Χρειάζεται η Ε.Ε. ένα ευρωπαϊκό ταμείο αντιμετώπισης της κρίσης;

Χρειάζεται η Ε.Ε. ένα ευρωπαϊκό ταμείο αντιμετώπισης της κρίσης;

Χρειάζεται η Ε.Ε. ένα ευρωπαϊκό ταμείο αντιμετώπισης της κρίσης;
14 10 2022 | 07:31

Το γερμανικό σχέδιο για ένα εθνικό ταμείο ανάγκης για την ενέργεια, ύψους 200 δισ. ευρώ, που προτάθηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου, προκάλεσε αντιδράσεις μέσα στην Ε.Ε. Ο φόβος είναι ότι οι ευρωπαϊκές χώρες με περισσότερο δημοσιονομικό χώρο, όπως η Γερμανία, θα είναι σε θέση να ξοδέψουν περισσότερα από τις άλλες για αντιμετώπιση της κρίσης.

Κάτι τέτοιο θα κατακερμάτιζε την ενιαία αγορά της Ε.Ε., "προκαλώντας έναν αγώνα για επιδοτήσεις και αμφισβητώντας τις αξίες της αλληλεγγύης και ενότητας που διέπουν το ευρωπαϊκό όραμα", σύμφωνα με άρθρο δύο Ευρωπαίων αξιωματούχων, του επιτρόπου εσωτερικής αγοράς, Τιερί Μπρετόν και του επιτρόπου οικονομίας, Πάολο Τζεντιλόνι.

Οι επίτροποι ισχυρίζονται ότι κατά προτίμηση θα έπρεπε να υπάρχει ένα "αμοιβαίο εργαλείο σε ευρωπαϊκό επίπεδο", το οποίο "θα προστατεύει όλους τους Ευρωπαίους καταναλωτές και επιχειρήσεις", στα πρότυπα των εργαλείων που δημιουργήθηκαν στην πανδημία.

Ορισμένες από τις ανησυχίες των επιτρόπων είναι έγκυρες (αν και αντανακλούν μια παρεξήγηση του γερμανικού ταμείου, το οποίο επιχειρεί να προ-χρηματοδοτήσει δαπάνες για την κρίση, οι περισσότερες εκ των οποίων δεν είναι για το αέριο, μέσα σε μια διετή περίοδο). Όμως, οι ισχυρισμοί τους δεν είναι πιθανό να πείσουν τη Γερμανία ή άλλους που αντιμετωπίζουν την αμοιβαία ευρωπαϊκή λύση με σκεπτικισμό.

Η προφανής ένσταση στην κοινή λύση είναι ότι ο σκοπός των δημοσιονομικών αντοχών - δηλαδή να μειώνεις το χρέος τις καλές εποχές - είναι να έχεις χώρο για κινήσεις στις κακές εποχές. Ορισμένοι (όπως και εμείς) θα προτιμούσαμε να δημιουργηθούν τέτοια αναχώματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο με τη μορφή ενός μεγαλύτερου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού με δυνατότητα δανεισμού. Όμως, για όσο δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, τα κράτη-μέλη πρέπει να έχουν τα κίνητρα για να δομήσουν τέτοια αναχώματα σε εθνικό επίπεδο. Η αναδιανομή οικονομικών πόρων για την εξασφάλιση της ίσης μεταχείρισης νοικοκυριών και επιχειρήσεων στην Ε.Ε. μετά από ένα αρνητικό σοκ θα υπονόμευε τέτοια κίνητρα.

Αυτή είναι η λογική που διέπει τη ρήτρα μη διαφυγής της Ευρωπαϊκής Συνθήκης. Δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει πανευρωπαϊκή αλληλεγγύη με όσους πλήττονται χειρότερα, όμως σημαίνει ότι τα κράτη-μέλη θα ασχολούνται περισσότερο με τους δικούς τους πολίτες.

Μια διαφορετική κρίση

Η λιγότερο προφανής ένσταση για ένα κοινό ευρωπαϊκό ταμείο έχει να κάνει με τη φύση της κρίσης και ιδιαίτερα την απάντηση. Στην πανδημία, οι αντιδράσεις των ευρωπαϊκών κρατών, όπως υψηλότερες δαπάνες στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων (όπως το να πληρώνεις τους ανθρώπους για να μένουν σπίτι) βοήθησαν και άλλες χώρες περιορίζοντας τους θανάτους και τονώνοντας τη ζήτηση για εισαγωγές. Όμως από τη στιγμή που οι υψηλότερες δαπάνες χρηματοδοτούνται τοπικά, οι κυβερνήσεις και ιδίως εκείνες με λιγοστό δημοσιονομικό χώρο, δεν θα λάμβαναν υπόψη αυτές τις εξωτερικότητες στην ανάπτυξη των δαπανών τους. Ως αποτέλεσμα, μια έντονα ενιαία οικονομία όπως η Ε.Ε. θα έπρεπε να είχε δει λιγοστές δαπάνες μέσα στην πανδημία. Έτσι, είχε νόημα για την Ε.Ε. να επιδοτήσει τέτοιες δαπάνες, το οποίο έκανε με τη μορφή επιχορηγήσεων ή φθηνού δανεισμού από τους πόρους των Next Generation EU και SURE.

Αυτή η κρίση είναι διαφορετική. Εξακολουθεί να υπάρχει μια εξωτερικότητα ζήτησης, όμως σε μια εποχή υψηλού πληθωρισμού αυτό δεν είναι απαραίτητα καλό (υψηλότερη ζήτηση στη χώρα Α μπορεί να οδηγήσει σε ακόμα υψηλότερο πληθωρισμό στη χώρα Β). Ακόμα πιο σημαντικό, η ενστικτώδης εθνική αντίδραση στην κρίση - επιδότηση του αερίου και της υπόλοιπης ενεργειακής κατανάλωσης που συμβαίνει σε πολλές χώρες - επιφέρει μια αρνητική εξωτερικότητα σε άλλα κράτη-μέλη: Υψηλότερη ενεργειακή ζήτηση σε μια χώρα αυξάνει τις τιμές αερίου και ρεύματος σε όλη την Ένωση. Στα άκρα του, αυτό το φαινόμενο θα απαιτούσε περισσότερες περικοπές.

Για το λόγο αυτό, μια συνεργατική και ενιαία ευρωπαϊκή απάντηση (που εμείς, η Κομισιόν, το Συμβούλιο και ο πρόεδρος, Σαρλ Μισέλ, ζητήσαμε) δεν θα πρέπει να επικεντρώνεται μονάχα στην οικονομική στήριξη σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Για αυτή την κρίση, η "αλληλεγγύη" δεν σημαίνει απαραίτητα περισσότερες δαπάνες. Αντιθέτως, σημαίνει λιγότερη ενεργειακή κατανάλωση. Το αξίωμα της αλληλεγγύης δεν πρέπει να είναι το αν μια ευρωπαϊκή χώρα είναι πρόθυμη να στηρίξει άλλες χώρες οικονομικά, αλλά αν σχεδιάζει το δικό της μηχανισμό στήριξης με κίνητρα μείωσης της κατανάλωσης, αν δρα για να ξεκλειδώσει όλες τις ενεργειακές επιλογές και αν θα μοιραστεί την όποια παραπανήσια ενέργεια με τις γειτονικές χώρες σε περίπτωση ανάγκης.

Έτσι, το γερμανικό "φρένο στην τιμή αερίου και ηλεκτρισμού" που θα χρηματοδοτηθεί με 200 δισ. ευρώ, μπορεί να γίνει εργαλείο αλληλεγγύης αν μειώνει την ενεργειακή ζήτηση της Γερμανίας. Αυτή θα μπορούσε να είναι η περίπτωση αν επιδοτήσουν τις ενεργειακές τιμές μόνο μέχρις ενός σημείου (π.χ. 70-80% σε σχέση με την προηγούμενη κατανάλωση), επιτρέποντας τις τιμές για την υπόλοιπη κατανάλωση να καθορίζονται από την αγορά, όπως προτείνει η επιτροπή ειδικών που ανέλαβε το σχεδιασμό του φρένου στην τιμή αερίου.

Επιχειρήματα για ένα ευρωπαϊκό ενεργειακό ταμείο

Ένα ταμείο στήριξης σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα μπορούσε παρόλα αυτά να είναι μια καλή ιδέα ή ακόμα και πολύ σημαντικό, για τρεις λόγους.

Πρώτον, υπάχει η βάσιμη ανησυχία ότι αν ορισμένες χώρες είναι πιο γεναιόδωρες από άλλες με τη στήριξη που προσφέρουν στους ενεργοβόρους καταναλωτές που ανταγωνίζονται διεθνώς, τότε όχι μόνο θα διαταραχθεί το επίπεδο ανταγωνισμού κατά την κρίση, αλλά θα βελτιωθεί η ανταγωνιστική θέση τους ακόμα και μετά την κρίση, εις βάρος των Ευρωπαίων ανταγωνιστών τους.

Παρόλο που μια ισχυρή δημοσιονομική θέση προσφέρει σε μια χώρα κάθε δικαίωμα να είναι πιο γεναιόδωρη προς τους πολίτες της από μια ασθενή χώρα, δεν της δίνει το δικαίωμα να προκαλεί ζημιά σε άλλες χώρες μέσω της δυνατότητάς της να προσφέρει ενισχύσεις. Οι κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις μπορούν να περιορίσουν αυτή τη ζημιά, όμως αυτό δεν είναι αρκετό για να διατηρήσει ένα (περίπου) ισότιμο περιβάλλον εκτός αν ένα ελάχιστο επίπεδο στήριξης παρέχεται παντού.

Δεύτερον, ένα ευρωπαϊκό εργαλείο θα βελτίωνε πολύ τις πιθανότητες ότι η στήριξη προς επιχειρήσεις παρέχεται με ένα τρόπο που ενθαρρύνει την εξοικονόμηση ενέργειας και είναι συμβατός με την ενεργειακή μετάβαση. Ακόμα και στις χώρες με τη βέλτιστη διακυβέρνηση, η διανομή των επιδοτήσεων στις επιχειρήσεις υπόκειται σε συμφέροντα, διασυνδέσεις και κρατικές αγκυλώσεις. Η παροχή αυτών των πόρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν θα σταματήσει αυτά τα προβλήματα, αλλά μπορεί να τα περιορίσει σημαντικά.

Τρίτον, πέρα από την προώθηση της στήριξη με κίνητρα προς τις επιχειρήσεις, το ταμείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για να δημιουργήσει κίνητρα για τα κράτη-μέλη να εφαρμόσουν τις απαραίτητες πολιτικές για μια συνεργατική και αποδοτική αντίδραση προς την κρίση. Οι χώρες θα έχαναν την πρόσβαση στο ταμείο αν, για παράδειγμα, εφήρμοζαν πολιτικές ασύμβατες με τις δεσμεύσεις μείωσης της ζήτησης ή αν έκλειναν τα σύνορά τους στο ενεργειακό εμπόριο. Πρόσθετη στήριξη από το ταμείο θα μπορούσε να δοθεί σε χώρες που κάνουν ειδικές προσπάθειες αύξησης των προμηθειών ενισχύοντας π.χ. την εγχώρια παραγωγή, αδειοδοτώντας νέους αγωγούς ή επεκτείνοντας τη διάρκεια ζωής των πυρηνικών σταθμών.

Πως να σχεδιαστεί

Ένα ταμείο που θα καλύπτει αυτούς τους στόχους δεν πρέπει να είναι απλό αντίγραφο προηγουμένων ταμείων σταθερότητας, όπως το SURE. Αντιθέτως, πρέπει να παρέχει στήριξη με βάση κριτήρια που είναι προσεκτικά σχεδιασμένα για ένα ισότιμο περιβάλλον ανάμεσα σε ενεργοβόρες επιχειρήσεις που είναι ενεργές διεθνώς, αλλά και να ενθαρρύνει την εξοικονόμηση. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί με δύο τρόπους.

Μια προσέγγιση θα ήταν (τουλάχιστον προσωρινά) να αφαιρεθεί η επιδότηση από τα χέρια των κυβερνήσεων. Οι βιομηχανικοί καταναλωτές που καλύπτουν ορισμένα κριτήρια – μέγεθος, κατανάλωση, εξαγωγές, ίσως και ευρωπαϊκή αξία – θα λάμβαναν στήριξη από το ευρωπαϊκό ταμείο. Η παράλληλη εθνική επιδότηση θα απαγορευόταν, τουλάχιστον για τη διάρκεια της κρίσης. Η στήριξη θα απέφευγε εξ ολοκλήρου τις τιμολογιακές επιδοτήσεις (για παράδειγμα, αν βασιζόταν μόνο στην περασμένη κατανάλωση) ή θα μπορούσε να βασιστεί στις ιδέες της γερμανικής επιτροπής ειδικών για το φρένο αερίου, δηλαδή να διατηρούσε τα κίνητρα εξοικονόμησης σε συσχετισμό με τις τιμές στην αγορά.

Μια εναλλακτική προσέγγιση θα ήταν να συνεχίζουν οι κυβερνήσεις να προσφέρουν στήριξη με ταυτόχρονα επιβολή περιορισμών για το πως θα το κάνουν (κρατικές ενισχύσεις) και παροχής πόρων προς την κάθε κυβέρνηση. Η αποζημίωση θα πρέπει να γίνεται με τρόπο που ενθαρρύνει την εξοικονόμηση στη βιομηχανία, παρά την κατανάλωση αερίου. Ένας τρόπος είναι με κριτήρια κρατικών ενισχύσεων που θα αντανακλούν όσα έχουν νόημα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μόνο οι κυβερνήσεις που θα συμμορφώνονται θα ωφελούνται από το ταμείο. Άλλος τρόπος θα ήταν να συνδεθούν οι μεταφορές από το ευρωπαϊκό ταμείο με την πραγματική εξοικονόμηση στην κάθε χώρα.

Οι πιθανές επιπλοκές του ταμείου θα εξαρτηθούν από το πως θα χρηματοδοτηθεί. Αν βασίζεται στο να δανείζονται τα κράτη-μέλη με βάση το ΑΕΠ ή το μερίδιο των προϋπολογισμών τους, τότε θα ωφελήσει χώρες με δομικά υψηλούς βαθμούς κατανάλωσης αερίου από ενεργοβόρους εξαγωγείς προς το ΑΕΠ, όπως το Βέλγιο, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ολλανδία και η Πολωνία. Το αναδιανεμητικό αποτέλεσμα θα εξουδετερωνόταν αν βασίζονταν οι συμβολές σε αυτό τον υπολογισμό παρά στο ΑΕΠ. Αντιθέτως, θα προέκυπτε ένα πρόσθετο αναδιανεμητικό αποτέλεσμα ωφελώντας κράτη-μέλη με υψηλότερο κόστος δανεισμού αν το ταμείο βασιζόταν σε κοινό δανεισμό ή κοινές εγγυήσεις.

Ένα ευρωπαϊκό ταμείο στήριξης δεν μπορεί να είναι ο βασικός πυλώνας της ευρωπαϊκής απάντησης στην ενεργειακή κρίση. Βασικό ρόλο θα πρέπει να έχει ένα συντονισμένο σύνολο από πολιτικές μείωσης της ζήτησης και επέκτασης της προμήθειας σε εθνικό επίπεδο, όπως και μια πανευρωπαϊκή προσπάθεια εξασφάλισης καλύτερων συμβολαίων από τους προμηθευτές. Όμως, ένα ευρωπαϊκό ταμείο μπορεί να πλαισιώσει τις παραπάνω πρωτοβουλίες, διατηρώντας ένα ίσο ανταγωνισμό ανάμεσα στους ενεργοβόρους εξαγωγείς, εξασφαλίζοντας ότι οι επιδοτήσεις θα προσφέρονται με τρόπο που ενθαρρύνει την εξοικονόμηση και μνε κίνητρα για εφαρμογή των κρίσιμων στοιχείων του κοινού ενεργειακού σχεδίου. Η ακεραιότητα της κοινής αγοράς είναι θεμελιώδες οικονομικό συμφέρον για όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, η οποία στηρίζεται στην ενσωμάτωση για τη βιομηχανία της. Κατ' επέκταση, το ταμείο μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο.

(των Simone Tagliapietra, Georg Zachmann, Jeromin Zettelmeyer, Bruegel)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM