Κώστας Ράπτης: Οι πρωτοβουλίες των πετρελαϊκών μοναρχιών

Κώστας Ράπτης: Οι πρωτοβουλίες των πετρελαϊκών μοναρχιών

Κώστας Ράπτης: Οι πρωτοβουλίες των πετρελαϊκών μοναρχιών
10 04 2011 | 21:11

Επαφές με τον βασιλιά Αμπντουλλάχ και λοιπούς Σαουδάραβες αξιωματούχους περιλαμβάνει το πρόγραμμα του Αμερικανού υπουργού Άμυνας Ρόμπερτ Γκέιτς, ο οποίος κατέφθασε την Πέμπτη στο Ριαντ –για συνομιλίες με αντικείμενο το ζήτημα του Ιράν και βέβαια το ύψους 60 δισ. εξοπλιστικό πρόγραμμα του Ριάντ, καλύτερου καταναλωτή παγκοσμίως των προϊόντων της αμερικανικής πολεμικής βιομηχανίας.

Η τρίτη απόπειρα υπήρξε και η τυχερή, καθώς η επίσκεψη Γκέιτς χρειάσθηκε να επαναπρογραμματισθεί με την επίκληση προβλημάτων υγείας του μονάρχη. Ωστόσο, οι γνωρίζοντες αποδίδουν την καθυστέρηση στην παράδοξη νευρικότητα που χαρακτηρίζει εσχάτως την σχέση ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας, μία σχέση η οποία μπόρεσε να αντέξει το πετρελαϊκό εμπάργκο του 1973 ή την 11η Σεπτεμβρίου 2011.

Συχνά στους δεσμούς των υπερδυνάμεων με τα κράτη-«πελάτες», η άσκηση πιέσεων κινείται με φορά αντίθετη από την προφανή, καθώς οι προστατευόμενοι είναι ενίοτε αυτοί που υπαγορεύουν όρους στους πάτρωνές τους –όπως έχει δείξει επανειλημμένα η σχέση της Ουάσιγκτον με το Τελ Αβίβ.

Η δυναστεία των Σαούντ και οι λοιπές πετρελαϊκές μοναρχίες του Περσικού Κόλπου υπό την καθοδήγησή της, βρίσκονται σε μια τέτοια στιγμή απέναντι στην υπερατλαντική δύναμη καθώς το κύμα εξεγέρσεων του 2011 στον αραβικό κόσμο τις έχει διαποτίσει με καχυποψία –αν όχι παράνοια.

Το «συμβόλαιο» που μέχρι πρό τινος επέβαλλε η πετρελαϊκή realpolitik προέβλεπε ότι οι μοναρχίες του Κόλπου εγγυώνται την ενεργειακή τροφοδοσία και την εν γένει οικονομική ευστάθεια της Δύσης και δη των ΗΠΑ (μέσω της διατήρησης της παραγωγής και των τιμών του πετρελαίου σε ανεκτά επίπεδα και της ανακύκλωσης των πετροδολαρίων σε αμερικανικούς τίτλους), με αντάλλαγμα τη στρατιωτική προστασία της Ουάσιγκτον, όπως αυτή π.χ. εκδηλώθηκε χαρακτηριστικά με τον Πόλεμο του Κόλπου το 1991, και την σιωπή της ως προς το (σχεδόν μεσαιωνικό) εσωτερικό καθεστώς των βασιλείων.

Ωστόσο, η αδυναμία των ΗΠΑ να διασώσουν ένα άλλο καθεστώς-πυλώνα της μεσανατολικής τάξης πραγμάτων, αυτό του Χόσνι Μουμπάρακ, καθώς και οι «ενοχλητικοί θόρυβοι» που εκπέμπονται ακόμη και από χειλέων του Μπαράκ Ομπάμα για την ανάγκη να «επανευθυγραμμισθούν τα αμερικανικά συμφέροντα με τις αμερικανικές αξίες» ως προς την χάραξη πολιτικής στην περιοχή, έπεισε τις πετρελαϊκές μοναρχίες ότι θα πρέπει να πάρουν την ασφάλειά τους στα χέρια τους.

«Γιατί να μην επιχειρήσουμε τη μετατροπή του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου σε ένα σύνολο σαν την Ε.Ε.; Γιατί να μη δημιουργήσουμε κοινό στρατό; Γιατί να μην αποκτήσουμε πυρηνική αποτρεπτική ικανότητα απέναντι στα πυρηνικά όπλα του Ιράν (αν οι διεθνείς προσπάθειες δεν κατορθώσουν να το σταματήσουν) ή του Ισραήλ;» αναρωτήθηκε ρητορικά σε ομιλία του στις 22 Μαρτίου στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ο πρίγκηπας Τουρκί-αλ-Φαϊσάλ, άλλοτε επικεφαλής των σαουδαραβικών μυστικών υπηρεσιών και μετέπειτα πρέσβυς στη Ουάσιγκτον.

Άλλωστε οι Σαουδάραβες με ανησυχία παρατηρούν ότι η αποτυχία του αμερικανικού σχεδίου για μια «Νέα Μέση Ανατολή» στην πραγματικότητα άνοιξε το δρόμο για την ενίσχυση του μεγάλου περιφερειακού ανταγωνιστή του Ριάντ: η Τεχεράνη ήδη ελέγχει εμμέσως (μέσω των σιιτικών κομμάτων) το Ιράκ, από το οποίο προβλέπεται να αποχωρήσουν στο τέλος του έτους οι αμερικανικές δυνάμεις, αλλά και τον Λίβανο, μετά την επικράτηση της οργάνωσης Χεζμπολλάχ. Τα τηλεγραφήματα της Wikileaks στα οποία η Σαουδαραβική πλευρά μετ’ επιτάσεως καλεί τη Ουάσιγκτον να «κόψει το κεφάλι του [ιρανικού] φιδιού» είναι χαρακτηριστικά.

Ο συναγερμός σήμανε όταν το κύμα των εξεγέρσεων έφθασε στο Μπαχρέιν, με την σιιτική πλειοψηφία του πληθυσμού να διεκδικεί πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, αν όχι και την ανατροπή της σουνιτικής δυναστείας του νησιωτικού βασιλείου. Στις 14 Μαρτίου, έναν μήνα μετά το ξέσπασμα των διαδηλώσεων (και δύο ημέρες μετά από επίσκεψη του Γκέιτς στην Μανάμα...) ο στρατός της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων εισέβαλε κατόπιν πρόσκλησης του βασιλιά του Μπαχρέιν και κατέστειλε «παραδειγματικά» την εξέγερση, ενώ το Στέιτ Ντιπάρτμεντ μιλούσε ακόμη για την ανάγκη πολιτικού διαλόγου.

Το αντάλλαγμα δεν άργησε να έρθει όταν με παρόντα 11 (επί συνόλου 22) κράτη-μέλη του Αραβικού Συνδέσμου και παρά της αντιρρήσεις της Αλγερίας και της Συρίας οι ίδιες αυτές χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, έδωσαν την πολυπόθητη αραβική νομιμοποίηση στην διεθνή επέμβαση στη Λιβύη – παλαιό εχθρό της Σαουδικής Αραβίας.

Την ίδια στιγμή, στα νότια της Αραβικής Χερσονήσου, το Ριάντ και οι εταίροι του προσπαθούν να διασώσουν ει δυνατόν τον επί 32 χρόνια πρόεδρο της Υεμένης Αλί Αμπντάλλα Σάλεχ, μεσολαβώντας τις μέρες αυτές μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, μετά από σειρά αιματηρών διαδηλώσεων και την αποσκίρτηση σημαντικών φυλάρχων και στρατιωτικών.

Ωστόσο, η πεισματική αντίσταση των μοναρχών του Κόλπου σε οποιαδήποτε αλλαγή και η επιμονή τους να διαβάζουν την πραγματικότητα υπό το πρίσμα των διαφορετικών θρησκευτικών σεκτών, κινδυνεύει να μετατραπεί σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία κρίσης.

Έτσι, ενώ στο Μπαχρέιν η άγρια καταστολή συνεχίζεται (με το καταριανό Al Jazeera να κοιτά αλλού...), στο Κουβέιτ, όπου επίκειται η εκτέλεση τριών καταδικασμένων ως κατασκόπων για λογαριασμό του Ιράν, η αντι-σιιτική υστερία του Τύπου κορυφώνεται και στην ίδια τη Σαουδική Αραβία η υπόκωφη δυσφορία της σιιτικής μειονότητας (15% του πληθυσμού) σιγοβράζει. Όπως επισημαίνει σε έκθεσή της η οργάνωση International Crisis Group, η επέμβαση στο Μπαχρέιν μετατρέπει ένα εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα σε περιφερειακό.

(Capital, 7/4/2011)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM