Η επιτάχυνση της μεταρρυθμιστικής πορείας τον επόμενο ενάμιση χρόνο, κλειδί για την ευημερία της χώρας και την επιτυχία της Νέας Δημοκρατίας
Στις προκλήσεις για το μέλλον της οικονομίας αναφέρθηκε στην ομιλία του ο βουλευτής επικρατείας της ΝΔ και πρώην υπουργός ΠΕΝ, Θεόδωρος Σκυλακάκης, στη συνεδρίαση με θέμα “Κύρωση του Κρατικού Προϋπολογισμού οικονομικού έτους 2026”.
Όπως σημείωσε η σημαντικότερη πρόκληση για την οικονομία παραμένει το επενδυτικό κενό και τόνισε ότι, "είναι απολύτως επείγον να αυξηθεί η παραγωγική δυναμικότητα της οικονομίας, αλλιώς στο μέλλον θα έχουμε αρνητικές εξελίξεις".
Αναλυτικά η ομιλία του κ. Σκυλακάκη:
Κύριε πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κύριε υπουργέ, αγαπητέ Θάνο.
O προϋπολογισμός του 2026 έρχεται στον έβδομο χρόνο της διακυβέρνησής μας και είναι η κατάλληλη στιγμή να αποτιμήσουμε την πορεία της οικονομίας μέχρι σήμερα και τις μελλοντικές προοπτικές της.
Να ξεκινήσω από τα προφανή, που πολλές φορές τα αφήνουμε ασχολίαστα. Αν μας έλεγε κάποιος το 2019 ότι το 2026 θα είχαμε 260 δισεκατομμύρια ΑΕΠ, ανεργία στο 7% και μείωση του δημοσίου χρέους κάτω από το 140% του ΑΕΠ και θα είχαν εντωμεταξύ μεσολαβήσει δύο τεράστιες και καταστροφικές για το ΑΕΠ κρίσεις (η πανδημία και η τεράστια αύξηση των τιμών ενέργειας που και οι δύο είχαν συντριπτικά αποτελέσματα στο ΑΕΠ, αρνητικά και εξωγενή), δεν θα το πίστευε.
Για την ακρίβεια πριν έρθουμε στην κυβέρνηση το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που είναι ουδέτερος παράγων, προέβλεπε για την Ελλάδα του 2024 ανάπτυξη αναιμική 1,2%, ανεργία στο 13,6% και ΑΕΠ 3 δις χαμηλότερο από αυτό που πραγματοποιήσαμε το 2024 σε πραγματικούς όρους και προειδοποιούσε ότι η Ελλάδα, και ανοίγω εισαγωγικά, «είναι ευάλωτη σε μία σειρά από εξωτερικά και εσωτερικά σοκ». Αυτά το 19, πριν έρθουν τα σοκ αυτά. Τα σοκ ήρθαν, ήταν δύο και ήταν τρομακτικά, η πανδημία χωρίς ιστορικό προηγούμενο για 100 χρόνια τουλάχιστον. Παρόλαυτα η οικονομία άντεξε με τρόπο που κανείς δεν ανέμενε, χάρη στις μεταρρυθμίσεις που κάναμε την ώρα που αντιμετωπίζαμε εκείνες τις πρωτοφανείς κρίσεις και στις πολιτικές που εφαρμόσαμε. Γιατί ακολουθήσαμε τότε την περίφημη φράση, που είχε πει ένας σύμβουλος του Obama το 2008, «Never let a good crisis go to waste», ποτέ μην αφήσεις μια κρίση να πάει χαμένη!
Πολλές από τις πολιτικές που έγιναν εκείνη την εποχή, δεν κατανοήθηκαν στην πλήρη έκταση τους, κι εμείς δεν τις εξηγήσαμε, αν θέλετε, όταν υιοθετήθηκαν. Ήταν άλλες οι προτεραιότητες. Παράδειγμα η επιστρεπτέα προκαταβολή που ήταν αρχικά μία δική μου ιδέα που την επεξεργαστήκαμε με τον Θάνο Πετραλιά και με τον Υπουργό τον κ. Σταϊκούρα. Είχε μεγάλη έκταση, έφτασε τα οκτώ δις, αλλά είχε και κάποια πολύ ενδιαφέροντα δομικά χαρακτηριστικά. Ήταν ένας αλγόριθμος ο οποίος για πρώτη φορά στην ιστορία της Ελλάδας ευνοούσε συντριπτικά τους συνεπείς επιχειρηματίες, τους μικρομεσαίους συνεπείς επιχειρηματίες (γιατί η επιστρεπτέα ήταν όλη για τους μικρομεσαίους) σε σχέση με τους φοροφυγάδες. Πώς το έκανε αυτό; Με έναν πολύ απλό τρόπο. Στηριζόταν στο περιθώριο κέρδους της τελευταίας τριετίας. Ό,τι είχες δηλώσει έπαιρνες. Ό,τι δεν είχες δηλώσει δεν το έπαιρνες. Αυτό είχε πολύ μεγάλες συνέπειες γιατί οι περισσότερο συνεπείς υπήρχαν στην αγορά, (μικρομεσαίοι) γιατί ήταν πιο ανταγωνιστικοί. Γιατί αν δεν ήταν ανταγωνιστικοί και έκαναν λιγότερη φοροδιαφυγή, δε θα ήταν στην αγορά, είναι προφανές αυτό. Και αυτοί γύρισαν πίσω, στα επόμενα χρόνια, και ανάπτυξη και επενδύσεις και λευκές θέσεις εργασίας και συνέβαλλαν πολύ σημαντικά στη δυναμική που έδειξε η οικονομία από το 22 έως το 24 παρά την ενεργειακή κρίση. Αποτιμώντας όλη την περίοδο από πλευράς οικονομικής πολιτικής θα έλεγα ότι η παραδειγματική δημοσιονομική διαχείριση, η μεγάλη μείωση της φοροδιαφυγής, (χάρη στα μέτρα που λάβαμε προπαντός στα θέματα ηλεκτρονικών συναλλαγών) που αποτιμάται και στα δημόσια έσοδα και η δραστική μείωση της ανεργίας, είναι τα μεγάλα επιτεύγματα της οικονομικής μας πολιτικής. Σ’ αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε τη μεγάλη πραγματική αύξηση του κατώτατου μισθού, τη σημαντική αύξηση του μέσου μισθού και κάτι για το οποίο δε μιλάμε συνήθως, την αύξηση της περιουσίας των ελληνικών νοικοκυριών από τα 687 στα 963 δις ευρώ (στοιχεία Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας), η οποία για σημαντικό ποσοστό των νοικοκυριών, αλλά όχι δυστυχώς για τα περισσότερα, αντισταθμίζει εν μέρει τις πιέσεις στα εισοδήματα που προκάλεσε ο υψηλός πληθωρισμός. Αυτή είναι η θετική πλευρά, Η αρνητική πλευρά αυτής της εξέλιξης είναι ότι στα μεγάλα αστικά κέντρα, επειδή δεν έχει αυξηθεί επαρκώς η προσφορά ακινήτων, πιέζει αρνητικά τα εισοδήματα αυτών που νοικιάζουν κατοικία.
Πού βρισκόμαστε σήμερα και ποιες είναι οι προκλήσεις για το μέλλον της οικονομίας. Η σημαντικότερη πρόκληση για την οικονομία παραμένει το επενδυτικό κενό. Το 2024 έκλεισε με 17% μερίδιο επενδύσεων στο Α.Ε.Π., με τα τελευταία αναθεωρημένα στοιχεία. Πολύ πάνω από το 11% που παραλάβαμε το 2019, αλλά ακόμη κάτω από το 21% που είναι ο μέσος όρος της ευρωζώνης. Αυτό σημαίνει ότι συνεχίζουμε, όλα τα χρόνια από την αρχή της κρίσης το 2009, να χάνουμε ανταγωνιστικότητα διότι οι άλλες οικονομίες έχουν περισσότερες επενδύσεις ως προς το ποσοστό του ΑΕΠ από ότι εμείς. Κι αυτοί είναι οι άμεσοι ανταγωνιστές μας κι αυτό αθροίζεται στον χρόνο. Ταυτόχρονα το παραγωγικό κενό (output gap) είναι θετικό και προσεγγίζει το τρία -για το 2026- όταν στην ευρωζώνη έχουμε - ελαφρά αρνητικό output gap. Αυτό σημαίνει ότι η οικονομία αξιοποιεί -αυτήν τη στιγμή- πλήρως το δυναμικό της και μπαίνει σε περιοχή υπεραξιοποίησης του δυναμικού. Αυτό στα οικονομικά σημαίνει ότι είναι απολύτως επείγον να αυξηθεί η παραγωγική δυναμικότητα της οικονομίας, αλλιώς στο μέλλον θα έχουμε αρνητικές εξελίξεις. Και αυτό πρακτικά σημαίνει ότι πρέπει να να επιταχυνθούν οι μεταρρυθμίσεις στο επόμενο ενάμιση χρόνο που μεσολαβεί μέχρι τις εκλογές και να συνεχίσουν δυναμικά και μετά τις εκλογές.
Πολιτικά η παραδοσιακή αντίληψη θεωρεί ότι σε προεκλογικές χρονιές δεν πρέπει να γίνονται μεταρρυθμίσεις. Η παραδοσιακή αντίληψη αυτή δεν ισχύει για την Ελλάδα που έχει τις εμπειρίες των μνημονίων. Έχουμε ένα τελείως διαφορετικό εκλογικό σώμα πολύ πιο ώριμο. Γι’ αυτό και μας αντάμειψε το 2023 γιατί κάναμε μεταρρυθμίσεις την ώρα που υπήρχαν οι δύο εκείνες μεγάλες κρίσεις. Ειδικά η αντιπολίτευσή που, κατά σύστημα στην πλειοψηφία της, πολεμά τις μεταρρυθμίσεις, θα πρέπει να το λάβει αυτό υπόψη διότι στις εκλογές τρίτης τετραετίας η διατήρηση της μεταρρυθμιστικής δυναμικής είναι το ισχυρότερο εχέγγυο για ένα θετικό πολιτικό αποτέλεσμα για την κυβέρνηση και το αντίθετο, για ένα κακό εκλογικό αποτέλεσμα για την αντιπολίτευση.
Ιδίως όταν, όπως όλοι διαπιστώνουμε και στη σημερινή συζήτηση, η Νέα Δημοκρατία παραμένει δυστυχώς για τη χώρα, το μόνο κόμμα το οποίο έχει πραγματικές προθέσεις και ικανότητες για να υλοποιεί μεταρρυθμίσεις και την πρόθεση να συνεχίσει να το κάνει. Η αντιπολίτευση είναι προσκολλημένη στο παρελθόν -στη μεγάλη της πλειοψηφία. Σε μία περίοδο τεράστιων κοσμογονικών αλλαγών στη δομή των κοινωνιών και των οικονομιών, που προσφέρουν τεράστιες ευκαιρίες για όσους πρωτοπορήσουν και διαχειριστούν σωστά τη νέα τεχνολογία και κρύβουν τεράστιους κινδύνους για όσους μένουν προσκολλημένοι στο παρελθόν. Για την Ελλάδα ειδικά που εξακολουθεί να έχει απόλυτη ανάγκη μια μεγάλη πρόσθετη αύξηση των επενδύσεων οι τολμηρές μεταρρυθμίσεις είναι ο μοναδικός δρόμος που έχουμε για το μέλλον.