Skip to main content
Menu

Η ασταμάτητη πορεία προς την καθαρή ενέργεια

Οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και άλλων αερίων του θερμοκηπίου λόγω της ανθρώπινης δραστηριότητας αυξάνουν την παγκόσμια μέση θερμοκρασία, διαταράσσουν τα καιρικά φαινόμενα και οξειδώνουν τον ωκεανό. Αν παραμείνουν ανεξέλεγκτες, οι εκπομπές αυτές θα προκαλέσουν αύξηση της θερμοκρασίας κατά τουλάχιστον 4 βαθμούς Κελσίου ως το 2100 και κατά 1,5-2 φορές παραπάνω σε περιοχές που βρίσκονται στην ενδοχώρα και ψηλά στο βορρά. Αν και η κατανόησή μας για τις επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής γίνεται ολοένα και πιο ξεκάθαρη, εξακολουθεί να γίνεται λόγος για την κατεύθυνση που θα πρέπει να λάβει η αμερικανική πολιτική – μια συζήτηση που διεξάγεται έντονα κατά τη διάρκεια της τωρινής προεδρικής μετάβασης. Όμως, αν αφήσουμε στην άκρη τα βραχυπρόθεσμα πολιτικά θέματα, υπάρχει πλήθος οικονομικών και επιστημονικών στοιχείων που με κάνουν να θεωρώ ότι η τάση προς μια «πράσινη» οικονομία που προέκυψε κατά τη διάρκεια της προεδρίας μου, θα συνεχιστεί, όπως και η οικονομική ευκαιρία για τη χώρα μας να εκμεταλλευτεί αυτή την τάση. Αυτό το άρθρο θα επικεντρωθεί στους τέσσερις λόγους για τους οποίους πιστεύω πως η στροφή προς την «πράσινη» ενέργεια είναι μη αναστρέψιμη.

Οι οικονομίες αναπτύσσονται, οι εκπομπές μειώνονται

Οι ΗΠΑ δείχνουν ότι ο περιορισμός των εκπομπών ρύπων δεν χρειάζεται να είναι αντίθετος προς την οικονομική ανάπτυξη. Αντιθέτως, μπορεί να ενισχύσει την αποδοτικότητα, την παραγωγικότητα και την καινοτομία.

Από το 2008, οι ΗΠΑ βίωσαν την πρώτη παρατεταμένη περίοδο πτώσης των εκπομπών ρύπων με ταυτόχρονη οικονομική ανάπτυξη. Πιο συγκεκριμένα, οι εκπομπές του ενεργειακού κλάδου υποχώρησαν κατά 9,5% από το 2008 ως το 2015, ενώ η οικονομία αναπτύχθηκε κατά 10%. Κατά την ίδια περίοδο, η ποσότητα καταναλώμενης ενέργειας ανά μονάδα του ΑΕΠ υποχώρησε κατά σχεδόν 11%, οι εκπομπές CO2 ανά μονάδα ενέργειας μειώθηκαν κατά 8% και οι εκπομπές CO2 ανά μονάδα του ΑΕΠ έπεσαν κατά 18%.

Η σημασία αυτής της τάσης δεν πρέπει να μας διαφύγει. Η αποσύνδεση των εκπομπών του ενεργειακού τομέα από την οικονομική ανάπτυξη πρέπει να δώσει τέλος στο επιχείρημα ότι η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής απαιτεί την αποδοχή χαμηλότερων ρυθμών ανάπτυξης και μειωμένου επιπέδου διαβίωσης. Στην πραγματικότητα, αν και αυτή η αποσύνδεση είναι πιο αισθητή στις ΗΠΑ, υπάρχουν ενδείξεις ότι οι οικονομίες ανά τον κόσμο μπορούν να αναπτυχθούν χωρίς να αυξάνονται οι ρύποι. Η πρώτη εκτίμηση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΙΕΑ) για τις εκπομπές σε σχέση με την ενέργεια το 2015, φανερώνει ότι αυτές έμειναν σταθερές σε ετήσια βάση, ενώ η παγκόσμια οικονομία αναπτύχθηκε. Ο ΙΕΑ σημειώνει πως «υπήρξαν μόλις τέσσερις περίοδοι τα τελευταία 40 χρόνια όπου οι εκπομπές έμειναν σταθερές ή μειώθηκαν ετησίως και τρεις από αυτές – οι αρχές του 1980, το 1992 και το 2009 – συνδέονται με παγκόσμια οικονομική ύφεση. Αντιθέτως, η πρόσφατη επιβράδυνση των εκπομπών ήρθε σε μια περίοδο οικονομικής ανάπτυξης.

Ταυτόχρονα, πολλαπλασιάζονται οι ενδείξεις ότι μια οικονομική στρατηγική που αγνοεί τη ρύπανση θα επιβάλει τεράστια κόστη στην παγκόσμια οικονομία και θα έχει ως αποτέλεσμα λιγότερες θέσεις εργασίας και χαμηλότερη ανάπτυξη μακροπρόθεσμα. Οι εκτιμήσεις για την επίδραση της ανόδου της θερμοκρασίας κατά 4 βαθμούς κάνουν λόγο για 1-5% του παγκόσμιου ΑΕΠ κάθε χρόνο μετά το 2100. Ένα από τα πιο συνηθισμένα οικονομικά μοντέλα υπολογίζει τις ετήσιες απώλειες στο 4%, γεγονός που θα στοιχίσει στις ΗΠΑ 340-690 δις. δολάρια ετησίως σε απολεσθέντα κρατικά έσοδα.

Επιπλέον, οι εκτιμήσεις αυτές δεν περιλαμβάνουν την πιθανότητα πρόκλησης καταστροφικών γεγονότων από τις εκπομπές ρύπων, όπως η επιταχυνόμενη σμύκρινση των πάγων στη Γροιλανδία και την Ανταρκτική, δραστικές αλλαγές στα ωκεάνια ρεύματα ή μεγάλες εκλύσεις αερίων του θερμοκηπίου από παγωμένα εδάφη και ιζήματα, οι οποίες θα επιτάχυναν έντονα την παγκόσμια θέρμανση. Παράλληλα, οι εκτιμήσεις λαμβάνουν υπόψη τις οικονομικές ζημιές, αλλά δεν απαντούν στο κρίσιμο ερώτημα του αν ο υποβόσκων ρυθμός ανάπτυξης (εκτός του επιπέδου του ΑΕΠ) θα επηρεαστεί από την κλιματική αλλαγή, άρα οι μελέτες ενδεχομένως να υποτιμούν σοβαρά τις πιθανές ζημιές στην παγκόσμια μακροοικονομία.

Ως αποτέλεσμα, γίνεται ολοένα και πιο ξεκάθαρο ότι ασχέτως της εγγενούς αβεβαιότητας στις μελλοντικές προβλέψεις για το κλίμα, οι επενδύσεις που χρειάζονται για τη μείωση των εκπομπών – και για την προστασία από την κλιματική αλλαγή που αναμένεται – θα είναι μικρές σχετικά με τα οφέλη που θα προκύψουν μέσω της αποφυγής των χειρότερων κλιματικών ζημιών. Αυτό σημαίνει ότι στα επόμενα χρόνια τα κράτη, οι ΟΤΑ και οι επιχειρήσεις θα πρέπει να συνεχίσουν να προχωρούν σε αυτές τις κρίσιμες επενδύσεις, αλλά και στη λήψη λογικών βημάτων για την ενημέρωση των φορολογούμενων, των ιδιοκτητών, των μετόχων και των καταναλωτών. Ο κλάδος των ασφαλίσεων ήδη λαμβάνει τέτοια βήματα, καθώς τα αναλυτικά του μοντέλα δείχνουν έναν αυξανόμενο κλιματικό κίνδυνο.

Μειώσεις των εκπομπών στον ιδιωτικό τομέα

Πέρα από τα μακροοικονομικά, οι επιχειρήσεις συμπεραίνουν ότι η μείωση των εκπομπών δεν είναι καλές μόνο για το περιβάλλον, αλλά επίσης για τους προϋπολογισμούς τους, για μειωμένα κόστη προς τους καταναλωτές και για επιστροφές προς τους μετόχους.

Ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι η ενεργειακή αποδοτικότητα. Το κράτος έπαιξε ρόλο στην ενθάρρυνση αυτών των επενδύσεων και καινοτομιών: Η κυβέρνησή μου έθεσε α) κανόνες κατανάλωσης καυσίμου που είναι επωφελείς και προβλέπεται να εξοικονομήσου 8 δις. τόνους εκπομπών στη διάρκεια ζωής των νέων οχημάτων που θα πωληθούν από το 2012 ως το 2029 και β) 44 κανονισμούς και οικοδομικούς κώδικες που προβλέπεται να εξοικονομήσουν 2,4 δις. τόνους εκπομπών και 550 δις. δολάρια για τους καταναλωτές ως το 2030.

Τελικά, όμως, οι επενδύσεις αυτές γίνονται από επιχειρήσεις που αποφασίζουν να περιορίσουν τις ενεργειακές δαπάνες τους ώστε να γλιτώσουν χρήματα και να επενδύσουν σε άλλους τομείς. Για παράδειγμα, η Alcoa έθεσε στόχο μείωσης της έντασης ρύπων της κατά 30% ως το 2020 σε σχέση με το 2005 και η General Motors σε μείωση 20% σε σχέση με το 2011. Τέτοιες επενδύσεις συμβάλλουν στο αποτέλεσμα που παρατηρούμε σε ολόκληρη την οικονομία: Η συνολική ενεργειακή κατανάλωση το 2015 ήταν 2,5% χαμηλότερη από το 2008, ενώ η οικονομία ήταν 10% μεγαλύτερη.

Αυτού του είδους η εταιρική λήψη αποφάσεων μπορεί να εξοικονομήσε χρήματα, αλλά έχει και τη δυνατότητα δημιουργίας καλών θέσεων εργασίας. Μια έκθεση του υπουργείου Ενέργειας των ΗΠΑ που δημοσιεύτηκε αυτή την εβδομάδα δείχνει ότι περίπου 2,2 εκατ. Αμερικανοί απασχολούνται σήμερα στο σχεδιασμό, εγκατάσταση και παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών που σχετίζονται με την ενεργειακή αποδοτικότητα. Συγκριτικά, 1,1 εκατ. Αμερικανοί απασχολούνται στα ορυκτά καύσιμα και τη χρήση τους για την ηλεκτροπαραγωγή. Οι πολιτικές που συνεχίζουν να ενθαρρύνουν τις επιχειρήσεις να μειώσουν τα κόστη τους εξοικονομώντας ενέργεια μπορούν να αποδώσουν σημαντικά στην απασχόληση και βασίζονται σε ισχυρότερη οικονομική λογική από ότι η συνέχιση των επιδοτήσεων ύψους 5 δις. δολαρίων ετησίως προς τα ορυκτά καύσιμα, δηλαδή μια στρέβλωση της αγοράς που θα πρέπει να επιδιορθωθεί από μόνη της ή στα πλαίσια αναθεώρησης της εταιρικής φορολόγησης.

Οι δυνάμεις της αγοράς στην ηλεκτροπαραγωγή

Ο αμερικανικός κλάδος της ηλεκτροπαραγωγής – που συνιστά το μεγαλύτερο ρυπαντή της οικονομίας – μεταμορφώνεται εν πολλοίς λόγω των δυνάμεων της αγοράς. Το 2008, το φυσικό αέριο κάλυπτε το 21% της παραγωγής ηλεκτρισμού στις ΗΠΑ. Σήμερα, παράγει το 33%, μια αύξηση που οφείλεται εξ ολοκλήρου στη στροφή από τον ρυπογόνο άνθρακα και έγινε εφικτή κυρίως από τη διαθεσιμότητα του φθηνού αερίου ως αποτέλεσμα των νέων τεχνικών εξόρυξης. Επειδή το κόστος της νέας ηλεκτροπαραγωγικής ισχύος με αέριο προβλέπεται να παραμείνει χαμηλό σε σχέση με τον άνθρακα, είναι απίθανο να αλλάξει η τάση και να κατασκευαστούν νέες λιγνιτικές μονάδες, οι οποίες θα είναι ακριβότερες, ασχέτως των βραχυπρόθεσμων αλλαγών στην πολιτική της χώρας. Παρόλο που οι εκπομπές μεθανίου κατά την παραγωγή του φυσικού αερίου είναι ένα σοβαρό πρόβλημα, οι εταιρείες έχουν οικονομικό κίνητρο μακροπρόθεσμα να λάβουν μέτρα περιορισμού των ρύπων ώστε να συμβαδίζουν με τους κανονισμούς που πέρασε η κυβέρνησή μου, ενώ οι πολιτείες θα συνεχίσουν να σημειώνουν πρόοδο προς την αντιμετώπιση αυτών των θεμάτων, ασχέτως της ομοσπονδιακής πολιτικής.

Το κόστος της ηλεκτροπαραγωγής με ΑΠΕ επίσης έπεσε δραματικά από το 2008 ως το 2015: Υποχώρησε κατά 41% στα αιολικά, κατά 54% στα φωτοβολταϊκά σε στέγες και κατά 64% στα φωτοβολταϊκά πάρκα. Σύμφωνα με το Bloomberg New Energy Finance, το 2015 ήταν ένα έτος-ρεκόρ για τις επενδύσεις στις ΑΠΕ, οι οποίες πλέον προσελκύουν τα διπλάσια κεφάλαια από ότι τα ορυκτά καύσιμα.

Η κρατική πολιτική – από τις επενδύσεις του Recovery Act μέχρι την επέκταση των φοροελαφρύνσεων – έπαιξε κρίσιμο ρόλο, αλλά είναι οι τεχνολογικές εξελίξεις και οι δυνάμεις της αγοράς που θα συνεχίσουν να οδηγούν την ανάπτυξη των ΑΠΕ. Το επίπεδο κόστος του ηλεκτρισμού από νέες ΑΠΕ, όπως τα αιολικά και τα φ/β, σε ορισμένες περιοχές των ΗΠΑ είναι ήδη χαμηλότερο από αυτό του άνθρακα, δίχως να μετράμε τις επιδοτήσεις προς τις ΑΠΕ.

Αυτός είναι ο λόγος που οι αμερικανικές επιχειρήσεις στρέφονται προς τις ΑΠΕ. Η Google για παράδειγμα, ανακοίνωσε τον περασμένο μήνα ότι το 2017 σκοπεύει να ενεργοδοτήσει το 100% των δραστηριοτήτων της με ανανεώσιμη ενέργεια. Το Walmart, μεγαλύτερη εταιρεία λιανικής στη χώρα, έθεσε στόχο για 100% ΑΠΕ μέσα στα επόμενα χρόνια. Σε όλη την οικονομία, οι εταιρείες φ/β και αιολικών απασχολούν πλέον περισσότερους από 360.000 Αμερικανούς, έναντι 160.000 στην περίπτωση της ηλεκτροπαραγωγής με άνθρακα.

Πέρα από τις δυνάμεις της αγοράς, η κρατική πολιτική θα συνεχίσει να ωθεί την ανάπτυξη της καθαρής ενέργειας. Πολιτείες των ΗΠΑ που περιέχουν το 40% του πληθυσμού της χώρας συνεχίζουν να προωθούν τα σχέδια ανάπτυξης των ΑΠΕ και ακόμα και πέρα από αυτές, οι ΑΠΕ επεκτείνονται. Για παράδειγμα, τα αιολικά κάλυψαν το 12% της ηλεκτροπαραγωγής του Τέξας το 2015 και σε ορισμένα σημεία εκείνης της χρονιάς, το ποσοστό έφτασε το 40%, ενώ παράλληλα τα αιολικά κάλυψαν το 32% της ηλεκτροπαραγωγής στην Αϊόβα, από 8% το 2008.

Η παγκόσμια τάση

Εκτός των ΗΠΑ, τα κράτη και οι επιχειρήσεις προχωρούν και αναζητούν οφέλη μέσω της ανάληψης ηγεσίας στον αγώνα δρόμου της καθαρής ενέργειας. Αυτό δεν ίσχυε πάντοτε. Μόλις πριν λίγα χρόνια, πολλοί πίστευαν ότι μόνο ένας μικρός αριθμός ανεπτυγμένων οικονομιών θα πρέπει να είναι υπεύθυνος για τη μείωση των ρύπων και για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Όμως, τα έθνη συμφώνησαν στο Παρίσι ότι όλες οι χώρες πρέπει να εισάγουν ολοένα και πιο φιλόδοξες πολιτικές και να είναι δεκτικές σε ότι αφορά τη διαφάνεια και την υπευθυνότητα. Αυτή ήταν μια θεμελιώδης στροφή στο διπλωματικό στίβο, η οποία ήδη απέδωσε σημαντικά οφέλη. Η συμφωνία του Παρισιού τέθηκε σε ισχύ λιγότερο από ένα χρόνο πριν και στην σύνοδο που ακολούθησε στο Μαρακές το φθινόπωρο, τα κράτη συμφώνησαν ότι με τη συμμετοχή 110 χωρών που εκπροσωπούν το 75% των παγκόσμιων εκπομπών ρύπων, η τάση ενάντια στην κλιματική αλλαγή είναι «μη αναστρέψιμη».

Παρόλο που θα χρειαστεί σοβαρή δράση μέσα σε διάστημα δεκαετιών για να γίνει πραγματικότητα το όραμα του Παρισιού, η ανάλυση της συμβολής της κάθε χώρας δείχνει ότι η επίτευξη των μεσοπρόθεσμων στόχων τους και η ενίσχυση της φιλοδοξίας – μαζί με αυξημένες επενδύσεις στις ΑΠΕ – μπορούν να ενισχύσουν την πιθανότητα συγκράτησης της παγκόσμιας θέρμανσης στους 2 βαθμούς Κελσίου στο 50%.

Αν οι ΗΠΑ εγκαταλείψουν τη συμφωνία του Παρισιού, η χώρα θα έχανε τη θέση της στο τραπέζι των συζητήσεων, όπου έχει τη δυνατότητα να ζητά από τις άλλες χώρες να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους, να είναι διαφανείς και φιλόδοξες. Αυτό δεν σημαίνει ότι η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να ακολουθήσει τις ίδιες εγχώριες πολιτικές όπως η δική μου. Υπάρχουν πολλοί δρόμοι και μηχανισμοί με τους οποίους η χώρα μπορεί να πετύχει – αποδοτικά και οικονομικά – τους στόχους που αγκαλιάσαμε στη συμφωνία του Παρισιού. Η ίδια η συμφωνία βασίζεται σε μια εθνικά καθοριζόμενη δομή όπου η κάθε χώρα θέτει και ανανεώνει τις δεσμεύσεις της. Ασχέτως των αμερικανικών εγχώριων πολιτικών, η αποχώρησή μας θα υπονόμευε το οικονομικό μας συμφέρον και θα χάναμε τη δυνατότητα να ζητάμε υπεύθυνη στάση από κράτη που εκπροσωπούν τα δύο τρίτα των παγκόσμιων εκπομπών ρύπων, ανάμεσά τους τις Κίνα, Ινδία, Μεξικό, Ε.Ε. και άλλες.

Αυτό δεν θα πρέπει να είναι ένα κομματικό ζήτημα. Είναι καλό από επιχειρηματική και οινομική λογική το να ηγηθούμε στην τεχνολογική επανάσταση και να καθορίσουμε τις τάσεις στην αγορά. Και είναι έξυπνο να θέσουμε μακροπρόθεσμους στόχους μείωσης των εκπομπών και να δώσουμε στις αμερικανικές εταιρείες και επενδυτές τη βεβαιότητα που χρειάζονται ώστε να επενδύσουν και να παράγουν τις καθαρές τεχνολογίες που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε εγχώρια και να εξάγουμε στον υπόλοιπο κόσμο. Αυτός είναι ο λόγος που εκατοντάδες μεγάλες επιχειρήσεις, ανάμεσά τους ενεργειακοί όμιλοι όπως οι ExxonMobil, Shell, DuPont, Rio Tinto, Berkshire Hathaway Energy, Calpine και Pacific Gas and Electric Company, υποστήριξαν τη συμφωνία του Παρισιού και οι μεγάλοι επενδυτές αφιέρωσαν 1 δις. δολάρια για τη στήριξη καινοτομιών στις ΑΠΕ που θα επιτρέψουν μια μεγαλύτερη κλιματική φιλοδοξία.

Συμπέρασμα

Γνωρίζουμε εδώ και καιρό, με βάση τα επιστημονικά αρχεία, ότι η ανάγκη δράσης για αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής είναι πραγματική και δεν μπορεί να αγνοηθεί. Στα πρόσφατα χρόνια, είδαμε επίσης ότι τα οικονομικά κίνητρα για αυτή τη δράση – και ενάντια στην αδράνεια – είναι επίσης προφανή, ενώ τα εμπορικά επιχειρήματα για τις ΑΠΕ αυξάνονται και η τάση προς μια καθαρότερη ηλεκτροπαραγωγή μπορεί να διατηρηθεί ασχέτως των βραχυπρόθεσμων κρατικών πολιτικών.

Παρά την πολιτική αβεβαιότητα που αντιμετωπίζουμε, παραμένω βέβαιος ότι καμία χώρα δεν βρίσκεται σε καλύτερη θέση από τις ΗΠΑ προκειμένου να αντιμετωπίσει την κλιματική πρόκληση και να δρέψει τους οικονομικούς καρπούς ενός μέλλοντος χαμηλού άνθρακα, αλλά και ότι η συνεχιζόμενη συμμετοχή στη συμφωνία του Παρισιού θα φέρει μεγάλα οφέλη στον αμερικανικό λαό, αλλά και στη διεθνή κοινότητα. Μια υπεύθυνη πολιτική μέσα στα στις επόμενες δεκαετίες θα έθετε στο προσκήνιο την απανθρακοποίηση του ενεργειακού συστήματος των ΗΠΑ, την αποθήκευση του άνθρακα και τη μείωση των εκπομπών CO2, αλλά και των υπολοίπων εκπομπών.

Βεβαίως, ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα του συστήματος διακυβέρνησης που διαθέτουμε είναι ότι ο κάθε πρόεδρος μπορεί να χαράξει τη δική του πολιτική πορεία και ο νεοεκλεγείς πρόεδρος Τραμπ θα έχει την ευκαιρία να το πράξει. Τα πρόσφατα οικονομικά και επιστημονικά στοιχεία παρέχουν έναν χρήσιμο οδηγό για το τι θα φέρει το μέλλον και είναι σε πολλές περιπτώσεις ανεξάρτητα από τις βραχυπρόθεσμες πολιτικές επιλογές όταν πρόκειται για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη μετάβαση προς μια οικονομία καθαρής ενέργειας.

(περιοδικό Science)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα