Skip to main content
Menu
English edition

IEA: Αλλάζει η σχέση μεταξύ εγκατεστημένης ισχύος και ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια λόγω ΑΠΕ

Στην ετήσια έκθεσή του για τις εξελίξεις στην ενέργεια του 2016 (World Energy Outlook), ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΙΕΑ) επισημαίνει ότι στον τομέα του ηλεκτρισμού συντελείται κατά τι λιγότερο από το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης ενέργειας, την ώρα που το μερίδιό του αυξάνεται σταθερά σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Καθώς αυξάνεται το μερίδιο του τομέα των υπηρεσιών, όπως αυτός προσδιορίζεται από τα διεθνή στατιστικά πρότυπα, στην παγκόσμια οικονομία, το ποσοστό της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια στην τελική χρήση ενέργειας βαίνει επίσης αυξητικά.

Η αύξηση του μέσου εισοδήματος στις αναπτυσσόμενες χώρες είναι πιθανό να προκαλέσει αυξημένη ζήτηση υπηρεσιών ηλεκτρικής ενέργειας, π.χ. για κλιματισμό, ψύξη, φωτισμό και ψηφιακές υπηρεσίες.

Σε αυτή τη βάση προκύπτει ως βασική προτεραιότητα η επέκταση της παροχής αξιόπιστης ηλεκτρικής ενέργειας σε όλους τους κατοίκους των αναπτυσσόμενων χωρών, τη στιγμή που σήμερα περίπου 1,2 δισ. άνθρωποι στερούνται την πρόσβαση στο ηλεκτρικό ρεύμα.

Η αυξανόμενη σημασία του ηλεκτρικού τομέα

Ο ΙΕΑ κάνει τρεις βασικές παρατηρήσεις ως προς την αυξανόμενη σημασία του ηλεκτρικού τομέα στο διεθνή ενεργειακό χάρτη.

Α) Ενώ οι εισαγωγή νέας ισχύος στην ηλεκτροπαραγωγή αντιστοιχεί σε περίπου 40% των κύριων ενεργειακών απαιτήσεων σήμερα, το ποσοστό αυτό εκτιμάται ότι θα αντιστοιχεί περίπου στο μισό της χρήσης ενέργειας το 2040.

Β) Οι επενδύσεις σε μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, καθώς και σε δίκτυα μεταφοράς και διανομής εκτιμάται ότι θα αντιστοιχούν περίπου στο 47% των περίπου 15,3 τρισ. δολαρίων που θα επενδυθούν για την παροχή ενέργειας την επόμενη δεκαετία. Σε κάποιες χώρες, μεγάλο μέρος των παλαιών μονάδων παραγωγής είναι πολύ πιθανό να χρειαστούν αντικατάσταση, ενώ σε άλλες χώρες θα χρειαστεί να κατασκευαστούν νέες μονάδες, αλλά και νέες γραμμές μεταφοράς, προκειμένου να τροφοδοτηθεί η οικονομική ανάπτυξη και να ικανοποιηθούν οι ανάγκες της αναδυόμενης «μεσαίας τάξης».

Γ) Είναι δεδομένο ότι ο ηλεκτρικός τομέας βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των προσπαθειών της διεθνούς κοινότητας να από-ανθρακοποιηθεί το ενεργειακό σύστημα. Με τα σημερινά δεδομένα, οι ανθρακικές εκπομπές του ηλεκτρικού τομέα αντιστοιχούν στο 42% των συνολικών.

Ο ΙΕΑ υπογραμμίζει ότι την τελευταία δεκαετία έχει αυξηθεί σε πάνω από 150 (έναντι λιγότερων από 20 πριν από 10 χρόνια) ο αριθμός των κρατών που παρέχουν στοχευμένη στήριξη στην ανάτπυξη των ΑΠΕ. Η επίτευξη της συμφωνίας του Παρισιού για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής αναμένεται να προσδώσει ακόμα μεγαλύτερη ένταση στις προσπάθειες της διεθνούς κοινότητας να περιορίσει την συμμετοχή του άνθρακα στην ηλεκτροπαραγωγή.

Ο ΙΕΑ σημειώνει ότι το 2015 οι προσθήκες ισχύος από ΑΠΕ ξεπέρασαν, σε παγκόσμια βάση, αυτές από όλες τις υπόλοιπες πηγές ενέργειας αθροιστικά για πρώτη φορά στην ιστορία. Επίσης, η συνολικά εγκατεστημένη ισχύς από ΑΠΕ ξεπέρασε αυτή των ανθρακικών μονάδων.

Οι εξελίξεις στην ηλεκτροπαραγωγή

Σύμφωνα με τα στοιχεία που αποτυπώνονται στην έκθεση του ΙΕΑ, η ανάπτυξη της ηλεκτροπαραγωγής σημειώνει διακριτή επιβράδυνση από το 2013, καταγράφοντας ποσοστό μόλις 1,5% κατά μέσο όρο. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο ρυθμός αυτός αντιστοιχεί περίπου στο μισό του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ παγκοσμίως. Μάλιστα, το 2015 ο ρυθμός ήταν μόλις 1%.

Αντιθέτως, την περίοδο 1990-2012 η αύξηση της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια έφτανε το 3% ετησίως, ποσοστό που αντιστοιχεί σε παρόμοιο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ, το οποίο την ίδια περίοδο αυξανόταν με ρυθμό 3,4%.

Η επιβράδυνση στην ανάπτυξη της ζήτησης, σε συνδυασμό με την επέκταση της εγκατεστημένης ισχύος από ΑΠΕ, οδήγησε σε στασιμότητα της ηλεκτροπαραγωγής από ανθρακικά καύσιμα το 2014 και σε πτώση της κατά περίπου 3,5% το 2015, παγιώνοντας έτσι την αντιστροφή της ισχυρής τάσης σταθερής ανάπτυξης από τις αρχές του αιώνα.

Η ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο αυξήθηκε κατά περίπου 9% από το 2013 έως το 2015, με την ανάπτυξη των ΑΠΕ να είναι ακόμα πιο γρήγορη, με αποτέλεσμα οι μονάδες ΑΠΕ να προσπεράσουν τις μονάδες φυσικού ως προς τη συμμετοχή στο διεθνές ενεργειακό μίγμα.

Η αλληλεπίδραση μεταξύ πηγών ενέργειας χαμηλών εκπομπών και της ηλεκτροπαραγωγής από ορυκτά καύσιμα είναι ίσως το μείζον ζήτημα της εποχής, τουλάχιστον ως προς την ηλεκτρική ενέργεια.

Οι πολιτικές στήριξης νέων τεχνολογιών, όπως τα αιολικά και τα φωτοβολταϊκά συχνά οδηγούν σε προκαθορισμένη αύξηση του μεριδίου τους, με αποτέλεσμα, παρότι το κόστος του λιγνίτη και του φυσικού αερίου να είναι σε αρκετές περιπτώσεις χαμηλότερο, το μερίδιο της συμμετοχής των δυο αυτών καύσιμων να μειώνεται στην ηλεκτροπαραγωγή αρκετών χωρών και μάλιστα συχνά ανταγωνίζονται η μια την άλλη.

Επιπροσθέτως, οι χαμηλές τιμές στη χονδρική αγορά σε αρκετές χώρες προξενούν σημαντική αβεβαιότητα ως προς το κατά πόσο υπάρχει κίνητρο για επενδύσεις σε μονάδες θερμικής ισχύος.  

Οι προβλέψεις για το μέλλον

Εφόσον υιοθετηθούν όλα τα διακηρυγμένα, αλλά μη θεσπισμένα ακόμα μέτρα που έχουν εξαγγελθεί από διάφορες πλευρές για τη μετάβαση στην «καθαρή ενέργεια», ο ΙΕΑ εκτιμά ότι η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια θα αυξάνεται με ρυθμό 2% ετησίως, καταλήγοντας 66% πάνω από τα σημερινά επίπεδα το 2040, την ώρα που ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης αναμένεται να είναι της τάξης του 3,4%.

Μια τέτοια εξέλιξη συνιστά σημαντική αλλαγή σε σχέση με την περίοδο 1990-2014, όταν οι δυο ρυθμοί ουσιαστικά συνέπιπταν.

Η έκθεση σημειώνει ότι μέτρα για την ενίσχυση της ενεργειακής αποδοτικότητας, καθώς και μακροοικονομική και δημογραφικοί παράγοντες οδηγούν σε επιβράδυνση της ανάπτυξης της ηλεκτρικής ενέργειας σε αρκετές ώριμες οικονομίες.

Περίπου το μισό της παγκόσμιας αύξησης της ζήτησης καταγράφεται στην Κίνα και την Ινδία, όπου αφορά κυρίως ζήτηση σε οικίες (23%) και βιομηχανίες (21%).

Όλοι οι τελικοί καταναλωτές, εκτός των χωρών του ΟΟΣΑ βλέπουν το μερίδιό τους στην ηλεκτρική ενέργεια να αυξάνεται από 12% το 2000 σε 23% της τελικής χρήσης μέχρι το 20140.

Η έκθεση του ΙΕΑ αποτυπώνει τη διακριτή τάση διαφοροποίησης και από-ανθρακοποίησης της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας παγκοσμίως, με τις πηγές χαμηλών ανθρακικών εκπομπών να παίρνουν τα ηνία από τον άνθρακα μέχρι το 2020.

Συγκεκριμένα, το μερίδιο της ανθρακικής ηλεκτροπαραγωγής εκτιμάται ότι θα μειωθεί από 40% σήμερα σε 28% το 2040. Μέχρι τότε, το μερίδιο της παραγωγής από ΑΠΕ, και ιδίως από αιολικά, φωτοβολταϊκά και βιοενέργεια θα αυξηθεί από το σημερινό 6% στο 20%.

Σημειώνεται ότι η Κίνα ήδη παράγει σχεδόν όλη την επιπρόσθετη ισχύ της από ΑΠΕ, πυρηνικά και φυσικό αέριο.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, εκτιμάται ότι μέχρι το 2040 η παραγωγή μιας μονάδας ηλεκτρικού ρεύματος θα απαιτεί 33% λιγότερες ανθρακικές εκπομπές σε σχέση με σήμερα. Την ίδια στιγμή, πάντως, οι εκπομπές από την ηλεκτροπαραγωγή θα αυξάνονται κατά 6%.

Η σχέση μεταξύ ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια και εγκατεστημένης ισχύος αναμένεται να αλλάξει. Κάθε νέα μονάδα παραγωγής προβλέπεται ότι θα χρειάζεται περίπου 40% περισσότερη ισχύ σε σχέση με την περίοδο 1990-2010, καθώς το μερίδιο των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά.

Ο λόγος για αυτό είναι ότι ο συντελεστής ισχύος των φωτοβολταϊκών και των αιολικών είναι χαμηλότερος σε σχέση με τις θερμικές μονάδες, που ήταν η προτιμητέα επιλογή την προηγούμενη περίοδο. Συνακόλουθα, εκτιμάται ότι η εγκατεστημένη ισχύς θα πλησιάσει τις 11200GW το 2040, με τα 2/3 της αύξησης να αναλογούν στις ΑΠΕ.

Μια ακόμα ενδιαφέρουσα εκτίμηση που περιλαμβάνεται στην έκθεση του ΙΕΑ είναι ότι για την επέκταση και τη συντήρηση του ηλεκτρικού τομέα θα απαιτηθούν επενδύσεις ύψους 19,2 τρισ. δολαρίων μέχρι το 2040, με το 40% εκ αυτών να αφορά τη μεταφορά και τη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας. Περίπου το 35% των επενδύσεων θα κατευθυνθεί στην αντικατάσταση αποσυρόμενων μονάδων. Το 63% των επενδύσεων σε νέες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής θα αφορά μονάδες ΑΠΕ, περίπου το 25% θα αφορά μονάδες οι οποίες θα λειτουργούν με ορυκτά καύσιμα και το υπόλοιπο ποσοστό θα αφορά πυρηνικές μονάδες.

Σε περίπτωση που υιοθετηθούν τελικά οι πιο αποφασιστικές πολιτικές για τη μετάβαση στην «καθαρή ενέργεια» που έχουν προταθεί από διάφορες πλευρές, τα μέτρα για την ενίσχυση της ενεργειακής αποδοτικότητας αναμένεται να επιβραδύνουν την ανάπτυξη της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια κατά 30% πλέον του προηγούμενου σεναρίου.

Σε μια τέτοια περίπτωση, η ανάπτυξη στον τομέα των ηλεκτρικών οχημάτων δε θα αντισταθμίσει τη χαμηλότερη ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια προς οικιακή και βιομηχανική χρήση.

Στο ίδιο σενάριο, η ηλεκτροπαραγωγή με χρήση ορυκτών καυσίμων θα μειωθεί από το περίπου 66% του ενεργειακού μίγματος σήμερα σε περίπου 15% το 2040, ενώ το ποσοστό της μείωσης θα καλυφθεί από πηγές χαμηλών ανθρακικών εκπομπών, όπως ΑΠΕ, πυρηνικά, αλλά και μονάδες λιγνίτη και φυσικού αερίου με CCS. Στην περίπτωση αυτή, οι εκπομπές του τομέα ηλεκτρισμού θα μειωθούν στο 25% του σημερινού τους επιπέδου.

Έτσι λοιπόν, ο τομέας του ηλεκτρισμού θα συνεισφέρει κατά 60% επιπλέον στη μείωση των εκπομπών σε σχέση με το προηγούμενο σενάριο.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα