Skip to main content

Η απόφαση του ΔΕΕ για την αποκλειστική εκμετάλλευση λιγνιτών από τη ΔΕΗ και οι προεκτάσεις της

Στις 17 Ιουλίου το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «ΔΕΕ») εξέδωσε απόφαση επί της αίτησης αναίρεσης που είχε ασκήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξης «ΓεΔΕΕ»), με την οποία το τελευταίο είχε ακυρώσει απόφαση της Επιτροπής που έκρινε παράνομο το αποκλειστικό δικαίωμα της ΔΕΗ στην αναζήτηση και εκμετάλλευση των αποθεμάτων λιγνίτη που βρίσκονται στην Ελλάδα. Το ΓεΔΕΕ, στο πλαίσιο σχετικής προσφυγής που είχε ασκήσει η ΔΕΗ, είχε αρχικώς κρίνει ότι, σε αντίθεση με τα συμπεράσματα που εμπεριείχοντο στην απόφαση της Επιτροπής, τα αποκλειστικά δικαιώματα που η Ελληνική Δημοκρατία έχει παραχωρήσει στη ΔΕΗ σε σχέση με τα κοιτάσματα λιγνίτη δεν αντιβαίνει στο ενωσιακό δίκαιο και συγκεκριμένα στις διατάξεις του άρθρου 106 σε συνδυασμό με το άρθρο 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

Επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του αρ. 106 παραγρ. 1 ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν ούτε διατηρούν μέτρα αντίθετα προς τους κανόνες της Συνθήκης, ιδίως προς το άρθρο 108 ΣΛΕΕ, ως προς τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα. Επιπλέον, η διάταξη του αρ. 102 ΣΛΕΕ απαγορεύει την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης στην κοινή αγορά. Το κρίσιμο και ενδιαφέρον για την παρούσα υπόθεση στοιχείο έγκειται στο ότι, βάσει πάγιας νομολογίας του ΔΕΕ, ένα κράτος μέλος παραβιάζει τις διατάξεις του αρ. 106 παρ. 1 σε συνδυασμό με το αρ. 102 ΣΛΕΕ, όταν ένα κρατικό μέτρο δημιουργεί κατάσταση με την οποία η δημόσια επιχείρηση στην οποία έχουν χορηγηθεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα οδηγείται, απλώς και μόνο με την άσκηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων που της έχουν χορηγηθεί, σε καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεώς της.

Όσον αφορά στην ουσία της επίμαχης υπόθεσης, το ΓεΔΕΕ, εξετάζοντας μόνο έναν από τους προβληθέντες από τη ΔΕΗ λόγους ακύρωσης της απόφασης της Επιτροπής, έκρινε στο πλαίσιο της προσβληθείσας απόφασης που είχε εκδοθεί το 2010 ότι η Επιτροπή δεν είχε στοιχειοθετήσει επαρκώς την παραβίαση των κρίσιμων διατάξεων του ενωσιακού δικαίου, καθώς δεν είχε επικαλεστεί ούτε αποδείξει κάποια συγκεκριμένη πρακτική/συμπεριφορά της ΔΕΗ από την οποία να προκύπτει ότι η τελευταία είχε πράγματι προβεί σε καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης που κατείχε στην αγορά προμήθειας λιγνίτη χάρη στα αποκλειστικά δικαιώματα που της έχουν παρασχεθεί από το Ελληνικό κράτος. Το Γενικό Δικαστήριο, δηλαδή, με την ερμηνεία που υιοθέτησε, θεώρησε ότι η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της στο καθαυτό γεγονός ότι η ΔΕΗ απολάμβανε αποκλειστικά δικαιώματα στην εκμετάλλευση του λιγνίτη, δίχως να αποδείξει ότι υπήρξε πράγματι ενεργητική καταχρηστική πρακτική εκ μέρους της επιχείρησης.

Ωστόσο, η Επιτροπή άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης του ΓεΔΕΕ στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία έγινε εν προκειμένω δεκτή. Το ΔΕΕ, επικαλούμενο πάγια νομολογία του, σημείωσε ότι για την εφαρμογή των επίμαχων διατάξεων του ενωσιακού δικαίου απαιτείται (αλλά και αρκεί) η υιοθέτηση ενός μέτρου, με το οποίο ένα κράτος μέλος παραχωρεί αποκλειστικά δικαιώματα σε μία δημόσια επιχείρηση, να δημιουργεί ανισότητα ευκαιριών μεταξύ επιχειρήσεων και συνεπώς να δύναται οδηγήσει την επιχείρηση σε κατάχρηση της δεσπόζουσάς της θέσης. Τόνισε, δηλαδή, ότι ανεξαρτήτως του αν υφίσταται πράγματι καταχρηστική συμπεριφορά, το κρίσιμο είναι απλώς και μόνο εάν τα αποκλειστικά αυτά δικαιώματα καθεαυτά μπορούν να δημιουργήσουν άνισες συνθήκες ανταγωνισμού εντός της αγοράς.

Αξίζει να επισημανθεί ότι το ΔΕΕ δεν αποδέχθηκε το αίτημα της Επιτροπής να κρίνει και επί της ουσίας την υπόθεση, μετά την αναίρεση της πρωτοβάθμιας απόφασης, αλλά αποφάσισε την αναπομπή της υπόθεσης εκ νέου στο ΓεΔΕΕ προκειμένου αυτό να αποφανθεί και επί των υπόλοιπων λόγων ακύρωσης τους οποίους, αν και είχε επικαλεσθεί η ΔΕΗ ενώπιόν του, δεν είχε εξετάσει το Γενικό Δικαστήριο καθώς αυτό δεν ήταν αναγκαίο στο μέτρο που η προσφυγή της ΔΕΗ είχε γίνει δεκτή. Συνεπώς, υφίσταται εκ νέου περιθώριο αξιολόγησης της επίμαχης απόφασης της Επιτροπής, επί τη βάσει όμως των έτερων αρχικώς προβληθέντων αλλά μη εξετασθέντων λόγων εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου.

Η συγκεκριμένη απόφαση του ΔΕΕ παρουσιάζει ιδιαίτερη πρακτική σημασία και προεκτάσεις ειδικά στην παρούσα φάση αναδιαμόρφωσης της ελληνικής ενεργειακής αγοράς, καθότι σχετίζεται άμεσα, συν τοις άλλοις, με την προοπτική δημιουργίας της λεγόμενης «μικρής ΔΕΗ». Και τούτο διότι μέσω των σχεδιαζόμενων πωλήσεων, δια των οποίων θα καταστεί εφικτή η έμμεση πρόσβαση τρίτων στον λιγνίτη, δύναται να αμβλυνθούν ή και να αρθούν οι εν προκειμένω διαπιστωνόμενες εκ μέρους του Δικαστηρίου παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου.

Επιμέλεια στήλης: «Μεταξάς & Συνεργάτες – Δικηγόροι & Νομικοί Σύμβουλοι» (www.metaxaslaw.gr)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα