Skip to main content

H απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ε.Ε.για την κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της ΔΕΗ στην αγορά προμήθειας λιγνίτη και η σημασία της για την ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας

Με τις από 15/12/2016 αποφάσεις (1) του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΓεΔΕΕ) απερρίφθησαν οι προσφυγές της ΔΕΗ για την ακύρωση των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που εξεδόθησαν στο πλαίσιο καταγγελίας σχετικά με την αποκλειστική άδεια αναζήτησης και εκμετάλλευσης λιγνίτη που διαθέτει η ΔΕΗ (2).

Η Επιτροπή, αφού εξέτασε τις επίδικες ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις, έκρινε με την απόφαση C (2008) 824(3) ότι η ΔΕΗ κατείχε δεσπόζουσα θέση τόσο στην αγορά προμήθειας λιγνίτη στην χώρα (πρωτογενής αγορά), με το μερίδιό της να υπερβαίνει, από το 2000, το 97%, όσο και στην αγορά χονδρικής προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας (δευτερογενής αγορά), λόγω του μεριδίου της, που ξεπερνούσε το 85%.Η Επιτροπή επισήμανε επίσης την έλλειψη προοπτικής εισόδου ανταγωνιστών στην εν λόγω αγορά, καθώς και το ιδιαιτέρως χαμηλό ποσοστό εισαγωγών, γεγονός που δεν επαρκούσε για την άσκηση ουσιαστικής ανταγωνιστικής πίεσης. Εν συνεχεία, η Επιτροπή, με την επίσης προσβαλλόμενη απόφαση C (2009) 6244(4) όρισε μέτρα που στόχευαν στην άρση της ως άνω διαπιστωθείσας κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης. Ως αναγκαία μέτρα κρίθηκαν τα εξής: α) παραχώρηση δικαιωμάτων εκµετάλλευσης επί των κοιτασµάτων ∆ράµας, Ελασσόνας, Βεγόρας και Βεύης µέσω διαγωνισµών σε άλλες επιχειρήσεις, πλην της ∆ΕΗ, εκτός εάν δεν υποβληθεί άλλη αξιόπιστη προσφορά, β) απαγόρευση στους κατόχους δικαιωµάτων επί των κοιτασµάτων ∆ράµας, Ελασσόνας και Βεγόρας να πωλούν τον εξορυσσόµενο λιγνίτη στη ∆ΕΗ, εκτός εάν δεν υποβληθεί άλλη αξιόπιστη προσφορά αγοράς των ποσοτήτων, και για όσο χρονικό διάστηµα η ∆ΕΗ κατέχει δικαιώµατα εκµετάλλευσης για περισσότερο από το 60% του συνόλου των αποθεµάτων λιγνίτη για τα οποία έχει εκδοθεί άδεια εκµετάλλευσης στην Ελλάδα, γ) διοργάνωση νέας διαδικασίας παραχώρησης, σε περίπτωση ακύρωσης της υπό εξέλιξη διαδικασίας σχετικά με το κοίτασμα Βεύης. Κατά την εν λόγω διαδικασία, δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ενδεχόµενη προσφορά της ∆ΕΗ, εκτός εάν δεν υποβληθεί άλλη αξιόπιστη προσφορά, και να απαγορευθεί στον κάτοχο του δικαιώµατος να πωλήσει τον εξορυσσόµενο λιγνίτη στη ∆ΕΗ, εκτός εάν δεν υποβληθεί άλλη αξιόπιστη προσφορά αγοράς, και για όσο χρονικό διάστηµα η ∆ΕΗ κατέχει δικαιώµατα εκµετάλλευσης για περισσότερο από το 60% του συνόλου των αποθεµάτων λιγνίτη για τα οποία έχει εκδοθεί άδεια εκµετάλλευσης στην Ελλάδα, δ) κατάργηση των διατάξεων που επιτρέπουν ειδική µεταχείριση της ∆ΕΗ όσον αφορά την παραχώρηση των δικαιωµάτων εκµετάλλευσης αποθεµάτων λιγνίτη.

Η ΔΕΗ προσέβαλε τις δύο ως άνω αποφάσεις ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (ΓεΔΕΕ), το οποίο προέβηστην ακύρωσή τους. Ακολούθως, η Επιτροπή κατέθεσε αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Δικαστηρίου της ΕΕ, το οποίο και αναίρεσε τις αποφάσεις του ΓεΔΕΕ και ανέπεμψε ενώπιόν του την υπόθεση. Με τις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του το ΓεΔΕΕ κλήθηκε να εξετάσει τέσσερις λόγους ακύρωσης, οι οποίοι προβλήθηκαν από την ΔΕΗ, εκ των οποίων ο κύριος εσυνίστατο σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή των διατάξεων περί κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης.Για την εκτίμηση της επικαλεσθείσας πλάνης το ΓεΔΕΕ εξέτασε, κατ’αρχάς, την οριοθέτηση, εκ μέρους της Επιτροπής, των δύο ως άνω αγορών. Ως προς την πρωτογενή αγορά, η ΔΕΗ ισχυρίστηκε ότι η προμήθεια λιγνίτη δεν αποτελεί διακριτή αγορά προϊόντος με μόνο εθνική διάσταση, αλλά ότι αντιθέτως η σχετική αγορά θα έπρεπε να περικλείει όλα τα καύσιμα. Καθότι εντούτοις, οι μονάδες που λειτουργούν με καύσιμο τον λιγνίτη υποχρεούνται στη χρησιμοποίησή του και αποτελούν την βασική, αν όχι αποκλειστική, αγορά των προμηθευτών λιγνίτη, το ΓεΔΕΕ έκρινε ότι η πρωτογενής αγορά ορθώς οριοθετήθηκε. Σημειώνεται επίσης ότι, παρά την θεωρητική δυνατότητα προμήθειας λιγνίτη από κοιτάσματα εκτός Ελλάδας, αυτή η εναλλακτική δεν αποτελεί ρεαλιστική λύση λόγω της, εκ των φυσικών χαρακτηριστικών του, ακαταλληλότητας του λιγνίτη προς μεταφορά σε μεγάλες αποστάσεις.

Ως προς την δευτερογενή αγορά, η ΔΕΗ υποστήριξε ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπ’όψιν της το βαθμό απελευθέρωσης της εν λόγω αγοράς με την καθιέρωση του υποχρεωτικού ημερήσιου συστήματος και την ανταγωνιστική πίεση που ασκεί το εισαγόμενο ρεύμα ανά τύπο καυσίμου. Το ΓεΔΕΕ επιβεβαίωσε την θέση της Επιτροπής επιχειρηματολογώντας ότι δεν προκύπτει έλλειψη επαρκούς εξέτασης στοιχείων από την Επιτροπή κι ότι η πολύ περιορισμένη ποσότητα εισαγόμενου ρεύματος δεν αρκεί για να εκτοπίσει τον λιγνίτη ως ιδιαίτερα ελκυστικό καύσιμο.

Ως προς την πλάνη περί το δίκαιο, το ΓεΔΕΕ, ανέλυσε στη συνέχεια την ύπαρξη ή μη ανισότητας ευκαιριών εις βάρος των νέων ανταγωνιστών. Η ΔΕΗ προέβαλε πέντε επιχειρήματα, ήτοι οτι: α) κατά τον χρόνο των επίδικων πραγματικών περιστατικών σημαντικός αριθμός αποθεμάτων λιγνίτη παρέμενε ανεκμετάλλευτος, καθώς δεν είχαν ακόμα παραχωρηθεί τα σχετικά δικαιώματα, β) η μη χορήγηση αδειών για την κατασκευή λιγνιτικών μονάδων οφειλόταν σε αντικειμενικούς λόγους, όπως η αδυναμία εξασφάλισης επάρκειας εφοδιασμού σε καύσιμα ή χρηματοπιστωτικής επάρκειας, γ) η επαρκής πρόσβαση στον λιγνίτη ως καύσιμο μπορούσε να εξασφαλιστεί μέσω εξαγοράς ή συνεργασίας με εταιρείες που διαθέτουν ήδη δικαιώματα εκμετάλλευσης, δ) η Επιτροπή θεώρησε ότι υπήρχε ανισότητα ευκαιριών στηριζόμενη μόνο στην δεσπόζουσα θέση της ΔΕΗ στην πρωτογενή αγορά, ε)  καθότι είχαν ήδη ανακοινωθεί ανοικτοί διαγωνισμοί για τα κοιτάσματα λιγνίτη, δεν είχαν παραχωρηθεί στην ΔΕΗ νέα δικαιώματα εκμετάλλευσης και οι ανταγωνιστές της προτιμούσαν την κατασκευή μονάδων που χρησιμοποιούν άλλα καύσιμα, δεν στοιχειοθετείται προνομιακή πρόσβαση στο πιο ελκυστικό καύσιμο.

Το ΓεΔΕΕ απέρριψε τα επιχειρήματα της ΔΕΗ και επιβεβαίωσε την ύπαρξη ανισότητας ευκαιριών εις βάρος των νέων ανταγωνιστών και την προνομιακή πρόσβαση της ΔΕΗ στον λιγνίτη. Πιο συγκεκριμένα επισήμανε ότι ούτε η κατάργηση του νομοθετικού καθεστώτος που παρέχει τα σχετικά προνόμια στην ΔΕΗ ούτε η θεωρητική δυνατότητα που παρέχεται για τη χορήγηση δικαιωμάτων εκμετάλλευσης επί κοιτασμάτων λιγνίτη σε τρίτους αρκούν για την έμπρακτη άρση της υφιστάμενης ανισότητας, καθώς, στην πράξη, η ΔΕΗ παρέμενε η μόνη επιχείρηση που μπορούσε να εκμεταλλευθεί σημαντική ποσότητα λιγνίτη στην πρωτογενή αγορά.Άλλωστε, ο σχεδιασμός της υποχρεωτικής ημερήσιας αγοράς παρέχει στις μονάδες χαμηλού μεταβλητού κόστους, όπως οι λιγνιτικές, τη δυνατότητα να πωλούν με κέρδος και, συνεπώς, να υπερκαλύπτουν το σημαντικό πάγιο κόστος.

Τέλος, το ΓεΔΕΕ εξέτασε το κατά πόσο η Επιτροπή έλαβε υπ’όψιν της τις εξελίξεις στη δευτερογενή αγορά, καθώς η ΔΕΗ επικαλείται οτι η απόφαση της Επιτροπής αναφέρεται σε μη επικαιροποιημένα στοιχεία κι ότι τα μέτρα που είχαν ληφθεί είχαν οδηγήσει σε διαρκή μείωση του μεριδίου της στην αγορά από το 2001. Το ΓεΔΕΕ δεν διεπίστωσε ελλείψεις στα στοιχεία που εξέτασε η Επιτροπή και εν σχέσει με τα υιοθετημένα μέτρα, ιδίως τον αποκλεισμό της ΔΕΗ από διαγωνισμούς για την κατασκευή μονάδων λειτουργουσών με καύσιμα πέραν του λιγνίτη, σημείωσε ότι η μικρή μείωση του μεριδίου της ΔΕΗ δεν επηρεάζει ουσιαστικά την δεσπόζουσα θέση της.

Οι εν λόγω πρόσφατες αποφάσεις του ΓεΔΕΕ εμπεριέχουν στοιχεία και επισημάνσεις  μείζονος σημασίας για την ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας αλλά και την εν εξελίξει ευρισκόμενη διαδικασία αναδιάρθωσής της. Επιπλέον, κρίσιμο παρίσταται το ερώτημα σε σχέση με τους επιβαλλόμενους πλέον τρόπους συμμόρφωσης της χώρας και της ΔΕΗ με το περιεχόμενο και διατακτικό των εν λόγω αποφάσεων. Τέλος, εκ των πραγμάτων η όλη προβληματική συνδέεται εξ αντικειμένου με την πορεία των δημοπρασιών ΝΟΜΕ.Υπενθυμίζεται ότι οι εν λόγω δημοπρασίες συνιστούν έναν εναλλακτικό μηχανισμό υποβοήθησης της απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Στη χώρα μας υιοθετήθηκε ως κύριος μηχανισμός συμμόρφωσης με τις δεσμεύσεις του τρίτου Μνημονίου Συνεννόησης, στο οποίο προβλέπεται υποχρέωση για τη σταδιακή απομείωση των μεριδίων της ΔΕΗ κάτω του 50% μέχρι το έτος 2020 (Ν. 4336/2015). Οι δημοπρασίες τύπου ΝΟΜΕ συνιστούν μείζονος σημασίας βήμα για το άνοιγμα της λιανικής αγοράς ηλεκτρισμού στην Ελλάδα και έχουν θεσπισθεί, σύμφωνα με τη βούληση του νομοθέτη, με στόχο, μεταξύ άλλων, την ανακατανομή μεριδίων στη λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, την ανάπτυξη υγιούς ανταγωνισμού καθώς και τη μείωση των τιμών παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στους τελικούς καταναλωτές.

Επιμέλεια στήλης: «Μεταξάς&Συνεργάτες – Δικηγόροι&ΝομικοίΣύμβουλοι» (www.metaxaslaw.gr)

(1) ΓεΔΕΕ, Απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 2016, ΔΕΗ κατά Κομισιόν, Τ-169/08, ECLI:EU:T:2016:733 και Απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 2016, ΔΕΗ κατά Κομισιόν, Τ-421/09, αδημοσίευτη, ECLI:EU:T:2016:748.

(2) Κατά τα προβλεπόμενα στο νομοθετικό διάταγμα 4029/1959 (αρ.22) συνδυαστικά με τον μεταλλευτικό κώδικα, ο οποίος θεσπίστηκε με το νομοθετικό διάταγμα 210/1973 και τροποποιήθηκε με τον νόμο 274/196.

(3)Απόφαση της Επιτροπής της 5ης Μαρτίου 2008 σχετικά µε τη χορήγηση ή τη διατήρηση σε ισχύ από την Ελληνική ∆ηµοκρατία δικαιωµάτων για την εξόρυξη λιγνίτη υπέρ της ∆ηµόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισµού Α.Ε., C (2008) 824

(4) Απόφαση της Επιτροπής της 4ης Αυγούστου 2009 για τον καθορισμό συγκεκριμένων μέτρων που απαιτούνται για την αποκατάσταση των δυσμενών για τον ανταγωνισμό συνεπειών της παράβασης που διαπιστώθηκε με την απόφαση της Επιτροπής της 5ης Μαρτίου 2008 σχετικά με τη χορήγηση ή τη διατήρηση σε ισχύ από την Ελληνική Δημοκρατία δικαιωμάτων για την εξόρυξη λιγνίτη υπέρ της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού Α.Ε., C (2009) 6244.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα