Skip to main content
Menu

«America First» ή «Russia First» στην Ευρώπη; Που θα οδηγήσει η εξωτερική και ενεργειακή πολιτική του Τραμπ;

Χάρης Αποσπόρης

Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ ενδέχεται να οδηγήσει σε σημαντικές ανακατατάξεις στην ευρωπαϊκή ενεργειακή και εξωτερική πολιτική, εφόσον ισχύσουν και στην πράξη δύο βασικές παραδοχές: Ότι θα επιλέξει τον απομονωτισμό και ότι θα επιδιώξει καλές σχέσεις με τη Ρωσία.

Στο δεύτερο σκέλος, είναι γνωστές οι φήμες που θέλουν το νέο Αμερικανό πρόεδρο να διαθέτει στενές προσωπικές και επιχειρηματικές σχέσεις με το Κρεμλίνο, ενώ αίσθηση προκάλεσαν οι αποκαλύψεις για τις ρωσικές παρεμβάσεις στις αμερικανικές εκλογές, με στόχο την εκλογή του. Αν τα παραπάνω μετουσιωθούν σε εξωτερική πολιτική, αντιλαμβάνεται κανείς ότι θα μπορούσαν να επηρεαστούν σημαντικά οι ισορροπίες σε περιοχές όπως η Ανατολική Ευρώπη, η Μέση Ανατολή και η Κεντρική Ασία.

Παράλληλα, ο Τραμπ θεωρείται πιθανό ότι θα ακολουθήσει μια εξωτερική πολιτική απομόνωσης, με έμφαση στον εμπορικό προστατευτισμό. Αν αυτό σημαίνει ότι οι ΗΠΑ θα σταματήσουν να είναι δραστήριες στη διεθνή σκηνή – τάση που είχε ήδη ξεκινήσει με τον Ομπάμα – τότε θα δημιουργηθεί ένα μεγάλο κενό, το οποίο και θα σπεύσουν να καλύψουν άλλοι παίκτες, μικροί και μεγάλοι. Επιπλέον, η απαξίωση του ΝΑΤΟ, έστω σε επίπεδο ρητορικής, δεν προμηνύεται θετική για χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ που αντιμετωπίζουν τη ρωσική επεκτατικότητα και έχουν ανάγκη συμμάχους, όπως η Ουκρανία.

Η αναφορά στην Ουκρανία μας οδηγεί στο «ψητό», δηλαδή στο τι σημαίνουν τα παραπάνω για την ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική. Ως γνωστόν, το εκτενές δίκτυο αγωγών της Ουκρανίας χρησιμοποιείται εδώ και πάρα πολλά χρόνια για τη μεταφορά του ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη. Εξαιτίας των ενεργειακών κρίσεων και των τεταμένων διμερών σχέσεων Μόσχας-Κιέβου, το Κρεμλίνο επιχειρεί την τελευταία δεκαετία μια στρατηγική επαξάρτησης από την Ουκρανία, προωθώντας νέες γραμμές ανεφοδιασμού της Ευρώπης, όπως ο αγωγός Nord Stream 1 και 2, ο South Stream και ο Turkish Stream. Η Ρωσία θέλει να είναι σε θέση να εφοδιάζει την Ευρώπη απρόσκοπτα με αέριο, αυξάνοντας ταυτόχρονα τις δυνατότητές της σε ότι αφορά τις ποσότητες και τον έλεγχο των δικτύων, με στόχο την κυριαρχία επί της αγοράς.

Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά προ ημερών ο επικεφαλής της ουκρανικής Naftogaz, Αντρέι Κομπόλεφ, στη γερμανική Die Welt, «αν η ουκρανική όδευση ‘πεθάνει’, τότε η μόνη πύλη εισόδου για το ρωσικό αέριο στην Ευρώπη θα είναι η Γερμανία» και η Ουκρανία θα υποκύψει στους εκβιασμούς.

Από την πλευρά της, η Ευρώπη δηλώνει σε επίπεδο Κομισιόν ότι επιθυμεί να μειώσει την εξάρτησή της από το ρωσικό αέριο, αλλά στην πράξη καταναλώνει περισσότερο από ποτέ, όπως δείχνουν τα στοιχεία για το 2016. Αυτό συμβαίνει επειδή το αέριο θεωρείται ως πυλώνας για την ενεργειακή μετάβαση που επιχειρεί η Ε.Ε., ενώ τυχαίνει σήμερα να έχει χαμηλή τιμή.

Οι Βρυξέλλες, όμως, δεν θέλουν να υλοποιήσει η Ρωσία νέους αγωγούς διότι φοβούνται πως πρώτον, θα γίνουν όμηρός της μακροπρόθεσμα και δεύτερον, αυτό θα σημάνει πλήρη εγκατάλειψη της Ουκρανίας στις βουλές των Ρώσων. Το ουκρανικό δίκτυο αγωγών είναι το βασικότερο διαπραγματευτικό χαρτί που έχει στη διάθεσή του το Κίεβο απέναντι στους Ρώσους και όλοι αντιλαμβάνονται ότι δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί έτσι εύκολα. Για αυτό και έχει μεγάλο ενδιαφέρον η πολιτική που θα ακολουθήσει ο Τραμπ απέναντι στο συγκεκριμένο θέμα, διότι αν αποφασίσει να συμπλεύσει με τη Μόσχα, τότε η Ευρώπη θα απομείνει μόνη εν δυνάμει σύμμαχος της Ουκρανίας.

Μέχρι σήμερα, οι ΗΠΑ δήλωναν με κάθε ευκαιρία ότι η Ευρώπη θα πρέπει να διαφοροποιήσει τις πηγές εφοδιασμού της με φυσικό αέριο, ώστε να απεξαρτηθεί από τη Ρωσία. Ο απεσταλμένος του Ομπάμα για την ενέργεια στην Ευρασία, Άμος Χόκστιν, είχε δηλώσει σχετικά ότι η κατασκευή του Nord Stream 2 είναι «επικίνδυνη» για την Ε.Ε. Και σε αυτό το θεμα αναμένεται με ενδιαφέρον η νέα αμερικανική στάση, καθώς αν υιοθετηθεί μια πιο ήρεμη γλώσσα, θα περάσουν άλλου είδους μηνύματα εκατέρωθεν.

Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι μέσα στα επόμενα χρόνια αναμένεται μια σημαντική αύξηση των εξαγωγών φυσικού αερίου από τις ΗΠΑ, λόγω της υψηλής παραγωγής στη χώρα και της χαμηλής τιμής στην εγχώρια αγορά. Μέχρι τώρα, τα φορτία αμερικανικού LNG με προορισμό την Ευρώπη δεν ήταν πολλά, ενώ τα κόστη υγροποίησης και μεταφοράς το καθιστούν αμφίβολα ανταγωνιστικό ως προς το ρώσικο. Άρα, η κυβέρνηση Τραμπ θα πρέπει να ισορροπήσει από τη μια τη σχέση της με τη Ρωσία και από την άλλη το συμφέρον των αμερικανικών παραγωγών και εξαγωγέων. Εκτός από τον ίδιο τον πρόεδρο, ενδιαφέρον έχει και η στάση του νέου υπουργού Εξωτερικών, Ρεξ Τίλερσον, πρώην διευθύνοντα της ExxonMobil, μιας εταιρείας που διαθέτει σημαντικές δραστηριότητες στη Ρωσία και έχει ταχθεί υπέρ της άρσης των κυρώσεων εναντίον της.

Με βάση τα παραπάνω, θα πρέπει να περιμένουμε βραχυπρόθεσμα για να δούμε τις πρώτες δηλώσεις του Λευκού Οίκου αναφορικά με τη Ρωσία, το ποιον θα επιλέξει ο Τραμπ για νέο απεσταλμένο των ΗΠΑ στη θέση του Χόκστιν (εφόσον τον αλλάξει), αλλά και τα πρώτα δείγματα στην επικοινωνία με την Ε.Ε. Επίσης, ο Τίλερσον δεν αποκλείεται κάποια στιγμή να επαναφέρει το θεσμό των ετήσιων διμερών ενεργειακών συναντήσεων με τους Ρώσους, ο οποίος υπήρχε στα πρώτα χρόνια της προεδρίας Μπους του νεώτερου. Προηγείται, όμως, το φλεγον ζήτημα των κυρώσεων και η πιθανότητα απομάκρυνσής τους.

Αν η Ουάσιγκτον αποφασίσει να υιοθετήσει μια πιο φιλική γλώσσα σχετικά με τη Ρωσία στις παραπάνω προκαταρκτικές επαφές, τότε η Ευρώπη μάλλον θα ξέρει τι να περιμένει στα ενεργειακά. Το μόνο βέβαιο είναι ότι σε περίπτωση μιας αναβαθμισμένης παρουσίας της Ρωσίας ως αποτέλεσμα αμερικανικών χειρισμών, η ενέργεια θα αποκτήσει έναν ακόμα εντονότερο πολιτικό χαρακτήρα από ότι είχε προηγουμένως.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα