση του συνόλου των ποσών που καταβάλλονται στους τραπεζικούς λογαριασμούς των δανειοληπτών παραγωγών ΑΠΕ από την ΛΑΓΗΕ Α.Ε./ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε. ως τίμημα για την πωλούμενη ενέργεια, ως εξασφάλιση έναντι μελλοντικών, μη ληξιπρόθεσμων ωστόσο δόσεων δανείων, ποσά τα οποία δηλαδή αντιστοιχούν σε 2 επόμενες δόσεις των δανείων αυτών (2 μηνιαίες ή 2 τριμηνιαίες δόσεις αναλόγως με τη δανειακή σύμβαση).

Η πρακτική αυτή των Τραπεζών, η οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων δεν βρίσκει καν έρεισμα στις υπογραφείσες συμβάσεις σύστασης ενεχύρου, είναι προδήλως αυθαίρετη και καταχρηστική καθότι καταστρατηγεί παρανόμως την «εξασφαλιστική» λειτουργία του συσταθέντος ενεχύρου επί των ανωτέρω απαιτήσεων, συνιστώντας κατ’ ουσίαν ολική, οριστική και δη ανεπιφύλακτη εκχώρησή τους προς τις Τράπεζες.

Παράλληλα, η ανωτέρω πρακτική των Τραπεζών να μην αποδεσμεύουν υπέρ των παραγωγών το ποσό που απομένει κατόπιν της εξασφάλισης της αποπληρωμής εκάστης δόσεως του δανείου, προκαλεί κυριολεκτικά την οικονομική ασφυξία των παραγωγών, οι οποίοι εκτός των άλλων υφίστανται υπερβολικές καθυστερήσεις ως προς την εξόφλησή τους από την ΛΑΓΗΕ Α.Ε./ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε., ενώ παράλληλα έχουν ήδη υποστεί σημαντικότατες μειώσεις στην κατά τα άλλα «εγγυημένη» τιμή πώλησης της εγχεόμενης ενέργειας δια του επονομοζόμενου „New Deal“ αλλά και έχουν επιβαρυνθεί με το ισχύον από 1η Ιανουαρίου 2016 μεταβατικό τέλος εφοδιασμού («τέλος διακοψιμότητας»).

Αποκορύφωμα της συχνά υιοθετούμενης καταχρηστικής συμπεριφοράς των Τραπεζών αναφορικά με την εκ μέρους τους αυθαίρετη «διαχείριση» του συσταθέντος ενεχύρου επί τραπεζικών λογαριασμών των παραγωγών, στους οποίους καταβάλλεται το τίμημα από την πώληση της ηλεκτρικής ενέργειας, είναι η πάγια πρακτική τους να λειτουργούν οι ίδιες αναγκαστικά ως «διαχειριστές» για την καταβολή των οικονομικών υποχρεώσεων των παραγωγών τόσο προς το Δημόσιο όσο και προς τρίτους δανειστές τους (ασφαλιστικές εταιρείες, συντηρητές των σταθμών, κλπ), εξοφλώντας μάλιστα οι ίδιες οι Τράπεζες για λογαριασμό των παραγωγών ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους με χρέωση των δεσμευμένων λογαριασμών των παραγωγών, αφού προηγουμένως έχουν εγκρίνει οι ίδιες τις εν λόγω δαπάνες(!). Κατ’ αυτόν τον τρόπο επιδιώκουν να ελέγχουν πλήρως τη διαχείριση του ενεχυριασθέντος λογαριασμού των παραγωγών, φροντίζοντας πάντα το υπόλοιπο του λογαριασμού να εξασφαλίζει πολλαπλάσιες –μη ληξιπρόθεσμες- ωστόσο μελλοντικές δόσεις του δανείου, αρνούμενοι ακόμα και την αποδέσμευση των νομίμων απολήψεων των εταίρων των επιχειρήσεων έναντι των καθαρών τους κερδών. Πρέπει μάλιστα να επισημανθεί σε σχέση με την προρρηθείσα καταχρηστική πρακτική της υπέρμετρης δέσμευσης ποσών από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των δανειοληπτών παραγωγών ΑΠΕ ότι σε πλείστες περιπτώσεις οι ήδη υπάρχουσες εξασφαλίσεις υπέρ των Τραπεζών είναι πολλαπλάσιας αξίας των δανειακών υποχρεώσεων των παραγωγών ΑΠΕ, ενώ οι αντίστοιχες οφειλές από τα δάνεια έχουν απομειωθεί λόγω των αλλεπάλληλων καταβολών που έχουν κάνει οι δανειολήπτριες επιχειρήσεις από την έναρξη λειτουργίας τους.

Στον αντίποδα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας το πρώτο τρίμηνο του 2017, τα «κόκκινα δάνεια» των επιχειρήσεων αυξήθηκαν σημαντικά, καθ’ ότι σε αρκετές περιπτώσεις κατέστησαν μη εξυπηρετούμενα ακόμη και δάνεια τα είχαν τεθεί σε καθεστώς ρύθμισης. Οι εξελίξεις αυτές στα «κόκκινα δάνεια» θα υποχρεώσουν τις Τράπεζες να αυξήσουν σημαντικά το ποσοστό των διαγραφών και των πωλήσεων δανείων προκειμένου να επιτύχουν τους φετινούς στόχους μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL’s). Σημειώνεται ότι τόσο οι διαγραφές ποσών, όσο και οι πωλήσεις δανείων στις οποίες επίσης θα προχωρήσουν οι Tράπεζες από τα τέλη του ερχόμενου μήνα, απελευθερώνονται χωρίς επιπτώσεις για τα κεφάλαια των τραπεζών χάρη στη διευθέτηση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου σε ορίζοντα εικοσαετίας.

Προς την κατεύθυνση των αναδιαρθρώσεων των δανείων επιχειρήσεων αναμένεται να συμβάλει και η διαδικασία για τον «Εξωδικαστικό Μηχανισμό Ρύθμισης Οφειλών Επιχειρήσεων». Το σχετικό νομοσχέδιο είχε τεθεί σε ηλεκτρονική διαβούλευση από 21.2.2017 μέχρι και 3.4.2017 και αναμένεται πλέον να κατατεθεί προς ψήφιση στη Βουλή. Με βάση το νομοσχέδιο αυτό παρέχεται δυνατότητα εξωδικαστικής ρύθμισης σε οφειλές που προέρχονται είτε από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, είτε από άλλη αιτία, εφόσον η ρύθμισή τους κρίνεται απαραίτητη προκειμένου να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα και συνέχιση της λειτουργίας των οφειλετών. Σύμφωνα με τα άρθρα 2, 3 και 4 του νομοσχεδίου, επιλέξιμα για την εξωδικαστική ρύθμιση είναι φυσικά πρόσωπα που έχουν πτωχευτική ικανότητα και νομικά πρόσωπα με εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως ορίζουν και οι διατάξεις του ν. 4172/2013, που διατηρούν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα, τηρούν απλογραφικό λογιστικό σύστημα και  έχουν θετικό καθαρό αποτέλεσμα προ φόρων σε μία (1) τουλάχιστον από τις τελευταίες τρεις (3) χρήσεις τους.

Σημαντική μεταρρύθμιση στον τομέα της εξυγίανσης είναι ότι στη διαδικασία της θα μπορούν να συμμετέχουν και φυσικά πρόσωπα, πέραν των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και τραπεζών. Τα εν λόγω «κόκκινα δάνεια» θα πωλούνται υπό την προϋπόθεση ότι ο δανειολήπτης και ο εγγυητής έχουν προηγουμένως κληθεί με εξώδικη πρόσκληση, τουλάχιστον 12 μήνες πριν από την έναρξη της διαδικασίας πώλησης, ούτως ώστε να δύνανται να διακανονίσουν τις οφειλές τους με βάση γραπτή πρόταση και συγκεκριμένους όρους αποπληρωμής, σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας της ΤτΕ (Ν.4224/2013, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το Ν.4389/2016 άρθρα 72 επ.). Προς προστασία και διασφάλιση της θέσης του οφειλέτη, από την ημερομηνία αποστολής της πρόσκλησης αυτής και για χρονικό διάστημα εβδομήντα (70) ημερών αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά αυτού, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των οποίων ζητείται η εξωδικαστική ρύθμιση, καθώς και η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου.

Από την άλλη πλευρά οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η στοιχειοθέτηση των σχετικών αιτήσεων αναδιάρθρωσης δανειακών υποχρεώσεων από την πλευρά των οφειλέτιδων επιχειρήσεων πρέπει να είναι και εκείνη από νομικοοικονομική άποψη πλήρως στοιχειοθετημένη και τεκμηριωμένη. Κρίνοντας εντούτοις από την εμπειρία μας στο πλαίσιο στοχευμένων επαναδιαπραγματεύσεων εκ μέρους εντολέων μας με τραπεζικά ιδρύματα αλλά και άλλους, ποικίλης προέλευσης, δανειστές τους, επισημαίνουμε ότι καθίσταται απολύτως κρίσιμος ο κατάλληλος νομικός χειρισμός των υφισταμένων δανειακών και άλλων οικονομικών υποχρεώσεων των ενεργειακών επιχειρήσεων. Τούτη η επισήμανση ενισχύεατι από το γεγονός ότι πλέον υφίστανται συγκεκριμένα νομικά εργαλεία για τη συνολική αναδιάρθρωση των δανειακών τους υποχρεώσεων, η οποία με εξειδικευμένη νομική αρωγή δεν επαφίεται πλέον στην καλή διάθεση και προαίρεση των Τραπεζών και λοιπών δανειστών των εν λόγω επιχειρήσεων.

Επιμέλεια: «Μεταξάς & Συνεργάτες – Δικηγορική Εταιρεία» (www.metaxaslaw.gr)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα