Μ. Χριστοδουλίδης: Κάθετος Διάδρομος, ένα εργαλείο αμερικανικής ενεργειακής ηγεμονίας της Ε.Ε
Ο Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου στα Βαλκάνια προβάλλεται ως έργο στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης και τη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας. Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική της «απεξάρτησης» και της «ανθεκτικότητας», διαμορφώνεται μια πραγματικότητα που θέτει υπό αμφισβήτηση τον ίδιο τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ενεργειακής ενοποίησης.
Η λειτουργία του διαδρόμου δεν σκοντάφτει σε τεχνικές αδυναμίες, αλλά σε ένα βαθύ θεσμικό και πολιτικό παράδοξο: την προσπάθεια εξωευρωπαϊκών παραγόντων, κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών, να επηρεάσουν τη λειτουργία μιας αγοράς που υποτίθεται ότι διέπεται από αυστηρούς κανόνες ουδετερότητας και ελεύθερου ανταγωνισμού.
Στην καρδιά αυτού του προβλήματος βρίσκεται το μοντέλο entry–exit, όπως καθιερώθηκε από τον Κανονισμό (ΕΚ) 715/2009 για την πρόσβαση στα δίκτυα φυσικού αερίου. Η βασική φιλοσοφία του είναι σαφής: οι χρήστες δεσμεύουν χωρητικότητα εισόδου και εξόδου ανεξάρτητα, χωρίς να υποχρεούνται να δηλώσουν τον τελικό προορισμό του αερίου. Το σύστημα αυτό απαγορεύει ρητά τις λεγόμενες destination clauses, δηλαδή κάθε περιορισμό που θα συνέδεε τη μεταφορά φυσικού αερίου με συγκεκριμένη χώρα ή τελικό καταναλωτή. Το φυσικό αέριο, εντός της ΕΕ, αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα και όχι ως γεωπολιτικό εργαλείο.
Η ίδια λογική ενισχύεται περαιτέρω από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2017/459 (CAM Network Code), ο οποίος ρυθμίζει τον τρόπο κατανομής δυναμικότητας μέσω δημοπρασιών. Η δυναμικότητα προσφέρεται με τυποποιημένα προϊόντα, χωρίς διάκριση ως προς τη χρήση της, και μπορεί να μεταπωλείται ελεύθερα στη δευτερογενή αγορά. Ούτε οι διαχειριστές συστημάτων ούτε οι ρυθμιστικές αρχές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν δήλωση χώρας προορισμού ή να επιβάλουν περιορισμούς στη μεταπώληση. Αυτή η αρχιτεκτονική αποτελεί θεμέλιο της ενιαίας αγοράς ενέργειας.
Παρά ταύτα, στην περίπτωση του Κάθετου Διαδρόμου, παρατηρείται μια αυξανόμενη τάση πολιτικής καθοδήγησης των ροών φυσικού αερίου. Υπό την επιρροή αμερικανικών στρατηγικών προτεραιοτήτων, διαμορφώνεται η απαίτηση ο διάδρομος να λειτουργήσει όχι απλώς ως εμπορική υποδομή, αλλά ως εργαλείο γεωπολιτικής κατεύθυνσης. Η επιθυμία να ενισχυθούν συγκεκριμένες διαδρομές και να αποτραπούν άλλες συνεπάγεται έμμεσα τη σύνδεση της δυναμικότητας με τον τελικό προορισμό του αερίου — ακριβώς δηλαδή αυτό που το ευρωπαϊκό δίκαιο απαγορεύει.
Με τον τρόπο αυτό, δημιουργείται μια επικίνδυνη αντίφαση: τα κράτη των Βαλκανίων καλούνται να τηρήσουν το ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο, ενώ ταυτόχρονα δέχονται πιέσεις να λειτουργήσουν εκτός αυτού για λόγους «στρατηγικής ασφάλειας». Η αγορά μετατρέπεται έτσι από ουδέτερο πεδίο εμπορικών συναλλαγών σε μηχανισμό πολιτικής ευθυγράμμισης. Η ενεργειακή ολοκλήρωση, αντί να ενισχύεται, υπονομεύεται από την ίδια τη γεωπολιτική που υποτίθεται ότι επιδιώκει να την προστατεύσει.
Το διακύβευμα δεν είναι μόνο ενεργειακό, αλλά θεσμικό και κυριαρχικό. Αν επιτραπεί η έμμεση επιβολή destination logic μέσω πολιτικών πιέσεων, τότε το μοντέλο entry–exit αποδυναμώνεται στην πράξη, ακόμη κι αν παραμένει τυπικά σε ισχύ. Οι υποδομές παύουν να λειτουργούν με βάση τους κανόνες της αγοράς και αρχίζουν να εξυπηρετούν εξωτερικές στρατηγικές.
Ο Κάθετος Διάδρομος σχεδιάστηκε ως εργαλείο ενοποίησης της αγοράς και ενίσχυσης της ρευστότητας. Αν όμως μετατραπεί σε μέσο γεωπολιτικής διαχείρισης των ροών, κινδυνεύει να αποτελέσει προηγούμενο πολιτικοποίησης των ενεργειακών υποδομών σε ολόκληρη την Ευρώπη. Και τότε, η ενιαία αγορά δεν θα λειτουργεί πλέον ως χώρος ελεύθερης διακίνησης ενέργειας, αλλά ως πεδίο επιρροής, όπου οι κανόνες υποχωρούν μπροστά στις στρατηγικές σκοπιμότητες.
- Μιχάλης Χριστοδουλίδης Διπλ Μηχανολόγος Μηχανικός ΑΠΘ Ενεργειακός Αναλυτής
ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ
NEWSROOM