ΛΠ3: Σε υψηλά επίπεδα το κόστος εξισορρόπησης – Πώς τα μηδενικά μεσημέρια ανεβάζουν τον “λογαριασμό” της αγοράς
Παρά τη συνεχιζόμενη πτώση των τιμών στη χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας κατά τις μεσημεριανές ώρες, η πραγματική εικόνα του κόστους για το σύστημα και τους συμμετέχοντες στην αγορά είναι διαφορετική. Τα τελευταία στοιχεία του ΑΔΜΗΕ καταγράφουν διατήρηση του Λογαριασμού Προσαύξησης 3 (ΛΠ3) σε υψηλά επίπεδα, της τάξης των 25–30 €/MWh, αναδεικνύοντας για ακόμη μία φορά τον ρόλο του ως βασικού παράγοντα διαμόρφωσης του τελικού κόστους ενέργειας.
Ο ΛΠ3 αποτυπώνει το κόστος των αποκλίσεων και των παρεμβάσεων εξισορρόπησης του συστήματος, δηλαδή το κόστος που προκύπτει όταν η πραγματική λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος δεν ταυτίζεται με τον προγραμματισμό της αγοράς. Στην παρούσα συγκυρία, η ενίσχυσή του συνδέεται άμεσα με τη μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ και τις μηδενικές –ή ακόμη και αρνητικές– τιμές που καταγράφονται τις ώρες υψηλής ηλιοφάνειας.
Η υπερπαραγωγή από φωτοβολταϊκά οδηγεί σε κατάρρευση των τιμών στην αγορά επόμενης ημέρας. Ωστόσο, για λόγους ασφάλειας και ευστάθειας του συστήματος, ο ΑΔΜΗΕ προχωρά σε ένταξη μονάδων φυσικού αερίου, αλλά και –όπως προκύπτει από τα τελευταία δεδομένα– της λιγνιτικής Πτολεμαΐδα 5. Οι μονάδες αυτές δεν αποζημιώνονται με βάση τις μηδενικές τιμές της αγοράς, αλλά με πολύ υψηλότερες τιμές, που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν ακόμη και τα 338 €/MWh.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί μια στρέβλωση: ενώ η αγορά δείχνει «μηδέν», το πραγματικό κόστος για την κατανάλωση δεν μηδενίζεται. Αντίθετα, μεταφέρεται μέσω του ΛΠ3 στους συμμετέχοντες στην αγορά. Έτσι, οι Έλληνες καταναλωτές –σε αντίθεση με τις εξαγωγικές ροές που απορροφούν τη φθηνή ενέργεια– επιβαρύνονται τελικά με κόστος που προσεγγίζει τα 25–30 €/MWh.
Το βάρος αυτό επωμίζονται πρωτίστως οι προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι καλούνται να καλύψουν το κόστος των αποκλίσεων, ενώ σημαντική είναι και η επίπτωση στους μεγάλους καταναλωτές και τη βιομηχανία, που εκτίθενται άμεσα στις χρεώσεις της χονδρικής αγοράς. Σε πολλές περιπτώσεις, το κόστος αυτό μετακυλίεται, άμεσα ή έμμεσα, και στα τιμολόγια λιανικής.
Την ίδια ώρα, οι παραγωγοί ΑΠΕ –ιδίως όσοι λειτουργούν με καθεστώς feed-in premium– βρίσκονται αντιμέτωποι με μηδενικές τιμές και αυξημένες περικοπές παραγωγής, γεγονός που εντείνει τις αντιδράσεις τους. Παράλληλα, οι Φορείς Σωρευτικής Εκπροσώπησης (ΦΟΣΕ) που έχουν τη δυνατότητα παροχής καθοδικής ενέργειας αποζημιώνονται μέσω του ίδιου μηχανισμού, σε επίπεδα που φτάνουν ακόμη και τα 50 €/MWh, ωστόσο ο αριθμός τους παραμένει περιορισμένος.
Η επιμονή του ΛΠ3 σε υψηλά επίπεδα αναδεικνύει ένα ευρύτερο δομικό ζήτημα της αγοράς: την αδυναμία του συστήματος να απορροφήσει αποτελεσματικά τη μεγάλη παραγωγή από ΑΠΕ χωρίς σημαντικό κόστος εξισορρόπησης. Η έλλειψη επαρκών υποδομών αποθήκευσης, οι περιορισμοί του δικτύου και η ανάγκη διατήρησης θερμικών μονάδων σε ετοιμότητα συντηρούν ένα περιβάλλον όπου η φθηνή ενέργεια δεν μεταφράζεται αυτόματα σε χαμηλότερο κόστος για την κατανάλωση.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάγκη για επιτάχυνση επενδύσεων σε αποθήκευση, ενίσχυση της ευελιξίας του συστήματος και καλύτερη ενσωμάτωση των ΑΠΕ στην αγορά εξισορρόπησης καθίσταται πιο επιτακτική από ποτέ. Μέχρι να υπάρξουν τέτοιες παρεμβάσεις, ο ΛΠ3 θα συνεχίσει να λειτουργεί ως ένας κρίσιμος –αν και λιγότερο ορατός– παράγοντας που καθορίζει το πραγματικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα.